Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Το Γαρδικιώτικο Θέατρο’ Category

thea-1

του Ιωάννη Ε. Κορέλη

Ήταν αρχές του Ιουλίου του 1930, όταν ο Μπάμπης Σιλέλας με το Λεωνίδα Καραμήτρο, συμφώνησαν για το θεατρικό έργο που θα παρουσίαζαν τον Αύγουστο. Φοιτητές και οι δυο στη Θεσσαλονίκη, έκαναν όλο το χειμώνα όνειρα και σχέδια για το καλοκαίρι. Με το που ξεκίνησαν οι καλοκαιρινές διακοπές για τους μαθητές, τον Ιούνιο, κι ανέβηκαν όλοι οι νέοι στο χωριό, άρχισαν να το σχεδιάζουν οι δυο τους. Κουβέντες πολλές, αλλά απόφαση δεν παίρνανε κι ο χρόνος κυλούσε. Η διστακτικότητα, του Λεωνίδα κυρίως, οφείλονταν στην απουσία των «μεγάλων». Αυτό το καλοκαίρι ο δάσκαλος, ο Μήτσος Μαλούκος (1), η ψυχή των προηγούμενων παραστάσεων θα ανέβαινε μόνο για λίγες μέρες στο χωριό, ενώ ο Νίκος Σιλέλας –αδερφός του Μπάμπη- συνεργάτης και βοηθός του δάσκαλου, θα ξεκαλοκαίριαζε στη Λαμία. Ήταν η ιδέα του Μπάμπη, που τελικά έκαμψε τις αντιρρήσεις του φίλου του.

– Θα παίξουμε το «Θανάση Διάκο», έργο πατριωτικό με φουστανέλες και καριοφίλια που θα αρέσει σ’ όλους.

– Πάλι το «Διάκο»; Πριν δυο χρόνια το έπαιξαν ο Νίκος, ο Ηλίας, ο Καλόγηρος, αντέδρασε ο Λεωνίδας. Θα μας κοροϊδεύουν…

– Το «Διάκο», επέμενε ο Μπάμπης. Μα, όχι όλη τη ζωή του, όπως έγινε πρόπερσι, αλλά τις τελευταίες μέρες του. Την προετοιμασία για το πόλεμο, τη μάχη της Αλαμάνας και το θάνατό του. Θα παρουσιάσουμε ένα διαφορετικό έργο.

Είχε το δίκιο του ο Λεωνίδας. Τη ζωή του ήρωα της Επανάστασης την είχαν ξαναπαίξει τα παιδιά στο χωριό με επιτυχία, πριν από δυο χρόνια, το 1928 (2).

– Ύστερα, αφού θα είμαστε μόνοι μας, συνέχισε ο Μπάμπης, μια και κανείς απ’ τους μεγάλους, που είχαν ξανακάνει θέατρο δεν ανεβαίνει φέτος στο χωριό, θα έχουμε ένα έργο, που το ξέρουμε κι ανάλογα θα πορευθούμε.

– Και που θα βρούμε την νέα ιστορία, που ξέρουμε τις λεπτομέρειες; Ρώτησε ο Λεωνίδας.

– Μη σε νοιάζει, εγώ ξέρω. Θα το φροντίσω.

Την άλλη μέρα, παρήγγειλαν στο Βαγγέλη Σιλέλα, τον μεγαλύτερο αδερφό του Μπάμπη, που ζούσε στη Λαμία, να πάει στο βιβλιοπωλείο του Ποντικόπουλου (3), στη Πλατεία Ελευθερίας και να αγοράσει μια μικρή φυλλάδα, με το ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη «Θανάσης Διάκος», και να του τη στείλει στο χωριό. Το θυμόνταν από το γυμνάσιο. Μερικούς στοίχους από το μεγάλο αυτό ποίημα τους είχαν παρουσιάσει οι μαθητές στη Σπερχειάδα, στη γιορτή της 25ης Μαρτίου.

Σε λίγες μέρες στο μπαλκόνι του σπιτιού του Λεωνίδα, ο Μπάμπης όρθιος, διάβαζε δυνατά και με στόμφο τους στοίχους του Βαλαωρίτη:

«… κι αν δεις χιλιάδες τον εχθρό, άλογα και πεζούρα,

με τον Κιοσέ Μεχμέτ πασά, τον ύπνο μη μου κόψης,

στάσου, πολέμα μοναχός. Κι αν δεις μες στο φουσάτο

να πηλαλάει τάλογο του Ομέρπασα Βρυώνη,

πέτα ροβόλα, κράξε με. Σύρε με την ευχή μου».

Μοναδικό ακροατής η κυρά Στάμω, η μάνα του Λεωνίδα, που κάτω απ’ το μπαλκόνι έπλενε στη σκάφη, και κάθε τόσο σταματούσε για να ακούσει καλύτερα τα κατορθώματα του ήρωα. Αλλά και η Μπαρπαλίνα η γειτόνισσα, που καθισμένη σ’ ένα κούτσουρο έξω από τη πόρτα του σπιτιού της, πλέκοντας τσουράπια για τον «στρατηγό», τον μπάρμπα-Μήτσο Αναγνωστόπουλο, άκουγε σκόρπια λόγια από την απαγγελία, κοιτώντας τους με περιέργεια μέσα από τα μικρά ολοστρόγγυλα γυαλιά της.

Οι διάλογοι γράφτηκαν γρήγορα από το Μπάμπη. Βοηθούσε και το ίδιο το ποίημα που περιείχε σχεδόν έτοιμους διαλόγους κι έτσι μεταφέρθηκαν αυτούσιοι. Ο Λεωνίδας φρόντισε για τους «ηθοποιούς». Δεν υπήρχαν πολλές επιλογές. Οι παλιοί που είχαν παίξει στις προηγούμενες παραστάσεις δεν βρίσκονταν στο χωριό. Τον Διάκο θα έπαιζε ο Μπάμπης. Ψηλός, ξανθός ταίριαζε απόλυτα στη μορφή του οσιομάρτυρα αγωνιστή, κι ο Λεωνίδας, έντονα μελαχρινός και βλοσυρός όπως ήταν, κράτησε το ρόλο του Κιοσέ Μεχμέτ, του εξολοθρευτή του Αλή Πασά και συναρχηγού του Ομέρ Βρυώνη στην εκστρατεία. Στον συνομήλικό τους Λευτέρη Παπανάγνο -τον Σακοράφα- έδωσαν το ρόλο του Μητροπολίτη Σαλώνων Ησαΐα. Για το υπόλοιπο casting αν και υπήρξε μεγάλος προβληματισμός τελικά κατέληξαν σε αναγκαστική συμφωνία! Μάζεψαν τα γυμνασιόπαιδα και τους μοίρασαν ρόλους. Ο αιμοδιψής Ομέρ Βρυώνης θα ήταν ο Λευτέρης Κορέλης, αδύνατος και μέτριου αναστήματος. Ο σκληρός Πανουργιάς έλαχε στον λεπτεπίλεπτο και ντροπαλό Γιώργο Πρωτοπαπά, ενώ ο μπαρουτοκαπνισμένος Διοβουνιώτης πήρε τη μορφή του Θανάση Γαρδίκη, του πιο μικρού απ’ όλους. Ο θίασος συμπληρώθηκε από τον Δήμο Μαλούκο και Βασίλη Μαγουλά που στην αρχή θα εμφανίζονταν σαν παλικάρια  στο ασκέρι του Διάκου και των άλλων καπεταναίων, ενώ στο τέλος θα μεταμορφώνονταν σε τούρκους δεσμοφύλακες του έλληνα ήρωα. Πρόσωπα βουβά. Ο καθένας έγραψε σ’ ένα τετράδιο τα λόγια του ρόλου του κι άρχισαν να τα μαθαίνουν. Κάθε πρωί μαζεύονταν κάτω από τη καρυδιά, στο καραμητρέικο το γιούρτι, πάνω απ’ το δρόμο, δίπλα στο σπίτι του Κανέλου. Ένας-ένας έλεγε το ρόλο του, πότε από μνήμης και πότε ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο τετράδιο. Το κομμάτι της εκμάθησης το είχε αναλάβει ο Λεωνίδας. Ο Μπάμπης θα σκηνοθετούσε, στο επόμενο στάδιο. Προς το παρόν διάβαζε ότι εφημερίδα έφτανε στα χέρια του για το Παγκόσμιο Κύπελλο όπου θα γίνονταν για πρώτη φορά στην Ουρουγουάη. Ήταν ποδοσφαιρόφιλος και υποστήριζε την Αργεντινή. Ο Βασίλης Μαγουλάς με τον Δήμο Μαλούκο, μια και ο ρόλος τους δεν είχε λόγια, τους ανατέθηκαν «ειδικές» αποστολές. Πήγαιναν για νερό, μάζευαν κανένα μήλο, έκλεβαν καμιά ντομάτα από τον κήπο του Μπότση, τρύπωνα κάτω από το φράχτη του Αθανασιάδη για να επισκεφτούν τη κορομηλιά του, πήγαινα για τσιγάρα μέχρι το μαγαζί του Αντωνόπουλου, φέρνανε από τη θεια τη Στάμω το μεσημεράκι ψωμί και ότι άλλο τους έλεγαν οι μεγαλύτεροι. Μια «λεπτομέρεια» μόνο εκκρεμούσε. Η άδεια του δάσκαλου, του Θεοφάνη Γαρδίκη για να μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν μια αίθουσα του σχολείου για τις πρόβες και το προαύλιο για την παράσταση.

Στις 20 Ιουλίου, οι δυο φίλοι, μαζί με τον Λευτέρη Παπανάγνο πήγαν στο πανηγύρι του Αϊ Λια στο Κυριακοχώρι. Μετά τη λειτουργία άρχισε το γλέντι. Σε μια γωνιά κάθονταν ο δάσκαλος, ο Θεοφάνης, με τους συναδέρφους του απ’ το Κυριακοχώρι και τη Στάγια. Τον πλησίασαν και τον χαιρέτισαν.

– Δάσκαλε, λέμε να παίξουμε φέτος ένα θέατρο, είπε ο Λεωνίδας. Θα μας αφήσεις να κάνουμε τη παράσταση στο σχολείο;

– Τι θα λέει το έργο; τους ρώτησε ο δάσκαλος.

– Τον Αθανάσιο Διάκο θα παίξουμε, αλλά όχι τον παλιό, αυτόν που είδες πρόπερσι δάσκαλε, απάντησε ο Σιλέλας. Καινούργιο έργο, τα λόγια τα πήραμε από το ποιητή Βαλαωρίτη…

– Καλά, θα τα πούμε και στο χωριό όταν γυρίσουμε, έκοψε τη κουβέντα ο Θεοφάνης.

Λίγες μέρες μετά το πανηγύρι στο Κυριακοχώρι, ο Μπάμπης με τον Λεωνίδα πέρναγαν τη βαριά ξύλινη πόρτα απ’ το σπίτι του δάσκαλου. Τους ακολουθούσαν και οι υπόλοιποι του θιάσου. Στάθηκαν στην λιθόστρωτη αυλή. Ο Θεοφάνης κάθονταν στο ξύλινο μπαλκόνι πίνοντας τα καφέ του και χαζεύοντας στο δρόμο.

–  Δάσκαλε, τι αποφάσισες, θα μας δώσεις το σχολείο; Εμείς ξεκινήσαμε, μίλησε ο Λεωνίδας από κάτω, από την αυλή. Και να ξέρεις δάσκαλε, συνέχισε ο Λεωνίδας, ότι λεφτά βγάλουμε για το σχολείο θα τα δώσουμε.

Βλοσυρός ο Θεοφάνης κοίταξε την ομάδα.

– Κι αυτοί είναι οι θεατρίνοι; ρώτησε, με ένα ελαφρύ ειρωνικό μειδίαμα, χωρίς να περιμένει απάντηση. Λοιπόν, καλά, θα έρχεσαι να παίρνεις το κλειδί εσύ Καραμήτρο, όταν θα έχετε πρόβα και θα το ξαναφέρνεις σ’ εμένα τελειώνοντας. Και θα είσαι υπόλογος αν κάτι συμβεί.

– Ναι δάσκαλε, όπως το λες θα γίνει, ευχαριστούμε.

Ένα σιγανό «ευχαριστώ», μουρμούρισε και ο υπόλοιπος θίασος, έκαναν μεταβολή και βιαστικά-σχεδόν τρέχοντας- δρασκέλησαν την αυλόπορτα σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον.

Πριν απ’ το τέλος Ιουλίου, οι πρόβες συνεχίστηκαν στην ανατολική αίθουσα του σχολείου. Μαζεύονταν στις εννιά το πρωί και με τις οδηγίες κυρίως του Μπάμπη ξεκίναγαν οι διάλογοι. Το κείμενο στο μεγαλύτερο μέρος ήταν έμμετρο και μαθαίνονταν σχετικά εύκολα. Είχαν μια έδρα για σκηνή κι εκεί επάνω ο Μπάμπης έδειχνε τη θέση του καθενός και τις κινήσεις που θα έκανε. Ο Λεωνίδας με τον Λευτέρη Παπανάγνο, φρόντιζαν για τα ρούχα, το στήσιμο της σκηνής και τα σκηνικά. Για τους Έλληνες αγωνιστές δεν υπήρχε ενδυματολογικό πρόβλημα. Δεν υπήρχε σπίτι στο χωριό που να μην είχε μια φουστανέλα στο μπαούλο. Για τον Σαλώνων Ησαΐα, η παπαδιά έδωσε ένα ράσο του παπά-Γιώργη Παπαστάμου. Απέμειναν οι πασάδες και το τούρκικο ασκέρι. Η Αθανασία Νταλιάνη, μοδίστρα καλή κι έξυπνη γυναίκα τους φόρεσε χοντρές μαύρες κάλτσες που στο ύψος του γόνατου έχωνε σκούρα φαρδιά παντελόνια. Μάζεψε και τέσσερες-πέντε ρόμπες πολύχρωμες απ’ τη γειτονιά, για να τις βάλουν σαν πανωφόρια και «Τούρκικο ασκέρι» ήταν έτοιμο. Το είχε ξαναδοκιμάσει και στον «προηγούμενο» Διάκο, του 1928.

Το Σάββατο, 9 του Αυγούστου, μαζεύτηκε όλος ο θίασος το πρωί στο σχολείο. Ο Γιάννης ο Κοντοδήμας είχε κόψει απ’ το Κεφαλάρι τέσσερα-πέντε ελατάκια, τα είχε ξεκλαρίσει, τα είχε καθαρίσει και ήταν έτοιμα για να γίνουν ο σκελετός της σκηνής. Τα παιδιά τον βρήκαν να κάθεται στα σκαλοπάτια της εισόδου με τα σύνεργα του –σκεπάρνι, πριόνι και πρόκες- για να ξεκινήσει τη κατασκευή.

Κουβάλησαν από τις αίθουσες στο προαύλιο, δυο έδρες και τις έβαλαν τη μια πάνω στην άλλη προς την πλευρά της πλατείας. Κάρφωσαν στης τέσσερες άκρες όρθια τα ξύλα. Στα δυο που βρίσκονταν στην μπροστινή πλευρά, τοποθέτησαν στο πάνω μέρος ένα σχοινί που πάνω του σέρνονταν ένα υφαντό σεντόνι. Ήταν η αυλαία. Στα δυο πίσω κρέμασαν μια πολύχρωμη κουβέρτα του αργαλειού για σκηνικό. Αργά το μεσημέρι έκαναν τη τελική πρόβα. Μοναδικός θεατής ο δάσκαλος, ο Μήτσος Μαλούκος, που είχε ανέβει για τις μέρες του πανηγυριού. Του άρεσε το «παίξιμο» κι έδωσε μερικές οδηγίες.

– Αύριο θα είμαι κοντά σας, τους είπε. Πίσω από τη σκηνή, υποβολέας, μην και χάσετε τα λόγια σας.

Στην μεγάλη αίθουσα του σχολείου είχαν τοποθετηθεί φουστανέλες, ράσα, σαλβάρια, σαρίκια, πιστόλες, χάρτινες γενειάδες και μουστάκια, καριοφίλια και γιαταγάνια. Μέχρι το απόγευμα όλα ήταν έτοιμα για την παράσταση. Κλείδωσαν το σχολείο, κάθισαν για λίγο στου Θεμιστοκλή για καφέ και τσίπουρο και τράβηξαν για τα σπίτια τους, εκτός από τον Λεωνίδα, και τον Λευτέρη Παπανάγνο που, όπως συνηθίζονταν και στις προηγούμενες παραστάσεις, θα κοιμόντουσαν στο σχολείο για να προσέχουν το πράγματα.

Κυριακή, με το που τέλειωσε η λειτουργία, άρχισαν να κατηφορίζει ο κόσμος προς το σχολείο. Στη πόρτα του προαύλιου, όρθιοι ήταν ο Θανάσης Τσαρός που κρατούσε ένα κουτί κι ο Βαγγέλης Καραμήτρος. Ήταν οι ταμίες εισόδου.

– Θείο, θείο, εισιτήριο για το θέατρο, σταματούσαν όποιον έμπαινε στο σχολείο.

– Και πόσα λεφτά έχει ρε καλόπαιδα ρωτούσαν οι θεατές. Σταματώντας και χώνοντας το χέρι τους στην τσέπη.

– Δυο δραχμές, για να πάρει το σχολείο χάρτες και ζωγραφιές, αλλά αν δεν έχεις δώσε όσα θέλεις, απαντούσαν (4).

Σιγά-σιγά άρχισε να γεμίζει κόσμο το προαύλιο. Μπροστά, στις λιγοστές καρέκλες, που τις είχαν κουβαλήσει από το μαγαζί του Θεμιστοκλή Τσιφτσή, κάθισαν οι επίσημοι: ο πρόεδρος, οι δυο παπάδες, ο δάσκαλος, ο αστυνόμος, ο τηλεγραφητής και οι γεροντότεροι. Κάμποσοι κάθισαν στα θρανία που είχαν βγάλει από τις αίθουσες και οι υπόλοιποι όρθιοι. Μεσημέρι, κι ο Αυγουστιάτικος ήλιος έκαιγε. Όλα ήταν έτοιμα. Ο Λεωνίδας κτύπησε το κουδούνι του σχολείου. Η παράσταση άρχιζε.

Με το βλέμμα στραμμένο προς τους θεατές και με το χέρι να δείχνει τη Γουλινά, ο Μπάμπης-Θανάσης Διάκος πια-απευθυνόμενος στο Βασίλη ξεκίνησε τη παράσταση:

«Ανέβα, Μήτρε στου βουνού κατάκορφα τη ράχη,

πάρε το μάτι τάητού και τάλαφιού το πόδι

και την αγρύπνια του λαγού, και στήσε καραούλι…»

Για πάνω από μια ώρα παρακολουθούσαν οι Γαρδικιώτες τον αγώνα του Διάκου και των άλλων καπεταναίων, να σταματήσουν το οθωμανικό ασκέρι στην Αλαμάνα. Κι όταν πια είδαν, το σπαθί να σπάει κι ο ήρωας να περικυκλώνεται από εχθρούς, ένας ψίθυρος απογοήτευσης βγήκε απ’ τα στόματα των θεατών. Μόνο η φωνή του Ζαχοσταύρου ξεχώρισε που τον προειδοποίησε:

– Αμ θα σι φαν’ έρμι!

Με όλη τη Τουρκιά δίπλα του, ο Θανάσης Διάκος-Μπάμπης έμοιαζε με γίγαντα. Από κάτω άνδρες και γυναίκες με αγωνία παρακολουθούσαν τη κορύφωση του δράματος. Είχαν την ελπίδα μήπως σ’ αυτή τη παράσταση ο Διάκος γλύτωνε. Αμείλικτη όμως η ιστορία δεν άλλαξε τη ροή της. Ο Μπάμπης δεμένος και ουσιαστικά σέρνοντας αντί να τον σέρνει το Τούρκικο ασκέρι, δηλαδή, ο Βασίλης και ο Δήμος, βγήκε από τη σκηνή οδεύοντας προς τον τόπο του μαρτυρίου του.

————————

1. Ο Μήτσος Μαλούκος, δάσκαλος και προοδευτικός νέος της εποχή,ς ήταν αυτός που οργάνωσε την πρώτη θεατρική παράσταση που παίχτηκε στο χωριό. Ήταν «Η Γκόλφω» το 1925.

2. Το καλοκαίρι του 1928 είχε παιχθεί στο Γαρδίκι το έργου του Σπύρου Μελά «Ο Διάκος» με επιμέλεια του Νίκου Σιλέλα και Διάκο το Γιάννη Καλογερογιάννη.

3. Το βιβλιοπωλείο του Ποντικόπουλου στη Λαμία, ήταν στην οδό Αθανασίου Διάκο, λίγα μέτρα από την Πλατεία Ελευθερίας.

4. Τα χρήματα που συγκεντρώνονταν από όλες τις παραστάσεις που παιχτήκαν στο χωριό, δίνονταν στις εκκλησίες ή στο σχολείο.

//

Advertisements

Read Full Post »