Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘στα έρημα τα ξένα’ Category

του Ιωάννη Ε. Κορέλη

Κατέβαιναν στην οδό Αγίου Νικολάου, την μεγάλη εμπορική οδό που οδηγούσε στη θάλασσα. Κεντρικός δρόμος, γεμάτος κάθε λογής καταστήματα, κόσμο και άμαξες. Ενώ τη προηγούμενη μέρα έβρεχε, τώρα ο καιρός ήταν καλός, αλλά είχε κρύο και υγρασία. Ολόκληρο το μπουλούκι των Γαρδικιωτών, έχοντας ο καθένας στον ώμο του ένα μπόγο ή μια ξύλινη βαλίτσα με τα ρούχα και ότι άλλο είχε πάρει απ’ το χωριό και κρατώντας στο χέρι δέματα και κουτιά με τα ψώνια της τελευταίας στιγμής, ακλουθούσαν τον Θανασάκη, τον νεαρό υπάλληλο του πρακτορείου. Αμίλητοι και με βήμα γρήγορο, σχεδόν τρέχοντας. Το ρυθμό τον έδιναν ο Ταξιάρχης του Τσαντζαλονίκου κι Γιάννος του Κούκου. Παιδαρέλια, 19 χρόνων. Ποιος τους έπιανε. Τελευταίοι, αγκομαχώντας ο Τσατσογρηγόρης, ο Κονταξής κι ο Τάσος ο Φλέγγας. Μπροστά και πίσω από τους Γαρδικιώτες, άλλες ομάδες νέων ανθρώπων, κουβαλώντας κι αυτοί δέματα, κατευθύνονταν για το λιμάνι. Οι έμποροι τους χάζευαν πίσω από τζάμια των καταστημάτων τους. Άλλοι καθισμένοι στις πόρτες των μαγαζιών τους παρατηρούσαν σκεφτικοί, βλοσυροί. Οι περαστικοί που τριγύριζαν στην αγορά, σταματούσαν χαμογελώντας και τους κοιτούσαν. «Φεύγουν οι Αμερικάνοι, οι Μπρούκληδες», τους κορόιδευαν μερικοί ενώ άλλοι τους κοίταζαν με λύπη στα μάτια. Δυο-τρεις περνώντας δίπλα, τους ευχήθηκαν καλό ταξίδι.

Ατελείωτος τους φάνηκε αυτός ο δρόμος, κι ας μην ήταν μεγαλύτερος από την απόσταση από τον Σταυρό ως τον Αι Θανάση. Το πρώτο που αντίκρισαν ήταν ένα τεράστιο φουγάρο που τίναζε μικρά σύννεφα μαύρου καπνού προς τον ουρανό. Και κάθε σύννεφο που έβγαινε από το φουγάρο συνοδεύονταν από έναν υπόκωφο ήχο, σαν  βογγητό. Σταμάτησαν το περπάτημα για να δουν, να το εξετάσουν. Δεμένο, στο μόλο του λιμανιού της Πάτρας τους περίμενε το πλοίο. Δεν είχαν φανταστεί τέτοιο μέγεθος! Όχι ότι είχαν δει πλοία στη ζωή τους αλλά ήταν πέρα από τη φαντασία τους. Αναθάρρησαν από τον όγκο του σιδερένιου σκάφους, ένοιωσαν ασφάλεια. Στο μπροστινό μέρος του, στη πλώρη, μεγάλα μαύρα γράμματα σχημάτιζαν τη λέξη «Alice» (1). Ήταν το όνομα του πλοίου.

Στο λιμάνι είχε μαζευτεί κόσμος. Στον κεντρικό μόλο, του Αγίου Νικολάου-έτσι τον έλεγαν- συμφύρονταν νέοι, γέροι, συγγενείς και φίλοι αυτών που θα ταξίδευαν, περίεργοι αργόσχολοι, αλλά και Πατρινοί που έκαναν την απογευματινή βόλτα τους στη παραλία. Ανάμεσα σε σορούς από σακιά με σταφίδα, βαρέλια με λάδι και κρασί, στοίβες ξύλων, κουτιά εμπορευμάτων, κάρα σταματημένα, περιφέρονταν μικροπωλητές που διαλαλούσαν τη πραμάτεια τους, μικρά παιδιά που έπαιζαν τρέχοντας, άμαξες που πήγαιναν κι έρχονταν, χωροφύλακες που έδιναν εντολές, ναυτικοί που τρέχοντας μεταφέροντας χαρτιά στο γραφείο του λιμανιού και στο πλοίο. Κάθε φορά, η αναχώρηση πλοίου για την Αμερική ήταν γεγονός για τη πόλη. Στην άκρη του μόλου υψώνονταν ένας μεγάλος φάρος, σημείο αναφοράς του λιμανιού. Και στις δυο πλευρές του μόλου ήταν δεμένα μικρά και μεγάλα πλοιάρια ιστιοφόρα σχηματίζοντας ένα δάσος από κατάρτια. Φόρτωναν εμπορεύματα και κυρίως σταφίδα το σημαντικότερο προϊόν της περιοχής.

Όσο προχωρούσαν προς το μόλο, τόσο το πλοίο μεγάλωνε στα μάτια τους. Φαίνονταν καινούργιο. Δυο χοντρά σκοινιά δεμένα στις σιδερένιες δέστρες της προβλήτας, κρατούσαν το πλοίο από τη πρύμνη, ενώ από την άκρη στη πλώρη, η χοντρή αλυσίδα της άγκυρας βυθίζονταν στη θάλασσα. Το μήκος του θα ήταν πάνω από εκατό μέτρα. Χαμηλά, στο κάτω μέρος του σιδερένιου κύτους, μια σειρά από μικρά στρόγγυλα φινιστρίνια οριοθετούσαν το χώρο που θα έμεναν στη διάρκεια του ταξιδιού τους. Ακριβώς από πάνω δυο τεράστια κατάρτια, ένα στο μπροστινό μέρος και ένα πίσω, λόγχιζαν τον ουρανό και ανάμεσα τους υψώνονταν τρία επίπεδα με παράθυρα. Εκεί βρίσκονταν οι καμπίνες της πρώτη και της δεύτερης θέσης. Στο τελευταίο επίπεδο δίπλα στη γέφυρα, κρέμονταν τρεις μεγάλες βάρκες, από κάθε πλευρά. Στην άκρη, στο πίσω μέρος, στη πρύμνη, υπήρχε ένας σιδερένιος βραχίονας-γερανός, με ένα σκοινί που κατέληγε σε ένα δίχτυ. Ακριβώς από κάτω σ’ αυτό το σημείο, στη θάλασσα δυο-τρεις βάρκες γεμάτες τσουβάλια, κούτες με προμήθειες, περίμεναν κολλημένες στα πλευρά του πλοίου. Εργάτες τοποθετούσαν τα αντικείμενα μέσα στο δίχτυ και τα ανέβαζαν σιγά-σιγά. Στη γέφυρα και στα καταστρώματα, επιβάτες χάζευαν από ψιλά το λιμάνι και την πόλη.

Οι Γαρδικιώτες, πλησίασαν και στάθηκαν στην άκρη της προβλήτας, όπου ήταν μαζεμένος κόσμος. Όλοι σχεδόν ήταν άνδρες νέοι, ντυμένοι φτωχικά σχεδόν ομοιόμορφα με ρούχα χοντροκομμένα, γκρι και μαύρα, με εμφανή τα σημάδια της φθοράς. Ελάχιστες ήταν οι γυναίκες, με τσεμπέρια και μακριά χοντρά πανωφόρια κι ακόμη λιγότερα τα παιδιά. Στο σημείο αυτό πλησίαζαν βάρκες στις οποίες στοιβάζονταν άνθρωποι κι αποσκευές. Με το  που γέμιζαν, ξεκινούσαν οι βαρκάρηδες να κωπηλατούν αργά, κάνοντας τις βάρκες να γλιστρούσαν πάνω στη θάλασσα και να καταλήγουν στη βάση μιας σιδερένιας σκάλας που ήταν δεμένη στα πλευρά του πλοίου. Ξεκινούσε σχεδόν από τη θάλασσα και κατέληγε σε ένα μικρό άνοιγμα της κουπαστής στο μπροστινό μέρος, πέντε-έξι μέτρα ψηλά, εκεί που υπήρχαν τα παράθυρα από τις καμπίνες. Τρεκλίζοντας, μερικές φορές πέφτοντας οι επιβάτες, γαντζώνονταν από τα σκαλοπάτια, ανέβαινε σιγά-σιγά τη σκάλα και χάνονταν μέσα στο πλοίο.

Ακούμπησαν τα πράγματά τους στη γη κι άναψαν τσιγάρο, κοιτάζοντας το πλοίο και περιμένοντας τη σειρά τους. Άρχισαν να ρωτούν τον νεαρό υπάλληλο του γραφείου γι’ αυτά που έβλεπαν για πρώτη φορά, που τους ήταν άγνωστα. Κι αυτός του εξηγούσε για τις μηχανές, τις καμπίνες, τα κατάρτια με το καλώδιο του τηλέγραφου, το γερανό, και για το πόσο ασφαλές κι άνετο θα είναι το ταξίδι.

Έφτασε η σειρά τους για να μπουν στη βάρκα, αλλά ξαφνικά μια άμαξα σταμάτησε στην άκρη του μόλου και κατέβηκε ένας καλοντυμένος άνδρας και μια κυρία. Ένας ναύτης έτρεξε αμέσως και σπρώχνοντας προς τα πίσω τους πρώτους της σειράς βοήθησε το ζευγάρι να ανέβει χωρίς καθυστέρηση στη βάρκα. Από πίσω τους ακολουθούσαν αχθοφόροι, κουβαλώντας τις αποσκευές τους, τα μπαούλα και δέματα τους. Μ’ αυτούς τους δυο και τις πράγματα τους η βάρκα ξεκίνησε για το πλοίο.

– Ποιοι είναι αυτοί Θανασάκη; ρώτησε ο Τσατσογρηγόρης τον υπάλληλο του πρακτορείου που τους συνόδευε. Γιατί πάνε πρώτοι;

– Αυτοί έχουν λεφτά μπάρμπα. Πληρώνουν πολλά για να πάνε την Αμερική ξεκούραστα, απάντησε.

Στη επόμενη βάρκα μπήκαν περίπου δέκα με όλο το βιός τους και ξεκίνησαν για το πλοίο. Μικρή η απόσταση και η θάλασσα λάδι. Όταν πλησίασε στο σιδερένιο σκαρί, κόλλησε δίπλα στη σκάλα. Βοηθώντας ο ένας τον άλλον, σκοντάφτοντας και παραπατώντας, πήδησαν στη  σκάλα  κι ανέβηκαν με προσοχή. Φτάνοντας στη κορυφή, βρέθηκαν μπροστά σε δυο ανθρώπους με στολή, καθισμένους πίσω από ένα πάγκο γεμάτο χαρτιά. Ο υπάλληλος του γραφείου άρχισε να τους φωνάζει έναν-έναν.  Όποιος άκουγε το όνομά του πήγαινε και στέκονταν μπροστά από τους δυο βλοσυρούς ελεγκτές. Αυτοί διάβαζαν τα χαρτιά, κοίταζαν και τον επιβάτη κι αφού τα εύρισκαν όλα εντάξει του έδειχναν να πάει μπρος σε μια μικρή πόρτα, όπου στέκονταν ένας ναύτης. Μέσα από ένα μεγάλο ξύλινο κουτί, αυτός έβγαζε ένα κουτάλι, ένα πιρούνι κι ένα τενεκεδένιο πιάτο και του το έδινε. Ήταν η προσφορά του πλοίου στους επιβάτες στη θέση steerage (ας πούμε της τρίτης θέσης). Εκεί περίμενε και τους άλλους. Ακολουθούσε ο επόμενος. Πέρασαν και οι εικοσιτέσσερις (2) τον έλεγχο.

– Όλα εντάξει, καλό ταξίδι πατριώτες, τους φώναξε ο νεαρός. Έκανε μεταβολή και βιάστηκα κατέβηκε στη προκυμαία.

Από ένα στενό διάδρομο οδηγήθηκαν σε μια κακοφωτισμένη σκάλα. Ακολουθώντας έναν άνθρωπο του πλοίου, και κρατώντας τους μπόγους τους, άρχισαν να κατεβαίνουν ένας-ένας στη σειρά. Μια μυρωδιά κλεισούρας, ιδρώτα, απλυσιάς και τσιγάρου αναδύονταν από το βάθος μαζί με φωνές, και τα οποία και τα δύο γίνονταν πιο έντονα όσο κατέβαιναν. Φτάνοντας στο τέλος της σκάλας η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Βρέθηκα σε έναν τεράστιο χώρο γεμάτο ξύλινους πάγκους-κρεβάτια διώροφα κολλητά το ένα με τ’ άλλο, με στρώματα και μια κουβέρτα. Τα κρεβάτια στοιχημένα, σχημάτιζαν μακριές σειρές, αφήνοντας ένα μικρό διάδρομο ανάμεσα τους, στον οποίον, ίσα που χωρούσε ένας άνθρωπος. Δυο σειρές από μεταλλικές κολώνες που στήριζαν την οροφή διέσχιζαν το χώρο και οι λίγες λάμπες φώτιζαν ελάχιστα την αίθουσα. Τα πάντα φαίνονταν θαμπά. Ένα πλήθος, ανθρώπων, στριμώχνονταν στους στενούς αυτούς διαδρόμους κρατώντας τα πράγματά τους φωνάζοντας και χειρονομώντας. Άλλοι ήταν ξαπλωμένοι στα κρεβάτια καπνίζοντας και κοιτώντας το ταβάνι, ή με κλειστά τα μάτια κοιμόντουσαν. Πως μπορούσαν να κοιμηθούν μ’ όλη αυτή τη φασαρία; Οι περισσότεροι δεν μιλούσαν ελληνικά.

– Τι είναι όλοι αυτοί αφεντικό; Από πού ξεφύτρωσαν; Ρώτησε ο Κονταξής το ναυτικό.

– Το πλοίο έρχεται από την Τεργέστη. Δεν την ξέρεις. Βρίσκεται στην Αυστρία, του απάντησε φωνάζοντας ο νεαρός ναυτικός, για να τον ακούσει μέσα σ’ αυτή την οχλοβοή. Έχει ξεκινήσει πριν από δυο μέρες κι αυτοί είναι Αυστριακοί, Ρώσοι, Ούγγροι, Σλοβάκοι, Σέρβοι, Αλβανοί, Βούλγαροι και Τούρκοι. Όλες οι φυλές του Ισραήλ.

Στη μέση της τεράστιας αυτής αίθουσα σταμάτησε ο άνθρωπος του πλοίου.

– Εδώ είναι η θέση σας, υπάρχουν άδεια κρεβάτια. Συνέχισε να τους μιλάει φωνάζοντας. Αν προχωρήσετε ευθεία, εκεί στο άνοιγμα, θα βρείτε κι άλλα τέτοια μεγάλα δωμάτια. Υπάρχουν κρεβάτια άδεια που μπορείτε να βολευτείτε. Βάλτε τα πράγματα σας και ξεκουραστείτε. Σε δυο-τρεις ώρες φεύγουμε. Αποχωρητήρια, είναι πίσω σας. Εκεί μπορείτε να πλένεστε και να πλένετε ότι θέλετε. Αν χρειαστείτε γιατρό ή θέλετε κάτι, εκεί, στη σκάλα θα υπάρχει πάντα κάποιος δικός μας άνθρωπος να σας βοηθήσει. Για όποια άλλη συνεννόηση θα φωνάζετε εμένα, Κώστα με λένε. Μ’ αυτές τις κουβέντες έκανε μεταβολή και άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα.

Προχώρησαν με δυσκολία προς το βάθος.

– Παραμεράτε ζαγάρια, τους φώναξε ο Κονταξής, έτοιμος να τσακωθεί και σπρώχνοντας όσους εύρισκε μπροστά του, προσπαθώντας να άνοιξη δρόμο. Κι αυτοί, τον αγριοκοίταζαν και του απαντούσαν έντονα και με θυμό αλλά κανείς δεν καταλάβαινε τι έλεγαν.

Σε μια γωνιά υπήρχαν κρεβάτια που γύρω-γύρω είχαν κρεμάσει σεντόνια και ρούχα. Σαν να θέλανε να κρύψουν κάτι. Αργότερα έμαθαν ότι ήταν κρεβάτια που κοιμόντουσαν οι γυναίκες και τα παιδιά που ταξίδευαν στο πλοίο. Τα απλωμένα ρούχα τους προφύλασσαν από τα αδιάκριτα βλέμματα των ανδρών. Πέρασαν στη δεύτερη αίθουσα. Βρήκαν άδεια κρεβάτια, αρκετά και για τους εικοσιτέσσερις. Βόλεψαν τα πράγματά τους στις άκρες των στενών διαδρόμων και κάτω απ’ τα κρεβάτια τους. Μαζί τους κάθισαν οι τρεις Κραβαρίτες, ο Δήμος Αντωνόπουλος, ο Φάνης Μακρής, ο Θύμιος Λαβέρδας και ο Θανάσης Πιτσογιάννης από τα Πουγκάκια.

– Καλά είναι εδώ, είπε ο Τσατσογρηγόρης.  Βολέψετε κάπου τα φαγώσιμα και προσοχή στα λεφτά. Εδώ στα αρπάζουν στο λεπτό, και μετά άντε να κατέβεις στην Αμερική.

Οι μεγαλύτεροι χώθηκαν στα χαμηλά κρεβάτια. Ίσα-ίσα που χωρούσε άνθρωπος. Λίγα εκατοστά πάνω απ’ το κεφάλι σου βρίσκονταν οι ξύλινες τάβλες του επάνω κρεβατιού. Σαν να βρισκόσουνα σε κουτί. Σ’ έπιανε πανικός. Οι νεότεροι έδωσαν ένα σάλτο και έπιασαν τα πάνω κρεβάτια. Κι εκεί η οροφή ελάχιστη απόσταση είχε από το κρεβάτι. Για περισσότερο από δυο βδομάδες θα έπρεπε να ζήσουν σ’ αυτό το χώρο. Οι περισσότεροι ξάπλωσαν. Έτσι όπως ήταν, με τις πατατούκες τους. Ούτε τα τσόλια για να σκεπαστούν δεν είχαν κουράγιο να βγάλουν από τους μπόγους τους. Αλλιώς είχαν φανταστεί το χώρο που θα έμεναν. Όλη τους η ζωή στα βουνά και στα χωράφια, σ’ ανοιχτούς ορίζοντες και καθαρό αέρα. Πώς να αντέξουν τόσες μέρες εδώ μέσα σ’ αυτή τη τρύπα; Δεν είχαν και πολύ όρεξη για κουβέντα. Από το πρωί δεν είχαν σταματήσει ούτε λεπτό. Με το χάραμα από το πρακτορείο, κατόπιν στα μαγαζιά, σ’ ένα μαγειρειό για φαγητό-το φαγητό στο πλοίο θα ξεκινούσε την επόμενη μέρα- και μετά αναμονή ώσπου να πάνε στο πλοίο. Αλλά δεν ήταν η κούραση που τους βούβαινε. Ήταν το άγνωστο που τους τρόμαζε. Ένοιωθαν ένα σφίξιμο στη καρδιά για ότι αφήναν πίσω τους.

-Όρε Γιαννακέ, μουρμούρισε ο Φλεγγοτάσος, θα ξαναδούμε το Κεφαλάρ;…

Απάντηση δεν πήρε. Άλλωστε ο Γιαννακός λίγα πράγματα άφηνε πίσω του. Την θεια του την Παναγιούλα, που τον είχε σα παιδί της και τα μαύρα μάτια της Τασίας.

Στη κάτω σειρά των κρεβατιών, τελευταίος από τους Γαρδικιώτες κάθισε ο Μαγουλάς. Δίπλα του ακούμπησε τα πράγματά του ο Πιτσογιάννης. Έβγαλε τη τραγιάσκα του, άνοιξε με προσοχή το σακούλι που κουβαλούσε, πήρε από μέσα ένα λεπτό ξύλινο παραλληλόγραμμο αντικείμενο. Σταυροκοπήθηκε, το φίλησε και το ξαναέβαλε με προσοχή στο σακούλι.

– Τι είναι αυτό ρε Θανάση; τον ρώτησε ο Μαγουλάς που τον είδε.

– Ε… τίποτα, του απάντησε χαμηλόφωνα και με αμηχανία. Σκέφτηκε λίγο και πλησιάζοντας πιο κοντά του ψιθύρισε

 – Μια εικόνα του Αι Λια μας. Μου την έδωσε η μάνα μου για τη κακιά την ώρα.

– Μα καλά δεν ξέρεις ότι ο Αι Λιάς είναι στις κορφές των βουνών με τ’ άλογα του και το άρμα του; Τι δουλειά έχει στη θάλασσα; Θανάση μου, εδώ κουμάντο κάνει ο Αι Νικόλας. Λάθος άγιο προσκυνάς, αστειεύτηκε ο Μαγουλάς.

– Μου την έδωσε η μάνα μου, απ’ το εικονοστάσι του σπιτιού μας, επανέλαβε ο Θανάσης. Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και σταμάτησε τη κουβέντα.

Πόση ώρα έμεινα έτσι ούτε που κατάλαβαν. Γρήγορα γέμισε κι αυτή η αίθουσα. Άνθρωποι απ’ όλη την Ελλάδα. Αλλά και έλληνες απ’ τη Τουρκία. Από τη Κρήτη, την Ήπειρο, τη Μακεδονία, τη Σμύρνη. Φτωχός κόσμος που ζητούσε καλύτερη ζωή. Ένα τράνταγμα τους έκανε να πεταχτούν όρθιοι. Κοιταχτήκαν με φόβο. Ακούστηκε το δυνατό σφύριγμα του πλοίου. «Ξεκινάμε» ακούστηκαν από το βάθος φωνές. «Η Παναγιά μαζί μας» φώναξαν οι γυναίκες από το βάθος της αίθουσας, και πολλοί άρχισαν πηγαίνουν προς τις σκάλες. Σηκώθηκαν και ακολούθησαν. Ανέβηκαν στο κατάστρωμα. Ανέπνευσαν καθαρό αέρα. Ήταν γεμάτο κόσμο που συνωστίζονταν στις άκρες. Από πάνω τους ήταν άλλο κατάστρωμα, σαν μπαλκόνι, κι αυτό γεμάτο με ταξιδιώτες. Αλλά διαφορετικούς. Καλοντυμένοι, με κουστούμια, ρεπούμπλικες, και κυρίες με γούνες και μεγάλα όμορφα καπέλα. Γελούσαν και έδειχναν να το διασκεδάζουν. Τους γνώρισαν. Ήταν αυτοί που έφθαναν στο λιμάνι με τις άμαξες και με τους αχθοφόρους.

-Αυτοί που έχουν τους παράδες, έχουν δικά τους δωμάτια, υπηρέτες, κι ότι τραβάει η όρεξή τους το έχουν αφού πληρώνουν, είπε ο Ταξιάρχης, τρώνε σε τραπέζια με τραπεζομάντιλα, τους έχουν νταούλια και πίπιζες…

-Κάτσε να δεις και σε λίγα χρόνια κι εμείς έτσι θα πηγαινορχόμαστε! Μουρμούρισε ο Κανέλος.

Τρίτη 15 Οκτωβρίου του 1907. Νύχτωνε κι ο αέρας ήταν παγωμένος. Απ’ το φουγάρο ξεχύνονταν προς τον ουρανό μαύρος πηχτός καπνός. Δεν κατάφεραν να φτάσουν στην άκρη του καταστρώματος, στη κουπαστή, για να δουν το λιμάνι και τη πόλη της Πάτρας. Κόσμος πολύς, άλλος έκλαιγε, άλλος φώναζε, πολλοί σταυροκοπιόντουσαν και χαιρετούσαν κουνώντας μαντήλια. Ο Γρηγόρης, ο Χαράλαμπος κι ο Αντώνης σκαρφάλωσαν σε κάτι δέματα ενώ ο Ταξιάρχης σε μια ανεμοδόχο. Ήθελαν να δουν καλλίτερα. Οι άλλοι το μόνο που έβλεπαν ήταν τις κορυφές των βουνών της Ρούμελης που σιγά-σιγά μίκραιναν και χάνονταν.

 

(1) Το «Alice» ήταν ένα μικρό υπερωκεάνιο. Ναυπηγήθηκε το 1907 στα ναυπηγία της εταιρείας Russell & Co στη Γλασκώβη. Ήταν 6.122 τόνων, είχε τρεις μηχανές και είχε 415 πόδια  μήκος και 49,5 πόδια πλάτος. Ήταν ένα μικρό και όχι δημοφιλές πλοίο. Ήταν αποκλειστικά ένα πλοίο μεταναστών και μετέφερε 1.625 επιβάτες, εκ των οποίων μόλις 50 (!) στην πρώτη θέση, 75 στη δεύτερη θέση και 1.500 στην τρίτη θέση. Είχε μόνο ένα φουγάρο. Υπενθυμίζουμε ότι οι μετανάστες εκείνη την εποχή επέλεγαν το πλοίο για την Αμερική, με βάση τον αριθμό των φουγάρων (σήμαινε καλύτερο πλοίο). Ορισμένα πλοία από πολλές εταιρείες εκείνης της εποχής είχαν ψεύτικα φουγάρα για να εντυπωσιάσουν τους πελάτες τους. Ήταν αργό αλλά ήταν λιγότερο ακριβό από τα μεγάλα Γερμανικά και Ιταλικά υπερωκεάνια. Στην πραγματικότητα, ο Πατρινός πράκτοράς ήταν εξαιρετικά δραστήριος και είχε πελάτες φτωχούς αγρότες δίνοντας διευκολύνσεις για τα χρήματα.

(2) Συνολικά με το πλοίο αυτό έφυγαν για την Αμερική τον Οκτώβριο του 1907, εικοσιτέσσερις Γαρδικώτες.

Advertisements

Read Full Post »

του ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΘΩΜΟΠΟΥΛΟΥ

Για το Ρουμελιώτη ο ξενητεμός είναι αναγκαστική, φρικτή και σκληρή δοκιμασία. Στο μεγαλύτερο μέρος της η Ρούμελη, είναι άγονη κι αφημένη στη μοίρα της, γι’ αυτό διώχνει τα παιδιά της να τρέξουν για τον επιούσιον στην άλλη Ελλάδα ή στο εξωτερικό. Φεύγει ένα ξερό σώμα, γιατί η ψυχή τους κρατιέται αλυσοδεμένη απάνω της. Όμως έχουν κι υποχρέωση να προσηλωθούν στο ρουμελιώτικο τοπίο που κρατάει με στοργή λείψανα και παρακαταθήκη του πολυτάραχου και θρυλικού παρελθόντος. Είναι η χρυσή κιβωτός της ιερής μας ιστορίας.

Μπουμπούκια του ανθόκηπου της ρουμελιώτικης νιότης απ’ την Ναυπακτία, Ευρυτανία, ορεινή Δωρίδα, Φωκίδα. Φθιώτιδα, Παρνασσίδα κ.α. δίνουν το νέκταρ της ζωντάνιας τους στην πρωτεύουσα, στις μεγαλουπόλεις, στα πλούσια καμποχώρια. Πρέπει να βγάλουν για να ζήσουν και να στείλουν και στο σπιτικό, όπου περιμένουν σαν τα χελιδονάκια, ένα τσουβάλι αλεύρι, ένα δεματάκι ρούχα, ένα ζευγάρι παπούτσια, που θα τα στείλει ο ξενιτεμένος ή θα πεταχτή μια φορά το χρόνο να τους ιδή και να φρεσκάρει το δεσμό με τον τόπο όπου είναι καρφωμένα νους, καρδιά και ψυχή από τότε που ένοιωσε τον εαυτό του.

Μα εδώ όμως θα ‘θελα να μιλήσω περισσότερο για τον ξενητεμένο σ’ αλαργινούς τόπους, που ο γυρισμός θα γίνει, αν σταθεί δυνατό να γίνει, ύστερα από πολλά χρόνια. Η λαϊκή μούσα βάνει στο στόμα του παιδιού που πήρε τη σκληρή απόφαση:

«Μάνα μου κι αδερφούλες μου στα μαύρα να ντυθείτε

βουλιώμαι να ξενητευθώ, στη ξενητιά να πάω

κι όσα βουνά και αν διαβώ, όλα τα παραγγέλω

-βουνά μου μη χιονίσετε, κάμποι μην παχνιστήτε

κι εσείς βρυσό-κρυόβρυσες να μην κρουσταλλιστήτε»

Ο Ρουμελιώτης υποφέρει στη σκέψη πως θ’ αποχωριστεί τους δικούς του:

«Πίνω-το μάνα το κρασί, πίνω-το να μεθύσω

Πίνω-το να ξενιτευτώ και πάλι να γυρίσω»

Της μάνας η ευχή συντροφεύει το γιό στο δρόμο του. Να ‘ναι καλά, να κάνη καλή προκοπή και να γυρίσει γρήγορα:

«Ώρα καλή σου γιόκα μου, λουλούδια ναν’ μπροστά σου

να φέρεις τ’ άσπρα στην ποδιά και τα φλουριά στην τσέπη»

Λιώνει με την αγωνία μήπως πεθάνει και δεν προλάβει να σφίξει στην αγκαλιά το ξενητεμένο της πουλάκι. Μ’ αν είναι και παντρεμένος, είναι και η καημένη η γυναίκα του που προσμένει με λαχτάρα το γυρισμό. Και το πικρό τραγούδι της είναι:

«Ξενητεμένο μου πουλί, ωραίο μου γεράκι

η ξενητιά σε χαίρεται κι εγώ πίνω φαρμάκι

σου στέλνω μήλο σέπεται, κυδώνι, μαραζώνει,

σου στέλνω το δακράκι μου, σ’ ένα χρυσό μαντίλι,

το δάκρυ είναι καυτερό και καίει το μαντίλι»

Όλο το χωριό πονάει κι’ υποφέρει για τα ξενητεμένα του παιδιά.

«Παν τα κορίτσια για νερό

βρίσκουν τον τόπο αδειανό,

κάθονται κλαιν’ και λένε

μα, τα παλληκάρια λένε

-Ανάθεμά σε Αμερική

πόχεις το χρήμα το πολύ

μας πήρες τα παιδάκια μας

τα λεβεντάκια μας

σε παμποράκια μπήκανε

στη Νεαόρκη βγήκανε»

(Τούτο δω βέβαια είναι σύγχρονο γιατί η ευρεία μετανάστευση στην Αμερική άρχισε στο έμπα του προηγούμενου αιώνα, μέχρι τότε είχαμε κυρίως στην Πόλη και στις παραδουνάβιες χώρες) Όση προκοπή όμως και να κάνει εκεί, όσα πλούτη και να φτιάξει δεν ειν’ ευχαριστημένος. Νοσταλγεί το γυρισμό και λέει:

«Τα έρημα τα ξένα ν’ ανάψουν να καούν

Με πήραν τον καημένο και με τυραννούν»

Ποτέ δεν είναι ενθουσιασμένος απ’ τα ξένα, ότι και να του προσφαίρουνν:

«τα ξένα παίνευέ τα και μην τα γκιζεράς…»

Τα χρήματα που στέλνει στάζουν ιδρώτα και αίμα. Τα δε γράμματα που λαβαίνει είναι ποτισμένα με δάκρυα και με παρακάλια να επιστρέψει:

«Ξένε πού ‘σαι στην ξενητιά,

κάνε νισάφι κι έλα πιά

η ξενητιά σε χαίρεται

κι εγώ πίνω φαρμάκι»

 

Έτσι διαβαίνουν μέρες πικρές, μήνες βασανισμένοι, χρόνια με θλίψη και μαρασμό. Πεθαίνουν οι γονείς, τα παιδιά μεγαλώνουν, οι μεγάλοι γερνάν. Όμως μια κι είναι στα ξένα με τον προορισμό να ξαναγυρίσει, παίρνει μια μέρα την ηρωική απόφαση, γιατί:

«ο ξένος και ο ποταμός τον τόπο του γυρεύει»

Ότι δεν μπορεί να το μεταφέρει, το πουλάει όσο κι όσο. Ψωνίζει ‘ότι πρέπει να προσκομίσει στους δικούς του, μαζεύει τις βαλίτσες, τα μπαούλα, βγαίνει και το εισιτήριο και τότε αρχίζει να πιστεύει πως θα γυρίσει. Απ’ αυτή τη στιγμή γι’ αυτόν αρχίζει μια καινούργια ζωή, η μάλλον αρχίζει να νοιώθει πως ζει:

«Τωρ’ είναι Μάης κι Άνοιξη, τωρ’ είναι καλοκαίρι,

τώρα ο ξένος βούλεται στο σπίτι του να πάει.

Νύχτα σελώνει τα’ άλογο, νύχτα το καβαλάει,

βάνει τα πέταλα χρυσά και τα καρφιά ‘σημένια»

Καταφθάνει χωρίς να προειδοποιήσει. Θέλει να τους ξαφνιάσει. Θέλει να διαπιστώσει με τα μάτια του αν η γυναίκα του του στάθηκε τίμια. Γι’ αυτό παρουσιάζεται σαν ξένος, μ’ αφού όμως δεν τον αναγνωρίζει η γυναίκα του δεν του ανοίγει. Αυτός επιμένει πως ειν’ ο άνδρας της κι αυτή ζητάει πειστήρια:

«Πες μου σημάδια του σπιτιού ν’ ανοίξω να μπεις μέσα»

Κι εκείνος απαντά:

«Χρυσή καντήλα κρέμεται στη μέση στον οντά σου»

Όμως πάλι δεν πείθεται:

«Ψέματα λες μαριόλου γιέ, κι η γειτονιά σου τάπε»

Τότε πλέον αναγκάζεται να προχωρήσει σε ότι δεν χωράει αμφισβήτηση:

«έχεις ελιά στο μάγουλο, κι ελιά στην αμασχάλη

Κι ανάμεσα στα δυο βυζιά τα’ αστρί με το φεγγάρι»

Αν τύχει και προλάβει ανύπαντρη την καλή του, έστω και στα φθινοπώρια της ζωής, τρέχει για να δείξει πως όπου έχει δώσει το λόγο του, βγαίνει και η ψυχή του:

«Ξεκινώ από τα ξένα

κι έρχομαι για σένα

με γέλασε μια χήρα

όλο φλωριά και λίρα

Εγώ φλωριά δε θέλω

γιατί είμαι ερωτευμένο

εκεί μακριά στα ξένα

δεν ξέχασα εσένα»

Μα τις περισσότερες φορές φέρνει πλούτη και κι αγαθά, φτιάχνει δίπατα και τρίπατα σπίτια στο χωριό του, όμως τα χρόνια έχουν περάσει, άσπρισαν τα μαλλιά, λύγισε το κορμί κι ο γάμος είναι πια περιττή διάβα της ζωής. Μπορεί να εξαντλήθηκε και η υπομονή της καλής του κι αναγκάστηκε να παντρευτεί ένα άλλον, που ‘χει δείξει κάποιο ενδιαφέρον από κείνα τα χρόνια:

«Βρίσκω τα χιόνια στα βουνά τις πάχνες μες στους κάμπους

Και τις βρύσες κρυόβρυσες κι αυτές κρουσταλλιασμένες»

Τερματίστηκε μια κατάρα, ή μάλλον ολοκληρώθηκε μια υποχρεωτική προσφορά στην Εργάνη Αθηνά. Ο Γολγοθάς της ξενητιάς ξεχνιέται με την ανάσταση της επιστροφής. Το φίλημα στο πατρικό χώμα είναι η πρώτη εκδήλωση στο γυρισμό. Όλοι δικοί και ξένοι μες το Ρουμελιώτικο χωριό καλωσορίζουν, σφίγγουν το χέρι. Ανοίγουν την αγκαλιά, δακρύζουν από χαρά. Πρώτα το γιόρτασμα της επιστροφής, κι ύστερα η χαρά για τα φερμένα αγαθά.

Είναι και μια μεγάλη κατηγορία ξενητεμένων που μένει για πάντα απόδημος, ζει με τη λαχτάρα του γυρισμού. Σβήνει ζωή και παραδίνει στη κρύα αγκαλιά της ξένης γης σώμα χωρίς ψυχή, γιατί αυτή ήταν δοσμένη μακριά στην ιερή γη που την πρωτοπάτησε, στη γλυκιά μάνα που θα τον προσμένει με λαχτάρα αιώνια, τη μάνα Ρούμελη.

Read Full Post »