Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ποίηση’ Category

Πως με τραβούν οι θύμησες στην ζωή την πρώτη μου,

στην ξανθή τη νιότη μου!

Και γυρίζω στο χωριό μου με το κεφαλάρι του

-πράσινο καμάρι του.


Στο γραμμένο δάσος του με τ’ αψηλά ελάτια του

και τα μονοπάτια του…

Τ’ όμορφο χωριό μου πόσο τώρα το λαχτάρησα

που επενηντάρισα…


Μέσα απ’ την ομίχλη του καιρού, που τόσος πέρασε

-πίκρες που με κέρασε-

τ’ άγουρα τα χρόνια μου τα βλέπω σαν φαντάσματα

τωρ’ απ’ τα χαλάσματα.


Έστησαν χορόν ονείρου γύρω και φωνάζουνε

-όλα πως αλλάζουνε!

Πως αλλάζουνε και φεύγουνε και στο τέλος χάνονται

όλα και ξεχάνονται.


Κι όμως το χωριό μου το γραμμένο δεν το ξέχασα

χρόνια και αν έχασα

τις νεροσυρμές, τις φτέρες και τα χαμοκέρασα.

Σαν κλωστή τα πέρασα


κάποτε και τάκαμα γιορντάνι και τα πέρασα

στο λαιμό της… Κέρασα

την καρδιά μου. Και στην μνήμη της απόψε ρίγησα

που την είχα Ρήγισσα.


Και γυρίζω απόψε στα ξανθά τα καλοκαίρια μας,

στα παλιά λημέρια μας.

Κάθε μέρα προς το Κεφαλάρι ανηφορίζαμε

και το σεργιανίζαμε


έλατο προς έλατο, λες κι όλα τα γνωρίζαμε.

Στις χοντρές σκαλίζαμε

τις φλούδες ημερομηνίες και ονόματα.

Κι ώ τι ξεφαντώματα!


Με τραγούδια και φωνές και τρελοπαιγνιδίσματα…

Από τα σκαλίσματα

δεν θ’ απόμεινε σημάδι. Τα κρατώ στη θύμηση

με γλυκιά συγκίνηση.


Κι ο απόηχος μακρυάθε φτάνει σαν ψιθύρισμα…

Πλάνο πισογύρισμα…

Φύγαν οι καιροί κι η φυλλοροή του Φθινοπώρου

μ’ έπιασε με βήμ’ αργό, κουρασμένου πεζοπόρου.

Χαράλαμπος Σιλέλας

1954

Advertisements

Read Full Post »

g1

» Συχνά μέσ’ στο ηλιοστάλαμα και μέσ’ στο μεσημέρι,

κι όταν κοιμούνται τα νερά και βγαίνουν οι Νεράιδες

και συγκρατιούνται σε χορούς, τέτοια τραγούδια λέγουν.


Όταν ισκιώνουν τα ζερβά και πέφτουν τα λιοπύρια,

και ροβολούν βελάζοντας στες μάντρες τα κοπάδια,

σουρίζοντάς τα ο νιος βοσκός τέτοια τραγούδια λέγει.


Τ’ απόσπερνο κι αποβραδύς, που βασιλεύει ο ήλιος,

και με τα δυο καματερά γυρνάει ο ζευγολάτης

απ’ τ΄ όργωμά του στο χωριό, τέτοια τραγούδια λέγει.


Ο αγωγιάτης, στες ερμιές, στα δάση που διαβαίνει,

στον σάλαγον, όπου χτυπά τα φορτωμένα ζα του,

για να περνάη το μάκρεμα, τέτοια τραγούδια λέγει.


Όταν το γλυκοχάραγμα στα κορφοβούνια φέγγει,

που στα χρυσά τα ονείρατα ξυπνά η χωριατοπούλα

και πάει στη βρύση για νερό, τέτοια τραγούδια λέγει.


Τα καλοκαίρια τα ξανθά, που οι ξενοδουλευτάδες

θερίζουν άυπνοι ολονυχτίς τα καρπερά χωράφια

με το φεγγάρι το λαμπρό, τέτοια τραγούδια λέγουν.


Τες χειμωνιάτικες βραδιές, που στα βουνά χιονίζει,

γύρ’ απ’ την πύρα του σπιτιού συνάζονται οι κοπέλλες

και πλένοντας ξόμπλια ωριόπλουμα, τέτοια ταγούδια λέγουν.


Άγουρος του χωριού κι εγώ, παιδί κι εγώ της στάνης,

όσες βολές κάμπους, βουνά, στάνες, χωριά διαβαίνω

κι οργώματα και ποταμιές, τέτοια τραγούδια λέγω.»


Κώστας Κρυστάλλης.

( η εισαγωγή του στο «Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης», 1892)
g2

Υ.Γ.

Μένει να ελέγξω την γραφή «πλένοντας ξόμπλια ωριόπλουμα». Η φιλολογική διαστροφή μου με προσανατολίζει σε λάθος τυπογραφικό αντί του «πλέκοντας ξόμπλια ωριόπλουμα». Και σε άλλα σημεία της εκδόσεως («Ζήτρος») έχω εντοπίσει ανάλογα (κι απαράδεκτα) λάθη. Τες χειμωνιάτικες βραδιές, γύρ’ απ’ την πύρα του σπιτιού, δεν πλένονται τα ξόμπλια.
Ας το πιούμε, όμως, το γιοματάρικο χωρίς να μας το χαλάσει η λαθοθηρία.

N. K

Read Full Post »

Ανηφορίζω αχάραγα της Ντριστοβάς τη ράχη:


Ζερβά έχω τη Σαράνταινα, δεξιά μου τα Βαρδούσια,

Γρικάω κοπάδια ολόγυρα να σαλαγούν οι βλάχοι

σ’ αμάλαγο ανθολίβαδο, σε λαγκαδιά νερούσια.


Βλαχούλα βλέπω να ‘ρχεται τα ρόδα και τα κρίνα,

στον ουρανό ανθοκλώναρο, στη γης καταβολάδα!

-Πουθ’ έρχεσαι; -Απ’ την Άμπλιανη, -Που πας; -Στην Αρτοτίνα

-Πέρασε, ατόφια Ρούμελη! Πέρασε, ακέρια Ελλάδα!


Τρίκορφο δώσ’ μου τα κλειδιά να μπώ στο Παλιοξάρι!

Γκιώνα, κατέβα κι άνοιξε να ‘ρθω στο Λιδωρίκι!

Βαρδούσια μου, λαχάνιασα, μον’ κάντε μου τη χάρη

Στα Μετερίζια βγάλτε με κι απέκει στο Γαρδίκι!


Ορέ βουνά, κι ορέ γκρεμοί, κι ορέ παρθένα δάση!

Αν κόβωνται τα γόνατα, κι αν πνίγεται τ’ αστήθι,

βγήκες ψηλά σε διάσελα και πήρες μίαν ανάσα;

Σαν το Χριστό φτερώνεσαι την ώρα που αναστηθεί!


Πατέρα σ’ είχα, δεν μπορώ να σ’ αναθεματίσω…

Όμως τι σου ‘ρθε, Γέρο μου, και μ’ έστειλες στη χώρα,

τάχα να μάθω γράμματα καλύτερα να ζήσω;

Αναθυμιούμαι πούκλαιγα του μισεμού την ώρα…


Και τώρα σ’ ώρα γυρισμού, θέλω να κλάψω πάλι,

να ξαλαφρώσω την καρδιά και σχώριο να γυρέψω,

γιατί δεν έχω άλλη χαρά, παρηγοριά μου κι άλλη,

παρά, όπως ήμουνα παιδί, να ξαναχωριατέψω!


Δε μας σηκώνουν τα βουνά, δε μας κρατάν οι ράχες,

Φόρεσαν τις κατσούλες τους κι αστραφτομπουμπουνίζουν!…

Κατατρεγμένες που είμαστε κ’ εμείς οι δόλιες βλάχες,

όπου αγαπούμε τα βουνά κι αυτά μας ξετοπίζουν!


Φορτώσου, βλάχα μ’, το παιδί, ζαλώσου το μπισίκι

και γνέθοντας τη ρόκα σου τραγουδιστά ροβόλα,

όσο να φτάσεις σε ψαθί, να φτάσεις σ΄ αρμυρίκι.

να βρεις τ’ αχεροκάλυβα θεμελιωμένα κιόλα!

Γ. Αθάνας (Γ.Αθανασιάδης-Νόβας)

Οκτώβριος 1955

Read Full Post »