Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ληστείες & Εγκλήματα’ Category

KOUTS-1Χαραλαμπου Σιλέλα

«ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» 1981, τευχ. 20, σελ. 9

Ο Πανάγος Φλώ.. όταν ήταν νεώτερος, είχε πάει στο Νορίτικο να κόψει έναν έλατο. Από απροσεξία του πέφτοντας ο έλατος του έσπασε το κόκκαλο του δεξιού μηρού του. Το κόκκαλο στραβόπιασε και κόντυνε, κι ο Πανάγος Φλώ.. έμεινε κουτσός. Οι χωριανοί μας, με τη γνωστή ευκολία του κόλλησαν το παρατσούκλι «Κουτσοπαναγής». Του ‘ρθε κουτί. Το συνήθισε κι αυτός, κι έτσι δεν του κακοφαίνονταν αν όλοι τον φωνάζανε «Κουτσοπαναγή».

Το χωριό μας, ακόμα και τα περίχωρα, συγκλονίστηκαν από ένα άγριο έγκλημα. Ανάμεσα στα Τρία Δέντρα και στους Αγίους Θεοδώρους μια μέρα γιόμα, βρέθηκε αιμόφυρτη και ψυχορραγούσε η όμορφη καστανή κοπέλα Σταυρούλα Καπούλα 18 χρονών το 1890 (1). Περαστικοί χωριανοί, που την αντελήφθησαν, μαζί με τον Ραφτοτάσο την μετέφεραν. Αυτός την ρώτησε ποιος το έκανε, κι αυτή πρόφτασε να του ψιθυρίσει: «ο Κουτσοπαναγής, ο Κουτσοπαναγής». Προσπάθησαν να της αποσπάσουν και καμιά άλλη κουβέντα, γιατί το ‘καμε αυτό ο Κουτσοπαναγής, μα δεν μπόρεσαν γιατί σε λίγο η Σταυρούλα ξεψύχησε.

Αναστατωμένοι από το περιστατικό αυτό και γεμάτοι απορία γιά πιο λόγο ο Κουτσοπαναγής σκότωσε το κορίτσι της αδερφής του, έτρεξαν στο χωριό να φέρουν την θλιβερή είδηση. Το είπαν στους γειτόνους, οι οποίοι στην αρχή δυσκολεύονταν να το ανακοινώσουν στο σπίτι της. Όταν το είπαν αναστατώθηκε το χωριό από τις φωνές. Αμέσως έξι χωριανοί, μ’ ένα πρόχειρο φορείο, πήγαν στο τόπο του εγκλήματος και μετέφεραν τη νεκρή στο σπίτι της. Όταν έφτασαν, ο κοπετός και ο θρήνος των οικείων της και των γειτόνων, ανακατεμένος με τις πένθιμες κωδωνοκρουσίες του Αγίου Αθανασίου, έδιναν ένα ακρόαμα κι ένα θέαμα αρχαίας τραγωδίας. Από στόμα σε στόμα, το κακό μαθεύτηκε ως την άλλη άκρη του χωριού. Μόνον οι λεπτομέρειες του εγκλήματος ήταν στην αρχή μπερδεμένες. Όταν έφεραν τη νεκρή στο σπίτι, οι γειτόνισσες έπλυναν το σώμα της από τα αίματα, και τότε με έκπληξη είδαν ολοφάνερα τα σημάδια του βιασμού του κοριτσιού, κι έτσι μπόρεσαν να δώσουν μια εξήγηση της αιτίας του εγκλήματος. Την εσαβάνωσαν, κι έπλυναν κατά τη συνήθεια με κρασί τα πόδια της. Τη στόλισαν φορώντας της, γιορτινά φουστάνια, και της χτένισαν τα καστανά μαλλιά της. Ύστερα τη γύρισαν έτσι, που το πρόσωπο να βλέπει κατά την ανατολή, και περίμεναν να φέρει ο μαραγκός την κάσα-τελευταία κλίνη της-για να την αποθέσουν εκεί και να συμπληρώσουν το στόλισμά της. Εν τω μεταξύ ο οδυρμός και ο θρήνος εξακολουθούσε ασταμάτητα και η νεκροκαμπάνα χτυπούσε.

Έφτασε σε καμιά ώρα και το φέρετρο. Παραμέρισαν τη μάνα και με προσοχή τοποθέτησαν μέσα τη νεκρή. Ένα φέρετρο από ελάτινα σανίδια, λίγο μεγαλύτερο από το ανάστημα της Σταυρούλας, ντυμένο με μωβ ύφασμα. Της εσταύρωσαν τα χέρια, και μπρος στο στήθος της ετοποθέτησαν μια εικόνα της Παναγίας με το μικρό Χριστό. Ένα μικρό προσκέφαλο ανασήκωνε λίγο το κεφάλι με χυμένα μαλλιά. Έτσι λυσίκομη και χλωμή η Σταυρούλα φαινόντανε σαν βαθειά κοιμισμένη. Στο κεφάλι της, έκαιγε μια λαμπάδα μεγάλη. Περνούσαν ένας-ένας οι χωριανοί, έκαναν πρώτα το σταυρό τους κι ύστερα φιλούσαν την εικόνα. Προχωρούσαν και ασπάζονταν το μέτωπο της νεκρής, κι ύστερα με τη σειρά συλλυπούνταν τους σπιτικούς. Οι γυναίκες καταριόνταν και οι άντρες ύβριζαν με οργή το φονιά και βιαστή.

Κατά το απόγευμα έφτασε από τη Σπερχειάδα ένοπλη η Αστυνομία με επικεφαλής ενωμοτάρχη (2). Ο ενωμοτάρχης εζήτησε πρώτα τους δύο αυτόπτες του θύματος και μαζί με τους άλλους δυο χωροφύλακες τράβηξαν για τον τόπο του εγκλήματος. Εκεί έκαμε αυτοψία και ρώτησε διάφορα πράγματα. Πως αντελήφθησαν το θύμα. Τι τους είπε πριν πεθάνει και πολλά άλλα. Ύστερα γύρισαν στο χωριό και εκεί άρχισαν την προανάκριση. Πήρε πρώτα την κατάθεση των δυο μαρτύρων που βρήκαν το θύμα. Ύστερα εξέτασε τους οικείους του θύματος, τους συγγενείς του δράστη, του Κουτσοπαναγή, και πολλούς άλλους. Όσες ώρες ο ενωμοτάρχης εξήταζε, οι χωροφύλακες είχαν σκορπιστεί στο χωριό και στα σπίτια σε αναζήτηση του δράστη. Το βράδυ μοιραστήκανε σε καταλύματα και ορίστηκαν σκοπιές.

Ξενύχτησαν τη νεκρή οι KOUTS-2συγγενείς και φίλοι χωριανοί. Τώρα το φέρετρο ήταν γεμάτο λουλούδια ανθισμένης κερασιάς, μηλιάς και το χλωμό προσωπάκι της μέσα στον αδύνατο φωτισμό των κεριών και των λαδοκάντηλων, η μάνα είχε βραχνιάσει από το κλάμα και τις φωνές, και κάθε τόσο λιποθυμούσε. Όταν ξημέρωσε, γειτονοπούλες, φιλενάδες της Σταυρούλας, ανέβηκαν στο βουνό κι έκοψαν πολλά ίτσια κίτρινα, τα βαρύοσμα δάκρυα της Παναγίας και μ’ αυτά συμπλήρωσαν το στόλισμα της νεκρής και χύθηκε σ’ όλο το σπίτι η ωραία και βαριά μυρωδιά τους.

Η κηδεία δεν θα γίνονταν πριν από το μεσημέρι γιατί θα έρχονταν από τη Λαμία, ο ίδιος ο Εισαγγελέας με τον Ιατροδικαστή. Ο ενωμοτάρχης με έναν χωροφύλακα πήγε προς προϋπάντησή των και τους περίμενε στους Αγίους Θεοδώρους, κι όταν έφτασαν, τους οδήγησαν στο μέρος που βρέθηκε το θύμα. Εκεί ο Εισαγγελέας με τον ιατροδικαστή πρόσεξαν το λίγο αίμα που είχε χυθεί και κατόπτευσαν  όλο το μέρος και τη πιθανή διαφυγή του δράστη.

Το μεσημέρι φτασαν κι αυτοί στο χωριό. Ο Εισαγγελέας έριξε μια ματιά στη δικογραφία που είχε σχηματίσει ο ενωμοτάρχης με τις καταθέσεις των μαρτύρων, του έκαμε ορισμένες υποδείξεις και κάλεσε τους δυο αυτόπτες μάρτυρες, τους έκαμε μερικές ερωτήσεις και ύστερα κάλεσε τον αδελφό της Σταυρούλας, το Κώστα Καπούλα, και τον ρώτησε πολλά για τις σχέσεις της οικογένειάς του με το θείο του Κουτσοπαναγή. Αν είχαν προηγούμενες αφορμές. Τι άνθρωπος ήταν. αν είχε πάει σε δικαστήριο άλλη φορά ο Κουτσοπαναγής. Πως βρέθηκε εκεί, στον τόπο του εγκλήματος η αδελφή του και άλλα πολλά.

Η κηδεία ορίστηκε για τις τρείς το απόγευμα. Η νεκροκαμπάνα εσήμαινε κατά διαστήματα. Ο κόσμος μελαγχολικός άρχισε να συγκεντρώνεται στο σπίτι της νεκρής. Η ώρα πλησίαζε. Άρχισν και τα μοιρολόγια που σπάραζαν καρδιές:

-«Κόρη μου, συ που κίνησες να πας στο κάτω κόσμο, αφήνεις τη μανούλα σου πικρά φαρμακωμένη…»

Έφτασε κι ο παπά-Γιώργης ο Πρωτόπαπας με τα εξαπτέρυγα. Όξω από το σπίτι φόρεσε το πετραχήλι του και μπήκε. Είπε μια σύντομη προσευχή και βγήκε. Τότε σήκωσαν το φέρετρο και σείστηκε το σπίτι από τις γοερές κραυγές. Η νεκροπομπή ξεκίνησε και κατέβαινε προς τον Αι Θανάση με νεκρώσιμες ψαλμωδίες του ψάλτη και του παπα-Γιώργη. Ένα κρύο βοριαδάκι έφτανε από τον ελατιά και σκορπούσε τα πανάλαφρα ανθάκια από τις μηλιές. Σε λίγο η πομπή έφταε στην εκκλησία και κατεβαίνοντας τα 7-8 σκαλοπάτια μπήκαν μέσα (3). Αμέσως άρχισε η νεκρώσιμος ακολουθία. Προς τέλος της, όταν ο παπά-Γιώργης είπε:

-«Δεύτε συγγενείς και φίλοι δώμεν τη θανούση τελευταίον ασπασμόν…». Η εκκλησία δονήθηκε από γοερές κραυγές.

Αφού όλοι αποχαιρέτησαν τη νεκρή, η αστυνομία έδιωξε όλους, εκτός από τρις-τέσσερες για τη νεκροψία. Άλλοι χωριανοί έφυγαν για τα σπίτια τους ή τα μαγαζιά, και πολλοί περίμεναν έξω από την εκκλησία. Ύστερα από μια ώρα περίπου ο ιατροδικαστής τελείωσε την ιατροδικαστική του έκθεση. Για το βιασμό. Για το βάθος των τραυμάτων. Για τη φορά των πληγμάτων «…και εξ ων πληγμάτων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθεν ο θάνατος…», όπως ξέρουν να τα λένε και να τα γράφουν αυτοί. Ξανατοποθέτησαν το πτώμα στο φέρετρο και τράβηξαν δίπλα στις κρανιές (4). Εκεί στο σκαμμένο λάκκο, έθαψαν τη Σταυρούλα, με το πρόσωπο αγνάντια προς τους Αγίους Θεοδώρους, στον τόπο του μαρτυρίου της. Εκείνη τη στιγμή ο ήλιος βασίλευε πίσω από το Κεφαλάρι. Τ’ απόσκια ανέβαιναν στις Πλαγιές. Οι ίσκιοι των δέντρων και των σπιτιών μάκραιναν, και σε μια στιγμή ένας δυνατός αέρας ανέμισε σαν σύννεφο τα λουλούδια απ’ τ’ ανθισμένα δέντρα.

Ο αδελφός της Σταυρούλας, Κώστας Καπούλας ορκίστηκε εκδίκηση γιά την τιμή και τον θάνατο της αδελφής του. Από την επομένη ημέρα της κηδείας με το όπλο του, έστηνε καρτέρι πότε στους Αγίους Θεοδώρους, πότε στη Γουρίτσιανη, πότε στα Ζερέλια. Τελευταία πήγε στη Λουτζικού. Ύστερα σταμάτησε να ψάχνει. Φαίνεται ο φονιάς θα τράβηξε για τη Θεσσαλία. Δεν αποκλείεται να πέρασε και στο «Τουρκικό» μιας και δεν χρειάζονταν διαβατήριο. Η χωροφυλακή συνέχισε τις έρευνες για την ανακάλυψη του δράστη. Κάθε τόσο έφτανε στο χωριό, κι ενοχλούσε τους συγγενείς του Κουτσοπαναγή. Οι ανακρίσεις συνεχίστηκαν στο Αγά και στη Λαμία. Κάποτε στη Φτέρη δύο χωροφύλακες του αποσπάσματος πιάσανε έναν κραββαρίτη, που κούτσαινε. Τον πήραν γιά τον καταζητούμενο Παναγή Φλώ.. και τον έσυραν στη Σπερχειάδα. Εκεί είδε κι έπαθε ο φουκαράς ζητιάνος ν’ αποδείξει την αθωότητά του, με ισχυρό ατού ότι αυτός κούτσαινε από το αριστερό πόδι κι είχε το τραύμα κάτω απ’ το γόνα κι έτσι δεν συμφωνούσε με τη περιγραφή του Κουτσοπαναγή. Ύστερα από κάμποσους μήνες έγινε και η δίκη στο Κακουργιοδικείο Χαλκίδας.

Ο Παναγιώτης Φλώ.. ή Κουτσοπαναγής δικάστηκε σε θάνατο ερήμην, ως αγνώστου διαμονής όπως λένε οι νομικοί. Τα χρόνια πέρασαν. Η Σταυρούλα Καπούλα ξεχάστηκε. Η μάνα της έφυγε με το μαράζι, κι ο αδελφός της Κώστας γέρασε. Θα είχαν περάσει πάνω από 25 χρόνια από το έγκλημα, κι ο γέρος πια Κώστας Καπούλας αρρώστησε. Τότε αισθάνθηκε την ανάγκη ν’ αποκαλύψει το μεγάλο μυστικό του, που χρόνια το φύλαξε κρυφό. Στους συγγενείς του είπε:

– Τον Κουτσοπαναγή τον σκότωσα εγώ, την τετάρτη ημέρα από την κηδεία της Σταυρούλας, στη Λουτζικού, πάνω από τα Κανάλια, και τον παράχωσα κάτω από τα δύο ελατάκια.

Τους περιέγραψε με λεπτομέρεια τον τόπο της ταφής. Το πράγμα κοινοποιήθηκε στο χωριό. Οι παλιοί ξαναθυμήθηκαν ύστερα από τόσο χρόνια το μεγάλο έγκλημα. Οι νέοι ούτε το ξέρανε καθόλου, ή αν το είχαν κάποτε ακούσει, το είχανε ξεχάσει. Πολλοί δυσκολεύτηκαν να πιστέψουν την ομολογία αυτή. Τρείς συγγενείς του Κώστα Καπούλα κι ο γιός του, μικρός ακόμα από περιέργεια πήγαν στο μέρος που τους υπέδειξε που είχε θαμμένο τον Κουτσοπαναγή. Πραγματικά βρήκαν το μέρος και λίγο μόλις έσκαψαν βρήκαν το σκελετό με το στραβοπιασμένο κόκκαλο του δεξιού του ποδιού. Ήταν ο Κουτσοπαναγής. «Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουκ υπάρχει μετά θάνατον» ψέλλισε ένας απ’ αυτούς, που ήταν και ψάλτης. Γύρισαν στο χωριό μελαγχολικοί και λιγομίλητοι. Έτσι χάθηκε η όμορφη Σταυρούλα Καπούλα. Έτσι πλήρωσε ο Κουτσοπαναγής το έγκλημά του, και ξεχρεωμένος από το χρέος της εκδίκησης της τιμής και του θανάτου της αδερφής του, έφυγε ο Κώστας Καπούλας.

Όλα ξεχάστηκαν. Θα ξεχαστούμε κι εμείς. Η μνήμη μας θα ζήσει τόσο, όσο θα στέκονται όρθιοι οι ξύλινοι ή οι μαρμάρινοι ανάλογα σταυροί και θα διαβάζονται πάνω τους τα ονόματα μας. Γι αυτό χρέος όλων των Γαρδικιωτών είναι να φυλάσσουν σαν κειμήλια, για να μείνουν σαν μνημείο τα «Γαρδικιώτικα Χρονικά», τα οποία αναφέρονται στην ιστορία του χωριού μας. Ξυπνούν τις μνήμες και συντηρούν την παράδοση.

————————————————————————

(Από αφήγηση της μάνας μου και του αδερφού μου. Χ.Σ.)

 1. Από άλλες πηγές το γεγονός αναφέρεται ότι συνέβη το 1895

2. Αν και στο Γαρδίκι υπήρχε σταθμός χωροφυλακής, συνηθίζονταν σε εγκλήματα να αποστέλλονται από τις μεγάλες πόλεις, πρόσθετη δύναμη για βοήθεια.

3. Στο κείμενο μιλάει για την παλιά εκκλησία. Τότε ο Αι Θανάσης ήταν μικρότερος και κατέβαινες μερικά σκαλοπάτια για να μπεις μέσα.

4. Την εποχή εκείνη νεκροταφείο ήταν στην βορεινή πλευρά του Αγίου Αθανασίου.

Advertisements

Read Full Post »

του Δ. Γαρδίκη

«ΓΑΡΔΙΚΙ ΟΜΙΛΑΙΩΝ» περ. «Φθιώτις», 1960, τ.17, σελ.280

.

Μέσα σ’ αυτό το δάσος, στο Κεφαλάρι του χωριού, λημέριασαν οι λησταί και έκαμαν την αιχμαλωσία του σχολείου, που ήταν στη κορυφή του χωριού, στον κεντρικό μαχαλά, εκεί κοντά στο δάσος του «Κεφαλαριού»!

Ήταν Μάρτιος του 1872. Μια ημέρα ηλιόλουστος, χαρά Θεού, που οι χωριανοί, ως εκ συνθήματος, πήγαν όλοι πέρα στα αμπέλια, να κλαδέψουν.

Ο Δάσκαλος του χωριού στο Σχολείο, χτύπησε το σήμαντρο, προσκαλώντας τους μαθητάς. Ήταν η ώρα εννέα πρωινή και ο Δάσκαλος στην αίθουσα άρχιζε το μάθημα, με την πρωινή προσευχή. Αυτή τη στιγμή μπήκαν μέσα οι λησταί, αρματωμένοι, λεροφορεμένοι, γενιασμένοι και βλοσυροί.

Κοκάλωσαν Δάσκαλος και παιδιά, όπως στέκονταν όρθιοι στην προσευχή τους!

Διέταξαν τον δάσκαλο, να πάρει το μαθητολόγιο και να βγεί έξω κοντά του δε να ακολουθήσουν τα μαθητούδια ανά δύο, κρατημένα με τα χεράκια τους και να σχηματίσουν, στο προαύλιο του Σχολείου την φάλαγγα πορείας ως είς μαθητικήν εκδρομήν, περίπατον!… Καμιά άλλη κουβέντα.

Και ξεκίνησε η μακάβρια αυτή πομπή με το Δάσκαλο μπροστά, σαν κανάρα, ακολουθούμενον από τα 40 περίπου μαθητούδια του, με την φουντωτή μαρούδα (σάκα) περασμένη χιαστή στον ώμο γεμάτη… γράμματα και κρατημένα ανά δύο από τα χεράκια τους, σαν τα αρνάκια που τα οδηγεί ο χασάπης προς σφαγήν, πλαισιωμένα από 10 ληστές επικεφαλής και 10 πίσω ουραγούς.

Πήρε διεύθυνση, σαν νεκρική πομπή, στο δρόμο, που στις άκρες του δάσους και την κορυφή του χωριού τραβάει ίσια προς την έξοδον.

Κανένας δεν πήρε είδηση το βουβό εκείνο δράμα που παιζόταν στο χωριό αθόρυβα, ήσυχα-ήσυχα. Ούτε σκυλί δεν γαύγισε, ούτε γάτα νιαούρισε. Και αν κανείς εκεί κοντά τους είδε διαβαίνοντας εκείνη την ώρα, σαούριασε, χώθηκε στα ρούχα του, γιά να μην τον ιδούν και του ρίξουν καμία τουφεκιά και τον σκοτώσουν, μη γίνει προδότης τους.

Οι χωριανοί όπως είπαμε ήταν στα αμπέλια, στο κλάδεμα, προσπαθούντες να τελειώσουν, αν μπορούσαν την ημέρα εκείνη την καλή του Μαρτιού, γιατί δεν ήξευραν, αν και η άλλη ημέρα θα ήταν η ίδια. Οι μανάδες που ήταν στο σπίτι, χάρις στην καλήν ημέραν, για στέγνωμα των ρούχων, ρίχτηκαν στο πλύσιμο και άλλες ζύμωναν ψωμί, πλάθοντας καμιά κουλουρίτσα, γιά τα παιδάκια τους, που θα γύριζαν από το Σχολείο.

Ένας μόνον χωριανός, ένας κοντούλης, που είχε το σπίτι του, πιό κάτω από το Σχολείο και διατηρούσε και μαγαζί, κάνοντας κάποτε και τον χασάπη, Παντελή τον έλεγαν, αντελήφθη τα συμβαίνοντα τργικά γεγονότα τα αναπάντεχα στο χωριό. Έτρεξε ο κακομοίρης προς την εκκλησίαν του μαχαλά «Αγιος Αθανάσιος» που ήταν πιο κοντά προς τα αμπέλια. Άρπαξε το σκοινί της καμπάνας, που ήταν κρεμασμένη ψηλά στο δένδρο, εμπρός στο χοροστάσι της Εκκλησίας και με όλη τη δύναμή του άρχισε τις κωδωνοκρουσίες, γιά κίνδυνο, να πάρουν είδηση οι χωριανοί στα αμπέλια και να τρέξουν εις βοήθειαν. Και με τίνα βοηθήσουν; με τα κλαδευτήρια!

Αλλά κατ’ ατυχή σύμπτωσιν, τον αντίκρισαν τον Παντελή τον κωδωνοκρούστη, οι λησταί επάνω από το δρόμο, έστειλαν ένα πιο κάτω, του  έρριξε μιά τουφεκιά και τον κουτσοπόδιασε. Έμεινε κουτσός ο Παντελής σ’ όλη του τη ζωή και το Κράτος αργότερα ανεγνώρισε τη θυσία του και του έδωσε κάποια συνταξούλα, να την παίρνει όσο ζει.

Προχώρησαν στο δρόμο τους οι λησταί, με τα θύματά των ανενόχλητοι και μετά δίωρον έφθασαν στον λόφο «Αγιοι Θεόδωροι» που ήταν μπροστά στο Γαρδίκι. Εκεί σταμάτησαν. Έβαλαν τα παιδάκια να καθήσουν αποσταμένα από τον δρόμο και τον Δάσκαλο να φωνάζει ένα-ένα τα ονόματά τους από το μαθητολόγιο. Και ο Δάσκαλος με έναν ληστή που ήξευρε πρόσωπα και πράγματα στο Γαρδίκι, γιατί Γαρδικιώτης ήταν, Μπερστιάνο τον έλεγαν, σαν εμπειρογνώμονες έδιδαν πληροφορίες, για την οικονομική αντοχή του καθενός, πόσα μπορούσε να δώσει, για ξαγορά του παιδιού του. Γιατί και οι ληστές τηρούσαν κάποιο μέτρο κρίσεως, στο ζήτημα των λύτρων για τους αιχμαλώτους. Έκαμαν την επιλογή. Κράτησαν δώδεκα παιδιά των πιο νοικοκυραίων του χωριού για ξαγορά και δύο παιδιά από την οικογένεια Γαρδίκη γιά εκτέλεση!!

Τώκαμαν αυτό, να εκδικηθούν την οικογένειαν των Γαρδικαίων, οι οποίοι ήσαν οι πιό ευκατάστατοι, και τα κεφάλια, η ηγεσία του χωριού, διότι κατεδίωκαν τους ληστάς εν συνεργασία με τα στρατιωτικά αποσπάσματα, ως οδηγοί και εφοδηγοί. Έγραψαν τον κατάλογο των 12 παιδιών που κράτησαν γιά ξαγορά με το χρηματικόν ποσόν, που έπρεπε να φέρει ο κάθε πατέρας των, εις χρυσόν πάντως και ένα γράμμα προς τους Γαρδικώτες, που έλεγε:

«Τα παιδιά σας Γαρδικιώτες τα ’χουμε στα χέρια μας. Όσα γράφουμε στον κατάλογο, στον καθένα, γιά την ξαγορά, θα τα φέρετε σωστά και σε χρυσό, χωρίς να πάρει κανένας χαμπάρι. Προσέξτε! άμα αυτά που σας γράφουμε, δεν τα κάμετε, όπως σας λέμε, μέσα σε 48 ώρες προθεσμία, που σας δίνουμε, θα σας στείλουμε τα κεφάλια των παιδιών σας να τα κάμετε πατσιά!»

Έδωσαν στον Δάσκαλο το γράμμα ανοιχτό με τον κατάλογο, ξεχώρισαν και τα 14 παιδιά, που ήταν γιά ξαγορά και εκτέλεση και τα κράτησαν και όλα τα άλλα τα έδωσαν στο Δάσκαλο, να τα συνοδεύσει και να τα παραδώσει στα σπίτια τους τα φτωχόπαιδα.

Οι δυστυχείς γονείς, σαν πήραν τα μαντάτα από τον Δάσκαλο, έτρεξαν όπως μπορούσε ο καθένας, να οικονομήσει το ποσόν της εξαγοράς του παιδιού του και μερικοί πετάχτηκαν στην Σπερχειάδα και στη Λαμία στην Τράπεζα, να συμποσώσουν όσα τους έλειπαν. Για το ποσόν της εξαγοράς, κατά την οριστικήν κρίσιν των ληστών και κατά τεκμήριον εκυμαίνετο από 500-1000 δραχ. ανάλογα με την οικονομική αντοχή εκάστου. Τα μάζεψαν τα χρήματα, όπως μπορούσαν και την άλλη ημέρα το βράδυ, εμπροθέσμως παρέδωσαν την εξαγορά στους ληστάς, όπως αυτοί όριζαν και ελευθέρωσαν τα παιδιά τους από την αιχμαλωσίαν.

Από ένα μόνον παιδί έλειπαν 100 δραχ. Μπακογεώργο τον έλεγαν. Οι λησταί γιά να μή παραβούν τον ληστρικό τους Νόμο! Του έκοψαν σύρριζα το ένα αυτί και το άφησαν ελεύθερο και εκείνο. Αυτό το παιδί έζησε, μεγάλωσε πήγε στο Στρατό, πανδρεύθηκε στην Καρδίτσα και έγινε και αξιωματικός Διοικητής μεταβατικών αποσπασμάτων προς καταδιώξιν της ληστείας, με το παρατσούκλι «Κουτσαύτης». Φόβος και τρόμος των ληστών της εποχής του.

Τα δύο παιδάκια που ηχμαλώτησαν για εκδίκηση της οικογενείας των γαρδικαίων, τα πήραν το ίδιο βράδυ μετά την εξαγοράν και τα πήγαν κοντά στη μεθόριο γραμμή, στα Τουρκικά σύνορα, εις θέσιν Λάπατο, επί της αρχής της οροσειράς της Οθρυος υπό τον Τυμφρηστόν και τα εξετέλεσαν, υπό τραγικάς συνθήκας! Και ποιοί ήσαν αυτοί οι λησταί, οι απαίσιοι, αιμοβόροι και άκαρδοι, που είχαν πάθει τόση πόρωσι συνειδήσεως, ώστε να εκδικηθούν τα αθώα πλάσματα; Αρβανιτάκηδες τους έλεγαν. Ήταν υπολείμματα της μεγάλης ληστοσυμμορίας του Ντάκου Αρβανιτάκη, που εξοντώθει στο Δήλεσι, ύστερα από την αιχμαλωσία και εκτέλεση των Άγγλων περιηγητών.

Ανασχηματίστηκε ύστερα από καιρό, με πρόσληψη και άλλων ληστοφυγόδικων μεμονωμένων και αποτέλεσαν 20μελή συμμορίαν, που τόσον τραγικά ελήστευσε και εξεδικήθη το Γαρδίκι.

Μέσα σ’ αυτή τη συμμορία, ήταν και ένας Γαρδικιώτης ληστοφυγόδικος, ο Μπερστιάνος. Αυτός ήταν ο τσασίτης, ο πιλότος και εισηγητής εις όλην αυτήν την εγκληματικήν δράσιν των ληστών.

—————

Η φωτογραφία στο επάνω μέρος είναι από τη σύλληψη των Αρβανιτάκηδων. Η δεύτερη εικόνα  είναι σχέδιο της εποχής με το ίδιο θέμα.

Read Full Post »