Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Λαογραφία’ Category

tseligas-1

του Μάρκου Γκιόλια

Παράλληλα προς το οικογενειακό συμβούλιο και τις εξουσίες του, στο πατριαρχικό τσελιγκάτο λειτουργεί και δεύτερο σημαντικό όργανο. Είναι ο τσέλιγκας, που στην κατά τόπους ελληνική παράδοση καταγράφεται ως αρχηγός της κτηνοτροφικής πατριάς (1). Είναι η ηγετική προσωπικότητα της στάνης, ο άνθρωπος από τον οποίον εξαρτάται η καλή φήμη του τσελιγκάτου, γιατί και αυτή παίζει ρόλο στην οικονομική φερεγγυότητα του θεσμού προς τα έξω. Ό,τι είναι το  οικογενειακό συμβούλιο για την εσωτερική ζωή του τσελιγκάτου, το ίδιο θεωρείται και ο τσέλιγκας για την καλλιέργεια των σχέσεων του θεσμού με την περιβάλλουσα κοινωνία. Κυρίως ο ρόλος του αφορά στις οικονομικές και νομικές δεσμεύσεις του τσελιγκάτου προς τρίτους.

Ο τσέλιγκας αποτελεί την ίδια την ταυτότητα θεσμού στις οικονομικές συναλλαγές και τις δημόσιες σχέσεις: Ήτο ο υπό των άλλων ποιμένων αναδεικνυόμενος πρώτος, όπως αντιπροσωπεύει αυτούς ενώπιον των αρχών (2). Η οικονομική  ανάπτυξη του τσελιγκάτου είναι αναπόσπαστα συνυφασμένη με την ικανότητα του αρχηγού του. Ως πρόσωπο ο τσέλιγκας είναι ένα προικισμένο και ταλαντούχο άτομο, που χαίρει μεγάλου σεβασμού στον πληθυσμό της στάνης: διαθέτει αναγνωρισμένα διοικητικά προσόντα, κύρος, εξυπνάδα, πείρα, σοβαρότητα. Επιπλέον έχει κοινωνικές γνωριμίες και διασυνδέσεις και ξέρει τουλάχιστον γραφή και ανάγνωση. Όλοι σχεδόν οι ισχυροί τσέλιγκες γνώριζαν στοιχειώδη γράμματα. Μερικά μάλιστα άτομα, προερχόμενα από τα τσελιγκάτα, αναδείχτηκαν λόγιοι και δάσκαλοι του Γένους κατά την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας.

Ένας διαπρεπείς Άγγλος ιστορικός και αρχαιολόγος, ο Nicholas Hammond, προσωπικός γνώστης των τσελιγκάτων της Ηπείρου και της Μακεδονίας κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σημειώνει για την σύνθεση της ποιμενικής κοινότητας και της εξουσίας του αρχηγού της: «Η κοινωνία είναι συμπαγής με αναπτυγμένη τη συνείδηση των υποχρεώσεων και της φιλοτιμίας. Μέσα  στο πλαίσιο της κοινότητας ο καθένας προάγει το κοινό συμφέρον. Τόσο ο ατομικισμός όσο και η δουλοπαροικία είναι άγνωστα. Υπάρχει εντούτοις ισχυρή πατριαρχική εξουσία. Ο αιρετός αρχηγός της ομάδας ή της πατριάς έχει πλήρεις εξουσίες, τις οποίες ασκεί για να διατηρεί τη συνοχή της “παρέας” και να διαπραγματεύεται εν ονόματί της. Αποκαλείται δε  “τσέλνικου” από τους Βλάχους, “τσέλιγκας“ από τους Σαρακατσάνους και «φύλαρχος» από τον Κατακουζηνό κατά την βυζαντινή περίοδο» (3).

Στο αξίωμα του τσέλιγκα αναδεικνύεται το εμπειρότερο άτομο, συνήθως ο εκπρόσωπος της αρχαιότερης γενιάς. Ο παροιμιακός κανόνας δικαίου αποδοκιμάζει την ανάθεση της εκτελεστικής και διαχειριστικής εξουσίας σε πρόσωπα που δεν έχουν πείρα και γνώση. Ο στόχος είναι να αποκλεισθεί ενδεχόμενη διακινδύνευση του τσελιγκάτου από την απειρία: Όλα του πρέπουνε του νιου, έξω από το κουμάντο (4). Ωστόσο ο κανόνας αυτός δεν είναι απόλυτα δεσμευτικός, εφόσον το γηραιό πρόσωπο κρίνεται ακατάλληλο ή ανίκανο προς άσκηση των καθηκόντων του. Για την ανάδειξη του τσέλιγκα στο αξίωμά του, ισχύει το κριτήριο της ικανότητας και όχι οπωσδήποτε της αρχαιότητας, αρχή που επικρατεί και στο διευρυμένο τσελιγκάτο.

Το θέμα δεν είναι συναισθηματικό ούτε μαρτυρεί έλλειψη του οφειλόμενου σεβασμού στο γηραιό πρόσωπο. Αφορά στην άμεση οικονομική επιβίωση των ποιμνίων και των ανθρώπων της κοινότητας. Και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα του τσέλιγκα με το αξίωμά του. Ο ίδιος ο τσέλιγκας έχει το δικαίωμα να παραιτηθεί ή να ζητήσει αντικατάστασή του εξαιτίας γήρατος ή άλλου σπουδαίου λόγου. Επομένως, ο τσέλιγκας δεν είναι ισόβιος στο αξίωμά του. Εφόσον ανταποκρίνεται με επάρκεια στις υποχρεώσεις του, δεν υπάρχει λόγος αλλαγής του. Πάντως και μετά την αποχώρησή του φέρει τιμητικά τον τίτλο του τσέλιγκα, όπως και ο καπετάνιος στην κλεφτοαρματολική ομάδα. Συχνά μάλιστα τον προσφωνούν καπετάνιο. Ο τίτλος του είναι η ιστορία του.

Τα καθήκοντα του τσέλιγκα είναι ποικίλα.  Συνδέονται με συγκεκριμένες ενέργειες και πρακτικές. Καταρχήν είναι το εκτελεστικό όργανο του τσελιγκάτου. Έχει την ευθύνη για την εκτέλεση όλων των εντολών και αποφάσεων του οικογενειακού συμβουλίου. Αποδώ πηγάζει και το διατακτικό του δικαίωμα προς όλα τα μέλη του τσελιγκάτου. Αυτός κρατάει τη διαχείριση και ενημερώνει το επίσημο τεφτέρι του τσελιγκάτου με τις εισπράξεις και τις πληρωμές. Κανένα μέλος δεν έχει το δικαίωμα να προβαίνει σε διαχειριστικές και οικονομικές πράξεις χωρίς την δική του εντολή. Οι εκταμιεύσεις για την αγορά των απαραίτητων προϊόντων διατροφής και ειδών ένδυσης ή υπόδησης, γίνονταν με την συγκατάθεσή του και ανάλογα με τα υπάρχοντα χρηματικά αποθέματα του κοινού ταμείου.

Ανάμεσα στα καθήκοντα του τσέλιγκα είναι και οι ενέργειες και επαφές για την εξασφάλιση των λιβαδιών παραχείμασης ή ξεκαλοκαιριού. Με την προσωπική του ευθύνη συνάπτονται οι διάφορες μισθωτικές συμφωνίες και οι διακανονισμοί της πληρωμής. Για τον λόγο αυτό ο τσέλιγκας βρίσκεται  σε μια διαρκή κατά κάποιον τρόπο μετακίνηση: Ταξιδεύει σε πόλεις και χωριά για να πετύχει πλουσιότερη σε χορτονομή λιβάδια και ευνοϊκότερους όρους συμφωνιών. Ο ίδιος είναι επίσης επιφορτισμένος με την διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων για τις πωλήσεις των προϊόντων: Τη συμφωνία στον καθορισμό των τιμών, τον τρόπο πληρωμής, τον χρόνο εξόφλησης και άλλα συναφή ζητήματα. Προς τον σκοπό αυτό έρχεται σε επικοινωνία με εμπόρους, καλλιεργεί γνωριμίες και φροντίζει για το κοινό συμφέρον του τσελιγκάτου.

Για τις οικονομικές και διαχειριστικές πράξεις του, ο τσέλιγκας δεν είναι ανεξέλεγκτος. Λογοδοτεί στο οικογενειακό συμβούλιο στο τέλος κάθε εξαμήνου. Σε αυτό αναφέρει λεπτομερώς τις ανειλημμένες οικονομικές υποχρεώσεις του τσελιγκάτου για το μέλλον, τις συμφωνίες που συνάπτει, καθώς και τα ενδεχόμενα δικαιώματα εισπράξεων. Η λογοδοσία είναι πανηγυρική ενώπιον όλων των ενηλίκων μελών της στάνης. Οι συμφωνίες ή οι υπογραφές του τσέλιγκα δεσμεύουν ολόκληρο το τσελιγκάτο ως ολότητα περιουσίας. Κανένα μέλος δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει εξαίρεση ή να αρνηθεί την υποχρέωσή του. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις είναι συλλογικά.

tseligas-2

Περίπτωση κατάχρησης ή απόκρυψης εσόδων από τον τσέλιγκα είναι μάλλον απίθανη, αφού στα πατριαρχικά τσελιγκάτα δεν επιτρέπετε η ατομική περιουσία. Τα έξοδα εξάλλου του τσέλιγκα κατά τις μετακινήσεις του επιβαρύνουν το κοινό ταμείο. Σημαντικό είναι το εισηγητικό δικαίωμα του τσέλιγκα στο οικογενειακό συμβούλιο, για τη λήψη αποτελεσματικότερων οικονομικών και διοικητικών μέτρων. Στο πλαίσιο των εθιμικών του αρμοδιοτήτων, ο τσέλιγκας ασκεί καθήκοντα «προέδρου» του οικογενειακού συμβουλίου και αντιπροσωπεύει το τσελιγκάτο απέναντι σε κάθε Αρχή: φορολογική, δικαστική, αστυνομική. Έχει ακόμα δικαίωμα να συγκαλεί το συμβούλιο και να παραπέμπει οποιοδήποτε μέλος δεν εκτελεί τις εντολές του.

Το διευθυντικό δικαίωμα του τσέλιγκα συνοδεύεται συγχρόνως με την διαρκή φροντίδα του για την ασφάλεια της ποιμενικής κοινότητας. Προς τον σκοπό αυτό οι ποιμένες φέρουν πάντα όπλα, σύμφωνα με την καταγραφή του Κασομούλη: Υποχρεωμέναι αι ομάδες αυταί, ως εκ της διανομής και χωρητικότητος των λιβαδιών και των ποιμνίων, να σχηματίζωνται εις τόσα κόμματα και τόσας κοινότητας σκηνιτών, και έχουσαι η κάθε μία εξ αυτών ανά ένα αρχιποιμένα (τζέλνικα), όστις διευθύνων τα πάντα και αντιπροσωπεύων το κοινόν των, επροσταύτευεν τα συμφέροντά των, υπό την διεύθυνσιν τούτου, οπλοφορούντες αείποτε, εις τα ορεινά μέρη και πεδιάδας, η φυλή των Γραικοβλαχων, όταν εν καιρώ ανοίξεως ή χινοπώρου συναθροίζετο να αλλάξη θέσεις […], εσχημάτιζεν τόσους οπλοφόρους, όσους επροξενούσαν εις την διάβασίν των πολλάκις φόβον. (5)

Οι εκτελεστικές εξουσίες του τσέλιγκα είναι αναμφισβήτητα πολλές. Αλλά αυτές δεν υπερβαίνουν τα όρια της εθιμικής νομιμότητας. Ασκούνται μέσα σε καθορισμένο πλαίσιο κανόνων. Ο ίδιος ο τσέλιγκας είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στην άσκηση των δικαιωμάτων του. Το εθιμικό καθεστώς, που βιώνει και προασπίζει προσωπικά ως όργανο, δεν μπορεί αυθαίρετα να το ακυρώνει για τους άλλους. Ενδεχόμενη υπέρβαση εξουσίας ή καταχρηστική άσκηση δικαιώματος συνεπιφέρει ολέθρια αποτελέσματα, διασαλεύει ολόκληρη την εθιμική τάξη της ποιμενικής κοινότητας. Πρακτικά συνεπάγεται τη διάσπαση ή διάλυση του τσελιγκάτου.

Το γεγονός ότι υπάρχει δυνατότητα αλλαγής ή αντικατάστασης του τσέλιγκα, αποτελεί μια ασφαλιστική δικλείδα για την αποτροπή φαινομένων εξουσιαστικής αυταρχίας. Οι ποιμένες του τσελιγκάτου έχουν πλήρη συνείδηση αυτής της δυνατότητας, αλλά και γνώση του παροιμιακού κανόνα για την αντικατάσταση της αυταρχικής διοίκησης: Η χώρα βάνει τον παπά, κι η χώρα τον εβγάνει (6). Ωστόσο, οι ποιμένες τρέφουν μεγάλη εκτίμηση στη σοφία και στη γνώση: Κάλλιο άδεια τσέπη, παρά άδειο κεφάλι (7). Στην πραγματικότητα, ο τσέλιγκας είναι ιδιαίτερα αγαπητός στον κόσμο της στάνης. Γι’ αυτό και εξυμνείται όσο λίγα πρόσωπα στη λαϊκή παράδοση. Ακόμα και η κοινή περιουσία του τσελιγκάτου προσγράφεται στο αξίωμά του: Του τσέλιγκα ‘ν τα μαντριά τα καγκελοπλεγμένα/ του τσέλιγκα ‘ν τα πρόβατα τ’ αργυροκουδουνάτα (8).

———————–

 (1) ΑΙΛ, (Αρχείο Ιστορικού Λεξικού Ακαδημίας Αθηνών) χφ. 585 (Μακεδονία), χφ. 315 σ. 85 (Ήπειρος). Πρβλ. D. Maurogiannis, L’ association Cooperative d’ Ampelakia, 1975, σσ 23-25.

(2) ΑΙΛ, χφ. 293, σ. 28, πρβλ. χφ. 1041, σ. 741, χφ. 552, σ. 320, χφ. 137 α, σ. 91, χφ. 679, σ. 4, χφ. 1010, σ. 87, χφ. 1033, σ. 154

(3) N. G. Hammond, Κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί, σ. 80

(4) Π. Αραβαντινού, Παροιμιαστήριον, σ. 85 no 873

(5) Ν. Κ. Κασομούλης, Ενθυμήματα, 1, σ.105

(6) Π. Αραβαντινού Παροιμιαστήριον, σ. 151, no 1687

(7) Ν. Τσοολοδήμου-Τ. Δημητρακάκη, Δερβέκιστα. 1978, σ. 701

(8) ΑΙΛ, χφ. 696, σ. 12 (Θεσσαλία). Πρβλ. και χφ. 100, σ. 120

———————–

Το κείμενο είναι από το μοναδικό στο είδος του βιβλίο του Μάρκου Γκιόλια «Παραδοσιακό Δίκαιο και Οικονομία του Τσελιγκάτου» Εκδόσεις ΠΟΡΕΙΑ, Αθήνα 2004

H πρώτη φωτογραφία είναι από το αρχείο Λ. Παπαλεξανδρή/ iteanet.wordpress.com  και η δεύτερη από  sarakatsanoi.blogspot.gr.

Advertisements

Read Full Post »

BAIO-1

της Αμαλίας Φλέγγα

Βάγια , Βάγια των Βαγιών,
τρώνε ψάρι και κολιό,
και την άλλη Κυριακή
τρώνε το ψητό αρνί….

Βρισκόμαστε στη μέση του Απρίλη, η φύση και οι άνθρωποι ετοιμάζονται να υποδεχτούν τη μεγάλη γιορτή της Ανάστασης του Χριστού. Τα χωριά ετοιμάζονται να υποδεχτούν τα ξενιτεμένα τους πουλιά. ξενιτεμένο πουλί κι εγώ, τέτοιες μέρες γυρίζω πίσω στα παιδικά μου χρόνια αναπολώντας στιγμές ξεθάβοντας απ’ το χρονοντούλαπο των αναμνήσεων έθιμα, ετοιμάζομαι να πάρω το σύντομο έστω δρόμο της επιστροφής στο πατρικό σπίτι. Και κάπως έτσι ανάμεσα σε μνήμες και πραγματικότητα κυλώντας ο γέρο χρόνος τη ρόδα του φτάνουμε στο Μεγαλοβδόμαδο!!
Μέσα απ αυτό το χρονοντούλαπο και αφού με τσιγκλήσανε λιγάκι τα πατριωτάκια μου άρχισα να ξαραχνιάζω τις μνήμες των παιδικών χρόνων στο χωριό. Μετά το Σάββατο του Λαζάρου, έρχεται η Κυριακή των Βαγιών, η οποία γιορτάζεται σε ανάμνηση της θριαμβευτικής εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Όλες οι εκκλησιές στολίζονται με κλαδιά από βάγια. Στο χωριό τα βάγια έφερναν στην εκκλησία τα νιόπαντρα ζευγάρια, για το καλό του γάμου τους, αν και μεταξύ μας μόνο τις νύφες θυμάμαι να τα πηγαίνουν, για να μην αδικήσω τους γαμπρούς…. αυτοί μάλλον τα έκοβαν, αν μια νύφη στη διαδρομή για την εκκλησιά συναντούσε μια άλλη νιόνυφη τη χτυπούσε με μια κλωνάρα βάγια. Τα βαγιοχτυπήματα μάλλον γίνονταν για το κακό μάτι, αλλά και γιατί πίστευαν ότι έχουν ιαματικές, αποτρεπτικές αλλά και γονιμοποιείς ιδιότητες. Για τον ίδιο λόγο φεύγοντας από την εκκλησία τη μέρα των βαγιών, γυναίκες και παιδιά περνούσαν από τα μποστάνια και τις στρούγκες και «βατσάνωναν» τα δέντρα και τα πρόβατα, ώστε να καρποφορήσουν ή να γεννήσουν.

BAIO-2
Η μάνα μου μας έστελνε να «περάσουμε» ένα χέρι τα κηπευτικά με μεγάλη προσοχή μη σπάσουμε κανένα γιατί τότε θα μας περνούσε απ’ το δικό της χέρι… για να μην πιάσουν σκουλήκι, όπως έλεγε. Τα βάγια έμπαιναν στο σπίτι και έδιωχναν όλα τα κακά, ένα κλωνί το έβαζαν στο εικονοστάσι και μ αυτά «κάπνιζαν» τα παιδιά για να φύγει το κακό μάτι. Τώρα αν όντως έφευγε το μάτί η τα παιδιά ζαλίζονταν απ τον καπνό και ηρεμούσαν δεν θα το μάθει κανένας. Τα περισσότερα πάντως κλαδιά κατέληγαν σε αποθήκες και κατώγια. με προορισμό την κατσαρόλα με τη φακή… και κάποια αρτύσιμα φαγητά, που ας μην τα θυμηθούμε καλύτερα, μέρες που είναι.

Read Full Post »

ΠΑΣΧΑ

της ΑΜΑΛΙΑΣ ΦΛΕΓΓΑ

Από χτες Σάββατο  του Λαζάρου  μπήκαμε  στις Άγιες  μέρες  του Πάσχα.
Σήμερα Κυριακή  των Βαΐων, στο χωριό  πηγαίναμε στην εκκλησιά  για να πάρουμε βάγια. Τα κλωνάρια  των βαγιών τα κρεμούσαμε στο κατώι του σπιτιού και τα είχαμε χρονικής, για τις φακές, το κοκκινιστό και ότι κρεατικό ψήναμε στο χτιστό φούρνο. Η Κυριακή  των Βαΐων, ήτανε μέρα χαλάρωσης και ξεκούρασης.

Από τη Μ. Δευτέρα οι νοικοκυρές άρχιζαν τη φασίνα για το Πάσχα. Στο χωριό οι δουλειές γίνονταν πάντα με την ίδια ιεροτελεστία, χωρίς να ξεφεύγουμε σχεδόν ποτέ από το  πρόγραμμα. Μ. Δευτέρα  αρχίζαμε να καθαρίζουμε το σπίτι. Βγάζαμε τα χαλιά και τις κουβέρτες, τις καραμελωτές και τις φλοκάτες και πηγαίναμε στο ρέμα να τα πλύνουμε.

Εκεί κάθε σπίτι  -καθώς το ρέμα διέσχιζε το χωριό-  είχε το δικό του «βούθνα» ( βαθιά και ανοιχτή γούρνα), όπου έπλενε τα στρωσίδια. Βάζαμε ένα-ένα το στρωσίδι στο  βούθνα, το πατούσαμε με τα πόδια να μουσκέψει, το φέρναμε σβούρες με τα χέρια και το βγάζαμε έξω πάνω σε μια πλατιά πέτρα και αρχίζαμε το κοπάνημα με τον κόπανο – ένα γερό  στενόφαρδο ξύλο – ώστε να φύγει η μούρκα και να λαγαρίσει (καθαρίσει ) το νερό. Τότε βγάζαμε το στρωσίδι πάνω σε φαρδιές  πέτρες να στραγγίξει από τα νερά, το ζαλωνόμασταν μετά στον ώμο και πηγαίναμε να τα απλώσουμε στους φράχτες του κήπου για να στεγνώσουν. Η δουλειά  αυτή κρατούσε όλοι τη Μ. Δευτέρα γιατί κάθε στρωσίδι ήθελε γερό κοπάνημα, αλλά και ήταν αρκετά καθώς οι οικογένειες ήταν πολυμελής…

Τη Μ. Τρίτη γίνονταν το ασβέστωμα του σπιτιού -μέσα , έξω – τοίχοι, πεζούλια, πεζουλάκια, δρομάκια, παραδρομάκια μέχρι και τις πέτρες που είχαμε γύρω από κάθε λογής λουλούδι, και κάθε κορμό δέντρου  είχαμε στο βεληνεκές του σπιτιού. Ο μεγάλος μας φόβος  ήταν μην βρέξει, γιατί έπρεπε να αρχίσουμε τη δουλειά απ την αρχή. Το χωριό μύριζε  ασβέστη και αν περνούσε κανείς αυτή τη μέρα απ’το χωριό,θα θεωρούσε πως βρίσκεται σε εργοτάξιο με τόσο ασβέστη που αντίκριζε…

Τη Μ. Τετάρτη η καθαριότητα είχε τελειώσει και βγαίναμε στον κήπο.
Αυτή τη μέρα φυτεύαμε τις ντομάτες, πιπεριές και κάθε άλλο είδος φυτό που βάζαμε για το καλοκαίρι. Θεωρητικά ήταν η πιο δύσκολη μέρα της εβδομάδας γιατί ο κήπος ήθελε ξεχορτάριασμα, σκάψιμο, φύτεμα κ.τ.λ.

Φτάνοντας η Μ. Πέμπτη νωρίς το πρωί, αχάραγα σχεδόν, βγάζαμε έξω στην αυλή ένα κατακόκκινο πανί -το οποίο απ’ τη μια συμβόλιζε τη Σταύρωση και το Αίμα του Χριστού και απ’ την άλλη το είχαμε και σαν προστασία από τον κεραυνό- (κεραυνοί πέφτανε συνέχεια στα δέντρα του χωριού ,αλλά ποτέ δεν συνέβη κάτι …τώρα  αν ήταν το κόκκινο πανί της Μ. Πέμπτης η αιτία δεν ξέρω…). Στη συνέχεια βάφαμε τα αυγά. Πάντα κόκκινα και μόνο κόκκινα. Το πρώτο αυγό το βάζαμε στο εικόνισμα του σπιτιού και με αυτό μας ξεμάτιαζε η γιαγιά η Φλέγγαινα  αν είχαμε πονοκέφαλο. Φτιάχναμε τα πασχαλιάτικα κουλούρια τα τσουρέκια και τα γλυκά του Πάσχα, τα οποία μοσχομύριζαν και ήταν πειρασμός για μας, καθώς λόγω της νηστείας δεν μπορούσαμε να τα δοκιμάσουμε. Θυμάμαι να πηγαίνω και να ξεσκεπάζω λίγο τα ταψιά και να απολαμβάνω αυτή την απαγορευμένη μυρωδιά, που με χόρταινε  και με προϊδέαζε για το μεγάλο φαγοπότι. Το βράδυ για πρώτη φορά ερχότανε παπάς και πηγαίναμε στην εκκλησία για τα Δώδεκα Ευαγγέλια!!!! Κάποιες φορές δεν είχαμε παπά ακόμα και την Ανάσταση και τότε πηγαίναμε καροτσάδα με το τρακτέρ στα γειτονικά χωριά, κυρίως στα Καμπιά.

Τη Μ. Παρασκευή με το που ξυπνούσαμε η μάνα περίμενε με το κουτάλι και πριν βάλουμε ούτε γουλιά νερό στο στόμα μας, μας πότιζε μια κουταλιά ξύδι, μικρή δική μας συμβολή στα Πάθη του Χριστού. Η μέρα αυτή ήταν μέρα  στενάχωρη , δεν μας άφηναν να ανοίξουμε ούτε υο ραδιόφωνο, δεν στρώναμε τραπέζι και ότι τρώγαμε ήταν αλάδιαγο. Συνήθως το φαϊ της μέρας ήταν ψωμί και κρεμμύδι φρέσκο. Εκεί κοντά στο μεσημέρι και ενώ τα αγόρια γυρνούσαν από το μοιρολόι της Παναγιάς, τα κορίτσια βγαίναμε να μαζέψουμε λουλούδια για τον Επιτάφιο. Τον Επιτάφιο στο χωριό τον στολίζαμε πάντα το μεσημέρι της Μ. Παρασκευής και τον τελειώναμε λίγο πριν τις τρεις, όπου γίνονταν η Αποκαθήλωση. Το βράδυ ψάλλονταν η ακολουθία του Επιτάφιου και με αναμμένα κεριά κάναμε την περιφορά στο χωριό. Χαρακτηριστικό του χωριού μας ήταν και είναι ως σήμερα, ότι τον Επιτάφιο τον πηγαίναμε και διαβάζαμε και στο νεκροταφείο του χωριού.

Αυτά σε γενικές γραμμές συνέβαιναν στο χωριό τις μέρες τις Μ. Εβδομάδας, και τα περισσότερα απ’ τα οποία τουλάχιστον η μάνα μου τηρεί ακόμα. Αξίζει εδώ να σημειώσω ότι οι «λυπητερές» μέρες της Μ. Εβδομάδας για μας τα παιδιά, νομίζω και για τους μεγάλους, τελείωναν ξημερώματα του Μ. Σαββάτου, όπου το κλίμα και οι προετοιμασίες για το πασχαλιάτικο τραπέζι, γίνονταν σε εντελώς διαφορετικό κλίμα.

Read Full Post »

0011

Υπάρχει μια παλιά παράδοση. Όταν γεννήθηκε ο Χριστός και πήγαν, λέει, οι βοσκοί να προσκυνήσουν, ήτανε νύχτα σκοτεινή. Βρήκαν κάπου ένα ξερό πουρνάρι κι έκοψαν τα κλαδιά του. Πήρε ο καθένας από ένα κλαδί στο χέρι, του έβαλε φωτιά και γέμισε το σκοτεινό βουνό χαρούμενες φωτιές και τριξίματα και κρότους. Από τότε, λοιπόν, έχουν τη συνήθεια στα χωριά, όποιος πάει στο σπίτι του γείτονα, για να πει τα χρόνια πολλά, καθώς και όλα τα παιδιά τα παντρεμένα, που θα πάνε στο πατρικό τους, για να φιλήσουν το χέρι του πατέρα και της μάνας τους, να κρατούν ένα κλαρί πουρνάρι, ή ότι άλλο δεντρικό που καίει τρίζοντας. Στο δρόμο το ανάβουν και το πηγαίνουν έτσι αναμμένο στο πατρικό τους σπίτι και γεμίζουν χαρούμενες φωτιές και κρότους τα σκοτεινά δρομάκια του χωριού. Κι όταν τα φύλλα τα ξερά πιάσουν φωτιά κι αρχίσουν να τρίζουν και να πετάνε σπίθες, εύχονται:

«Αρνιά, κατσίκια, νύφες και γαμπρούς!»

Αυτή είναι η καλύτερη ευχή για κάθε νοικοκύρη. Να προκόβουν τα κοπάδια του, να πληθαίνει η φαμελιά του, να μεγαλώνουν τα κορίτσια και τα παλικάρια του, να του φέρνουν στο σπίτι νύφες και γαμπρούς, να του δώσουν εγγόνια που δε θ’ αφήσουν τ’ όνομα το πατρικό να σβήσει.

  0012

 Σαν ιεροτελεστία γινόταν σε κάθε οικογένεια η σφαγή του γουρουνιού, το οποίο εξέτρεφαν για το σκοπό αυτό. Το γουρούνι αναλάμβαναν να το σφάξουν οι άντρες του σπιτιού την παραμονή των Χριστουγέννων. Τα μέλη της οικογένειας αντάλλαζαν μεταξύ τους ευχές. Το χοιρινό κρέας αποτελούσε το κύριο φαγητό στο χριστουγεννιάτικο γεύμα, όπως άλλωστε και σήμερα. Επίσης, έφτιαχναν λουκάνικα από το γουρούνι, τα οποία κρεμούσαν μέχρι να στεγνώσουν, ενώ το λίπος του γουρουνιού το αποθήκευαν σε δοχεία και το χρησιμοποιούσαν στη μαγειρική.

 0013

Στην Κεντρική Ελλάδα οι κοπέλες, τα μεσάνυχτα ή προς τα χαράματα των Χριστουγέννων (αλλού την παραμονή της Πρωτοχρονιάς), πηγαίνουν στην πιο κοντινή βρύση «για να κλέψουν το άκραντο νερό». Το λένε άκραντο, δηλαδή αμίλητο, γιατί δε βγάζουν λέξη σ’ όλη τη διαδρομή. Όταν φτάνουν εκεί, την «ταϊζουν», με διάφορες λιχουδιές: βούτυρο, ψωμί, τυρί, σιτάρι ή κλαδί ελιάς και λένε:

«Όπως τρέχει το νερό σ’ βρυσούλα μ’, έτσ’ να τρέχ’ και το βιο μ'». Έπειτα ρίχνουν στη στάμνα ένα βατόφυλλο και τρία χαλίκια, «κλέβουν νερό» και γυρίζουν στα σπίτια τους πάλι αμίλητες, μέχρι να πιουν όλοι από τ’ άκραντο νερό. Με το ίδιο νερό ραντίζουν και τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, ενώ σκορπούν στο σπίτι και τα τρία χαλίκια.

(Από το περιοδικό «Ουράνιο Τόξο») και (Από την εργασία του δάσκαλου κ. Βασίλη Μπούσιου – «Χριστούγεννα – Διαθεματική προσέγγιση με τη χρήση υπολογιστή»)

Read Full Post »

του Θεοδώρου Θωμόπουλου

 Εκείνο που χαρακτηρίζει το Ρουμελιώτη κι τον αποδίδει πιστά είναι η ντομπροσύνη κι η ευθύτητα που έχει. Δεν κρύβεται πίσω από τα δάχτυλά του. Ότι έχει να σου πει, το λέει κατάμπαλα, «μπάλα για μπάλα» και όχι πίσω σου. Αυτό το θεωρεί άνανδρο. Είναι αυθόρμητος και ειλικρινής. Ότι σκέπτεται, το εκφράζεται απλά και καθαρά, γυμνό, χωρίς το φανταχτερό ψευτομαντύα του «καθώς πρέπει». Η αθυροστομία του Ρουμελιώτη, είτε έξυπνη και τσουχτερή είναι, είτε χοντροκομμένη και πεζή, έχει πάντα τη χάρη της ευθύτητας και της αλήθειας. Αυτό που σκέπτεται δεν διστάζει να το εκφράσει. Μπορεί να είναι άκομψο, λίγο πνευματώδες και ωμό, είναι όμως αληθινό. Έπειτα, μ’ αυτόν τον τρόπο ψυχαγωγείται και λιγάκι ο λαός, ανακουφίζεται και ευθυμεί.

Ο Παύλος Νιρβάνας έλεγε σχετικά με τη λαϊκή αθυροστομία: « η λαϊκή ελευθεροστομία δεν πρέπει να περνάει απαρατήρητη από τον τόπο μας, όπου η γυμνότης εβάδιζε μαζί της μιαν εποχήν, σφιχτά αδελφωμένη με μιαν ανωτέραν και ειλικρινή ηθικήν και όπου το λαϊκόν αυθόρμηρον δεν έπαυσε να δημιουργεί τα ελεύθερα πλάσματα του πνεύματος εις τα οποία η αφέλεια, η χάρις και η ευθυμία, αδελφώνονται με μίαν βαθυτάτην παρατήρησιν και μίαν δροσεράν φιλοσοφίαν επί των ανθρωπίνων πραγμάτων».

Την πρώτη αφορμή για γλωσσικά κι’ εκφραστικά τολμήματα τη δίνει ο έρωτας:

Με φίλησε κι αρρώστησα, φίλα με για να  γιάνω

Και πάλι ματαφίλα με μην πέσω και πεθάνω

Το όργιο της νύχτας το μαρτυράνε οι παρακάτω στοίχοι:

Ξύπνα καημένη Ανστασιά, ξύπνα καημένη κόρη

ξύπνα ν’ ανάψεις τη φωτιά, να σβήσεις το λυχνάρι

γιατί μας πήρε η χαραυγή, το δόλιο μεσημέρι.

-Πώς να σκωθώ λεβέντη μου, πώς να σκωθώ πουλί μου,

μπερδεύκαν τα μαλλάκια μου μαζί με τα δικά σου.

Στη βρύση του χωριού που γίνεται το νυφοπάζαρο:

Παν’ τα κορίτσια για νερό κι έρχονται φιλημένα.

-Μάνα μου παραπάτησα και το σταμνί το τσάκισα.

-Δεν είναι παραπάτημα, μον’ είν’ ανδρός αγκάλιασμα.

Ο λαϊκός τραγουδιστής παρουσιάζει την «εύκολη γυναίκα», που αφού απάτησε τον άντρα της  με τον ξένο, παρακαλιέται για την αποσιώπηση της παρεκτροπής της:

Φεγγάρι πούσαι στα ψηλά

και χαμηλά λογιάζεις

πουλάκια πού είστε στα κλαριά

και στις κοντοραχούλες

μη κρίνετε (1) στον άντρα μου

για το κακό που γένη.

είναι η νύχτα κόλαση

κι ο ξένος μπαφιασμένος

και το φτωχό μου το κορμί

βαριά αρρωστημένο.

Αλλ’ ο λαϊκός τραγουδιστής χτυπάει την παρέκκλιση από τον ηθικό νόμο:

Με λόγια ανώφελα, παχειά, επάσχιζε να πνίξει

η πομπένη τη ντροπή, τη ριμαδοσκοτεινιά της.

Τα χωρατά των νιων είναι σαρκαστικά και τσουχτερά:

Κει πόκανα να κοιμηθώ, βρίσκω την κόρη π’ αγαπώ.

Την έπιασα απ’ το μάγουλο – κόκκινο τριαντάφυλλο –

και μου λέει: «πάρα κάτω», το τρελό, π’ ανάθεμά το.

Την έπιασα σπ’ το λαιμό, «άφ’σε με, λέει, δεν μπορώ»,

και μου λέει: «πάρα κάτω», το τρελό, π’ ανάθεμά το.

Την έπιασα απ’ τα βυζιά, σκούζει φωνάζει «κερατά»,

και μου λέει: «πάρα κάτω», το τρελό, π’ ανάθεμά το.

Την έπιασα απ’ τα γόνατα, λιγούρες και καμώματα

και μου λέει: «παραπάνω, απ’ τα γόνατα κι απάνω».

Κάθε περιοχή εκδηλώνεται με διάφορο τρόπο:

Δαδιώτισσες με το σεβντά και Πατρινές μ’ αγάπη

και σεις Μεσολογγίτισσες, παιχνίδια στο κρεβάτι,

Και τα όνειρα έρχονται κι αναστατώνουν τον ψυχικό κόσμο της νεότητας:

Είδ’ απόψε στ’ όνειρο μου μαύρα μάτια στο πλευρό μου

Και ξυπνώ και δεν τα βρίσκω, μούρχεται να κριπαρίσω. (2)

Οι καμπυλότητες του στήθους της χωριατοπούλας προκαλούν το νιό Ρουμελιώτη:

Βασιλικός μυρίζ’ εδώ και περιβόλι δε θωρώ

καμιά τον έχει στα βυζιά κ’ έβγαλε τέτοια μυρωδιά.

Και συνεχίζει:

Θέλεις με μήλο βάρα με, θέλεις με πορτοκάλι,

θέλεις με τ’ άσπρο σου βυζί ρίξε και σκότωσέ με.

Είναι γνώστης των απόκρυφων του κορμιού της και το αποδείχνει:

Έχεις ελιά στο μάγουλο κι ελιά στην αμασχάλη

κι ανάμεσα στα στήθια σου τ’ αστρί και το φεγγάρι

Παραλλαγή:  Έχεις ελιά στο μάγουλο κι ελιά στην αμασχάλη

Και στο δεξί τ’ αστήθι σου μικρή δαγκωματίτσα.

Οι φίλες της νιάς που παντρεύτηκε έναν ανήμπορο και καχεκτικό άντρα, χολογούνται(3) τον καημό της:

Ούλες οι νιες παντρεύτηκαν Γιαννούλα μαυρομάτα

και πήραν παλληκάρια,

κι εσύ κόρη μ’ παντρεύτηκες και πήρες μαραζιάρη.

Του στρώνεις πέντε στρώματα, πέντε προσκεφαλάκια.

-Σήκω, μαράζη, πλάγιασα, σήκω, γκρεμίσου, πέσε,

κι άπλωσε τα χεράκια σου στον αργυρένιο κόρφο

πιάσε δυο μήλα κόκκινα και παραγινωμένα.

Σ’ όλα τα τραγούδια της αγάπης είναι διάχυτη η ξάστερη και καθάρια σκέψη για τον έρωτα, που πορεύεται στα φυσικά του κανάλια, σαν το γάργαρο νερό στο ξέφωτο αυλάκι του:

Κάτω στα δασιά πλατάνια στη κρυόβρυση

Κάθονταν δυο παλικάρια και μια λυγερή.

Κάθονταν και τρων και πίνουν και την ξέταζαν

-Κόρη μ’ τι ‘σαι τέτοια πάντα, τέτοια κίτρινη;

Μη κι ο ίσκιος σε πατάει μη και φάντασμα;

-Ουδ’ ο ίσκιος με πατάει μ’ ουδέ φάντασμα,

με πατάει ο γυιός του Ρήγα τα μεσάνυχτα.

Έρωτας, φύση και ζωή έχουν κοινή μορφή, η ύπαρξη του ενός προϋποθέτει την ύπαρξη του άλλου:

Δεν του ζηλεύω τα τυριά, του Παρνασσού τα γάλατα,

μον’ τον ζηλεύω πουν’ νταής, πούναι τσοπάνης σεβνταλής.

-Κόψτε λατσούδια(4) σαν πολλά, φτιάχτε γιατάκια (5) σαν παχιά,

γιατ’ είναι τα παιδιά ζουρλά.(6)

Οι έρωτες στο Ρουμελιώτικο χωριό ζωγραφίζονται σε παραστατικά τετράστιχα:

Μη με τσιμπάς και με πονεί, μη με φιλάς και κλαίω

και μελανιάζει ο κόρφος μου, χαλάει το πρόσωπό μου

και με μαλών’ η μάνα μου κι αυτός ο αδερφός μου.

Όπως γράφει η Ειρήνη Σπανδωνίδη στα «Τραγούδια της Αγόριανης» το πρωί μετά τον γάμο τραγουδάνε στο γαμπρό:

Χαρά σε τούτο το δραγάτη που μας φιλάει τ’ αμπέλι

γύρω-γύρω φυλαγμένο και στη μέση χαλασμένο

γύρω-γύρω φυλαγμένο και στη μέση φαωμένο.

Ειρωνεύονται τις παντρεμένες που χάνουν την κομψότητα και τον αέρα του λεύτερου κοριτσιού:

Πως πηδούν οι παντρεμένες σα φοράδες γκαστρωμές.

Ευκολότερη η κατάκτηση της παντρεμένης, έστω κι αν είναι παπαδιά, καθώς και καλόγρια:

Και τώρα που με ρώτησες θα σου το μαρτυρήσω

ξήντα κορίτσια φίλησα κι’ εξήντα παντρμένες

και παπαδιές και καλογριές αμέτρητες χιλιάδες.

Οι παπαδιές κι οι παπαδοπούλες ξεμυαλίζονται κι αυτές ίσως περισσότερο απ’ τις λαϊκες:

Μια παπαδιά στον αργαλειό τα πόδια της κουνούσε

Και με το νου της έλεγε και με το νου της λέει

-Δεν τονέ θέλω το παπά, τον τράγο με τα γένια.

Το λαϊκό ειρωνικό πνεύμα σέρνει πολλά στον παπά και την παπαδιά:

Ποιος είδε τα χαράματα παπά να τρώει πράσα

κι η παπαδιά ‘πο πίσω του να του κρατά τα ράσα.

Κι ακόμα πιο ακάλυπτα:

Ποιος είδε θηλυκό παπά και διάκο γκαστρωμένο.

Για τους φαφλατάδες που παρουσιάζουν τα πράγματα με τις πιο απίθανες εκδοχές τους, λένε:

Αυτός σου παρουσιάζει καλόγερο γκαστρωμένο.

Το σπίτι του παπά σε κάθε χωριό τραβάει πιο πολύ τα προσεκτικά βλέματα:

Στου παπά τα παραθύρια κάθονται δυο μαύρα φίδια

νάχα ‘γω τα μαύρα φρύδια κι ο παπάς τα παραθύρια.

Στου παπά μας την αυλή κάθεται μελαχρινή.

Κάθε παράπτωμα της οικογένειας του παπά συγκλονίζει το χωριό, τους κάνει ιδιαίτερη αίσθηση και το κάνουν μύθο, τα δε παπαδοπαίδια τα βρίσκουν πιο ζωηρά:

παπά παιδί, διαόλου αγγόνι

Τα πειραχτήρια στρέφονται περισσότερο προς τα εκεί:

Παπαδοπούλα λυγερή κατέβα κάτω στην αυλή.

Χιλιάδες είναι τα εύθυμα, τα σατυρικά, τα εύθυμα χαριτολογήματα, που έχει υποχρέωση κάθε λαογράφος να συγκεντρώσει, πράγμα που απέφευγαν να το κάνουν οι παλιότεροι λαογράφοι. Ας μην ξεγελιόμαστε. Περνάμε μια εποχή που ο έμμετρος ή ο πεζός της λόγος φέρνει κατά κανόνα το απατηλό προσωπείο της πνευματικής μορφής και καταντάει αναμάσημα ξένης τροφής κακοχώνευτης στα στομάχια μας. Ενώ, όπως λέει ο Πολίτης, την υπεροχή της η δημοτική ποίηση τη χρωστάει στην απλότητα και στην ειλικρίνειά της. Και είναι οι βαθιές ρίζες που στηρίζουν τον νεοελληνικό λόγο και τον συνδέουν με τις αστείρευτες πηγές του, το Λαό.

———————————

1  Κραίνω = μιλάω.  2) Κριπάρω = σκάω.  3) χολο(γ)ίεμαι = μοιρολογώ.  4) λατσούδια = κλωνάρια για στρώμα.  5) γιατάκι = κρεβάτι, αυτό που γίνεται με ξύλα στο δάσος.  6) ζουρλός = ζωηρός, αυτός που φτάνει στα όρια της τρέλας

Read Full Post »

του Μάρκου Γκιόλια

Είναι αρκετά συνηθισμένες οι κλοπές ζώων στην ελληνική αγροκτηνοτροφική ύπαιθρο. Στις ποιμενικές κοινότητες των τσελιγκάτων η ζωοκλοπή αξιολογείται σε δύο διαφορετικά επίπεδα: Αποτελεί έγκλημα, αλλά και εθιμική εκδήλωση λεβεντιάς ή αξιοσύνης. Η δεύτερη περίπτωση αφορά στην κλοπή δύο ή το πολύ τριών γιδοπροβάτων και ποτέ μεγάλων ζώων. Γίνεται κυρίως σε γειτονικά τσελιγκάτα μεταξύ πιστικών, οι οποίοι προορίζουν τα κλοπιμαία όχι για κερδοφορία ή επαύξηση της περιουσίας τους. Αλλά για να τα σφάξουν σε κοινές διασκεδάσεις ή γλέντια.

Το έθιμο έχει ευρύτατη διάδοση μεταξύ των ποιμένων. Ορισμένοι λογοτέχνες, προερχόμενοι από τσελιγκάτα, καταγράφουν διάφορες σκηνές συμποσίων με κλοπιμαία σφαχτά. Κάποιος πιστικός αρνείται σε ένα τέτοιο συμπόσιο να φάει κλεψιμιό κρέας, οπότε του λέγει ο άλλος: Είμαι περίεργος να μάθω τι σ’ έκανε να μη τρως κλεψιμιό. Όλοι οι πιστικοί, καλοί και κακοί, κλεψιμιό κρέας τρώμε. Κανένας δεν τρώγει από τα δικά του σφαχτά. Το κλεψιό αυτό είναι πληρωμένο και καμιά φορά πολύ ακριβά, ώστε να μη θεωρείται κλεψιμιό και ούτε αμαρτία νάναι. Εγώ τρώγω το δικό σου, εσύ του άλλου, ο άλλος του αλλουνού, κι όλα είναι καλά πληρωμένα (1)!

Η ζωοκλοπή αυτού του είδους είναι εθιμικά συγγνωστή στα τσελιγκάτα, εφόσον δεν υπάρχει αυτόφωρη σύλληψη του δράστη. Εάν δηλαδή δεν συντρέχει η επιταγή του λαϊκού κανόνα: Τον έπιασαν με την προβιά στον ώμο. Αυτή άλλωστε είναι και η απόδειξη της επιτηδειότητάς του, το «άλλοθί» του. Ο ασύλληπτος κλέφτης γιδοπροβάτων αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού ακόμα και για τα θύματά του, γιατί η πράξη του απαιτεί ιδιαίτερες ικανότητες: Πρέπει να έρπει στο έδαφος και να σκαρφαλώνει σε τραχαλοτόπια, να κινείται στο απόλυτο σκοτάδι της αφέγγαρης νύχτας, να ξεγελάει τους ένοπλους βοσκούς, να αποφεύγει τα άγρια τσοπανόσκυλα, να κλέβει τις γίδες ή τα πρόβατα χωρίς αυτά να βελάζουν, να μη θορυβεί και προγκάει αλαφιασμένο το κοπάδι. Και τέλος να εξαφανίζεται χωρίς να αφήνει ίχνη δικά του ή των ζώων.

Μόνο υπό αυτές τις προϋποθέσεις η ζωοκλοπή στα τσελιγκάτα είναι συγγνωστή. Σε όλες τις περιπτώσεις συνιστά έγκλημα, ιδίως όταν συλλαμβάνεται ο ζωοκλέφτης, τον οποίον χλευάζουν για την αναξιότητά του: Ξέρεις να κλέψεις; -Ξέρω. –Ξέρεις να κρυφτείς; -Όχι. –Έ τότε κάθισε στ’ αβγά σου(2). Το έθιμο δεν είναι πρωτοφανέρωτο. Ο αρχαίος σπαρτιατικός νόμος επιτρέπει επίσης στους νέους την κλοπή, υπό τον όρο να μη γίνουν αντιληπτοί. Αν συμβεί αυτό, οι νεαροί κλέφτες τιμωρούνται με πρόστιμο και ραβδισμούς: Κακείνοι ουν τους αλισκομένους ως κακώς κλέπτοντας τιμωρούνται (3).

Ο άγραφος «κώδικας» της ζωοκλοπής στα τσελιγκάτα περιλαμβάνει και άλλους κανόνες. Άγνωστος και κατά συνέπεια ατιμώρητος ζωοκλέφτης, θεωρεί υπόλογο τον εαυτό του στον θεό. Γι’ αυτό και νοιώθει το βάρος να εξομολογηθεί αργότερα δημόσια την πράξη του. Και αυτό το κάνει συνήθως σε κάποιο συμπόσιο ή στη διάρκεια του κούρου των γιδοπροβάτων (4). Η εξομολόγηση αποτελεί ένα είδος εξωτερίκευσης της περηφάνιας για το κατόρθωμά του. Αλλά έχει και άλλη διάσταση. Η ανάγκη ης δημόσιας εξομολόγησης δείχνει ότι η λεβεντιά δεν εξουδετερώνει τον παράνομο χαρακτήρα της πράξης, τουλάχιστον στο ηθικοθρησκευτικό επίπεδο. Υπάρχει δηλαδή μια μεταφυσική αντίληψη του εγκλήματος.

Εάν ο ζωοκλέφτης γίνει αντιληπτός  κατά την εκτέλεση της πράξης, οι ένοπλοι βοσκοί του κοπαδιού μπορούν να τον φονεύσουν επί τόπου. Όταν όμως η ζωοκλοπή αποκαλυφθεί εκ των υστέρων, ο δράστης είναι υποχρεωμένος να επιστρέψει στο διπλάσιο τα κλεμμένα γιδοπρόβατα (5). Ενδεχόμενη άρνησή του συνεπάγεται είτε τη θανάτωσή του από τους βοσκούς είτε την αφαίρεση μέρους του κοπαδιού του. Οι ηγεσίες των τσελιγκάτων επεμβαίνουν συνήθως και λύνουν διαιτητικά αυτές τις υποθέσεις, ώστε να μην καταλήγουν στη δικαιοσύνη. Και τούτο γιατί οι τοπικές Αρχές, εκτός από την επιστροφή των κλοπιμαίων στο διπλάσιο, επιβάλλουν στους κατ’ επάγγελμα ζωοκλέφτες και σωματικές ποινές: Ξυλοκόπημα, φάλαγγα, εγκλεισμό σε σκοτεινό δωμάτιο, δέσιμο σε δέντρο και άλλες (7).

Οι περισσότεροι λαϊκοί κανόνες για την τιμωρία της ζωοκλοπής αποτελούν εθιμικά κατάλοιπα διατάξεων της βυζαντινής νομοθεσίας. Το έθιμο της επιστροφής των κλεμμένων ζώων ή της καταβολής της αξίας τους στο διπλάσιο ισχύει και στους μεσαιωνικούς χρόνους (8). Το διπλάσιο πληρώνουν επίσης και οι συνένοχοι του δράστη (7). Τον επ’ αυτοφώρω συλλαμβανόμενο ζωοκλέφτη διαπομπεύουν με κρεμασμένο στο λαιμό του τα εντόσθια των ζώων: Συρφετόν καταισχύνης (8). Το έθιμο επικρατεί και στη νεότερη Ελλάδα (9). Σε άλλη περίπτωση περιφέρουν τον ζωοκλέφτη σαμαρωμένον, αναφωνώντας ο ίδιος: Μωρός ειμί και ανούστατος (10). Το έθιμο επιβιώνει ως και τον ιθ’ αιώνα (11). Για τους υπότροπους ζωοκλέφτες οι ποινές είναι εξορία, φούρκισμα, ακρωτηριασμός και άλλες.

—————————————————————————

1. Χρ. Χρηστοβασίλη, Διηγήματα της Στάνης, σ. 166 [«Τα δυο κλεμμένα τραγιά»]. Πρβλ. Στεφ. Γρανίτσας, Η θρήσκα κλεψιά [Άπαντα, σ. 144]

2. Α. Ν. Δουλαβέρα, Η παροιμιολογική και παροιμιογραφική εργογραφία του Δημ. Σ. Λουκάτου, 1994, σ. 234, L. Warner, Συλλογή Παροιμιών, σ. 71.

3. Ξενοφώντος, Λακεδαιμονίων Πολιτεία, ΙΙ. 8, Πρβλ. Ισοκράτης, Παναθηναϊκός, 211-212, Πλουτάρχου, Λυκούργος, 5-6.

4. Γ. Β. Καββαδία, Σαρακατσάνοι, σ. 218.

5. Α. Κ. Χατζηγάκη, Ασπροπόταμο, σ.18, Πρβλ. Δ. Χ. Χαλατσά, Το δίκαιο στα ορεινά χωριά της Κεντρικής Ρούμελης επί τουρκοκρατίας. ΡΗ 14 (1968-70), σ.86-87.

6. Εισηγήσεις, 4, 1, 5. Πανδέκται,  39, 4, 1, 3.

7. Λέοντος του Σοφού, Νεαρά 85, PG, 197, 636.

8. Μιχ. Ψελλού, Χρονογραφία, 128, 5 (εκδ. Λονδίνου). Πρβλ. Άννης Κομνηνής, Αλεξιάς, 2, 158, 17. Γ. Παχυμέρη, Μιχαήλ Παλαιολόγος, 1 394, 1.

9. Δ. Α. Πετρόπουλου, Λαογραφικά Σκοπέλου-Πέτρας Ανατολικής Θράκης, ΑΘΛΓΘ 8, (1941), σ. 168.

10. Σωφρονίου Ιεροσολύμων, Διήγησης θεμάτων των αγίων Κύρου και Ιωάννου. PG, 873, 3517.

11. Α. Βάλληνδα, Κυθνιακά, 1882, σ.113.

————————–

Από το μοναδικό στο είδος του, βιβλίο του Μάρκου Γκιόλια «Παραδοσιακό Δίκαιο και Οικονομία του Τσελιγκάτου» Εκδόσεις ΠΟΡΕΙΑ, Αθήνα 2004, σελ.320

Read Full Post »

της Αμαλίας Φλέγγα

Το απόγευμα  της Παρασκευής πριν  του Λαζάρου, αφού αποχαιρετούσαμε το δάσκαλο, άρχιζαν  οι πασχαλινές διακοπές.

Τα κορίτσια ξεχυνόμασταν στους κήπους, στα χωράφια και τα ρέματα και  μαδούσαμε ό,τι λουλούδι βρίσκαμε για να στολίσουμε το καλάθι για το Λάζαρο.

Οι γιαγιάδες  φυλούσαν καρτέρι στις αυλές μην τύχει και κόψουμε τα ανθισμένα λουλούδια -καμάρι κάθε νοικοκυράς. Έτυχε χρονιά να στολίσουμε το καλάθι μόνο με σπάρτα.
Το καλάθι για το Λάζαρο δεν ήταν κανένα μικρό καλαθάκι σαν κι αυτά που κυκλοφορούν σήμερα στο εμπόριο-μικρά και στολισμένα τις περισσότερες φορές-αλλά καλάθια που τα χρησιμοποιούσαμε για κάθε δουλειά του σπιτιού, ίσαμε με το μπόι μας μερικές φορές.
Τα στολίζαμε σουρουπώνοντας για να τα πάρει η ψύχρα της νύχτας για να μη μαραθούν τα λουλούδια και τα κρεμούσαμε έξω  στην κληματαριά και περιμέναμε το ξημέρωμα.
Ξημερώματα του Λαζάρου βουτούσαμε τα καλάθια και αρχίζαμε από σπίτι σε σπίτι να λέμε το Λάζαρο και να γεμίζει το καλάθι αυγά (λίγες καραμέλες και κουλουράκια κι ακόμα λιγότερες δραχμούλες -ναι  έζησα και  αυτή  την  προϊστορική εποχή.)

Τα κάλαντα του Λαζάρου τα θυμάμαι ως σήμερα και τα συγκεκριμένα δεν τα έχω  συναντήσει πουθενά ως τώρα. Δεν ξέρω αν ήταν βλάχικα ή μόνο της Κουτσούφλιαννης που  έφτασαν σε μας ποιος ξέρει από που. Εμένα πάντως μου πήρε αρκετό χρόνο να καταλάβω τι σήμαιναν…

ΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΦΛΙΑΝΝΙΤΙΚΑ  ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Καλώ-νο- σας νήβρε ο Λα-νά-ζαρης  χιλιο-νο-καλώ σας ήβρε
μι τα-να-ασπρα  μι νι τα κο-νοκ-κινα μι τα αμορφα λουλούδια
Αφέ-νε-ντη κι αφεντα-να-κι μου  χιλιές -νε- φορες αφέντης
χιλιές -νε- φορές αφε-νε-ντεψες και πάλι -να-αφέντης είσαι
και τη -νε- Λαμπρή -νε- χιλιο-νο-χρονος και χιλιο-νε-χρονισμένος
ν’ανά-να-ψεις τη -νε- λαμπά -να-δας σου Χριστός -νε-Χριστός Ανέστη…



Το  μεγάλο γεγονός της μέρας ακολουθούσε μετά το τέλος των κάλαντων. Αφού τελειώναμε τα σπίτια του χωριού και οι δυο  ομάδες (πάνω-κάτω μαχαλάς) συναντιόμασταν στο ρέμα και παίζαμε αυγοπόλεμο…Τα αυγά  βλέπετε δεν έλειπαν από κανένα σπίτι – με τόσες κότες που είχαμε, είχαμε αυγά να φάνε και οι κότες στην κυριολεξία), και ‘μείς γυρίζαμε και γεμίζαμε τα καλάθια, όχι για τα γλυκά και τα βαμμένα κόκκινα αυγά του Πάσχα, αλλά για τον περιβόητο αυγοπόλεμο.

Βέβαια δεν χρειάζεται να σας πω ότι στο ρέμα για ένα μήνα δεν περνούσε άνθρωπος-πιθανόν ούτε και ζώο, χωρίς να κλείσει τη μύτη του απ’ τη μυρωδιά του αυγού, ούτε και πόσα λουσίματα με ξύδι κάναμε, προκειμένου να φύγει από πάνω μας η αυγουλίλα.
Παρόλα  αυτά όμως το διασκεδάζαμε και στο  μυαλό μου  ακόμα και σε άσχετο χρόνο, η μέρα του Λαζάρου μου φέρνει πάντα μυρωδιά αυγού και αναμνήσεις ενός πολέμου Λαζαριάτικου….

Read Full Post »

της Αμαλίας Φλέγγα

1η Φεβρουαρίου σήμερα και στο χωριό αυτή τη μέρα δεν πιάναμε στα χέρια μας τίποτα κοφτερό (μαχαίρια, πριόνια, τσαπιά κλαδευτήρια….)

Απ’ το προηγούμενο βράδυ κόβαμε φέτες το ψωμί για το φαγητό της επόμενης μέρας, το κρεμμύδι για τις φακές (όχι γιατί ήταν νηστεία αλλά γιατί δεν χρειάζονταν μαχαίρι.)
Ο πατέρας αυτή τη μέρα δεν πήγαινε στα χωράφια (η αργία του αγρότη ) και η μάννα έβρισκε την ευκαιρία να ξεκουραστεί λιγάκι.

Ακόμα θυμάμαι τη γιαγιά τη Φλέγγαινα  να μας λέει (φοβόταν η κακομοίρα μήπως παραβιάσουμε την απαγόρευση και πιάσουμε τα μαχαίρια ):»μην πιάσει καμιά σας μαχαίρι θα ‘ρθει τη νύχτα το ποντίκι και θα σας κόψει την κοτσίδα…»
Βασικά δε μ’ ένοιαζε το ποντίκι (δεν τα φοβήθηκα ποτέ) αλλά είχα  άγχος με την κοτσίδα (μου την είχαν κάψει μια φορά στην Ανάσταση και τρόμαξα να την μακρύνω ξανά).
Η μάννα πάλι φοβόταν μη μπει το ποντίκι και κόψει τα προικιά των κοριτσιών.
Τα αγόρια πάλι τα φόβιζαν ότι θα τους φάει το αυτί. Το μεγάλο πανηγύρι όμως ήταν τη μέρα τ’ αη-Τρύφωνα ή του ποντικιού. Κανένα πιτσιρίκι δεν πατούσε το πόδι του σχολείο. Πρωί  πρωί πηγαίναμε στην εκκλησία και παίρναμε αγιασμό. Αμέσως μετά ξεχυνόμασταν στα χωράφια ,να διώξουμε τα ποντίκια. Μπροστά πήγαινε συνήθως ένας ξάδερφός μου (…) με ένα κατσαρόλι με τον αγιασμό και ένα κλωνάρι βασιλικό (κλεμμένο συνήθως από κάποιο κατώι). Ράντιζε τα χωράφια με τον αγιασμό και έψελνε κιόλας (πολύ αργότερα καταλάβαμε ότι αυτά που έλεγε ήταν ότι τούρχονταν και ότι δεν είχαν σχέση με ψαλμούς…) Πίσω όλοι οι υπόλοιποι κρατώντας στα χέρια ότι τεντζερικό βρίσκαμε: νταβάδες, χαλκώματα, κουτάλες, κ.τ.λ. κάνοντας το σαματά της ζωής μας, προκειμένου να διώξουμε τα ποντίκια!

Δεν ξέρω αν τελικά τα ποντίκια εξαφανίζονταν απ΄ το δικό μας σαματά ή από τις γάτες που είχαμε…εκείνο που ηχεί ακόμα στα αυτιά μου είναι οι φωνές των μανάδων, όταν κάποια στιγμή γυρίζαμε σπίτι και ανακάλυπταν ότι κανένα τεντζερικό δεν είχε επιστρέψει σώο  στη βάση του…

Ε! παιδιά είστε  του  χρόνου να μαζευτούμε να το ξανακάνουμε;

Read Full Post »

Older Posts »