Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ιστορία’ Category

HMER-0

Από το ημερολόγιο εκστρατείας του Έφεδρου Λοχία στο έφιππο τμήμα του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων Γεώργιου Αναστασίου Γιαννόπουλου από το Καραμανώλι (νυν Γλυφάδα)Πυλίας Μεσσηνίας (1893-1944).

25η Αυγούστου

(σημείωση: με το νέο ημερολόγιο 7.9.1921)

Την νύκτα και περί ώραν μία μετά το μεσονύχτιον, ο εχθρός ενήργησε αιφνιδιασμόν εφ όλου του τομέως του νοτίου μετώπου. Το 1ον Τάγμα του Συντάγματος μας (σημείωση: 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων) κατέχων τας προφυλακάς, είχε επί τινος προκεχωρημένου φυλακίου προς φύλαξιν του τον 2ον λόχον όστις κυκλωθείς και μη βλέπων ενισχύσεις, αφού αντέταξε ισχυράν άμυναν και ήλθεν εις μετά του εχθρού ηναγκάσθη να υποχωρήση, εγκαταλείψας τους μέχρι τότε τραυματίας και νεκρούς και δύο οπλοπολυβόλα εύχρηστα ως και δύο κατεστραμμένα από τα εχθρικάς οβίδας. Κατερχόμενοι όμως του υψώματος και φεύγοντες ατάκτως, συνήντησαν τους έτερους δύο λόχους του τάγματος μεταβαίνοντας προς ενίσχυσιν του, ο εχθρός όμως είχε ακολουθήσει τον λόχον  υποχωρούντα μαχόμενον. Ενεπλάκη εις την πάλην ολόκληρον το τάγμα και η μάχη διεξήγετο στήθος  προς στήθος δια της λόγχης αγρία και φονικωτάτη. Τα πυρά πεζικού εβόϊζον αδιάκοπα κελαϊδουντα μια φρικτή τραγωδία και το πυροβολικόν με τον εκκωφαντικόν του κρότον συνταράσσει τον τόπον. Ο Ταγματάρχης Καραθανάσης Γεώργιος ανδρέιος γέρων μετ αφαντάστου ηρωισμού δίδων το παράδειγμα πρώτος αυτός εις τους άνδρας του, αρπάζει το όπλον φονευθέντος στρατιώτου του, εφορμών δια της λόγχης κατά του εχθρού και φονεύει δύο, έτερος Τούρκος επιτίθεται κατά του ακαταβλήτου ήρωος, αλλά ο υπηρέτης του Ταγματάρχου προλαμβάνει και φονεύει τον Τούρκον. Έτερος Τούρκος εν τω μεταξύ μέσα σαυτή την

HMER-1

παραζάλη και στην σπαρακτική τραγωδία, δια της λόγχης του ξεσχίζει τα γεροντικάς σάρκας, αυτού του ημίθεου προς απόγνωσιν και μεγάλην λύπην των ανδρών του Τάγματος. Κατόρθωσε το τάγμα μας αυτό να ανακαταλάβει δια της λόγχης το προκεχωρημένον φυλάκιο και μετά οκτάωρον νυκτερινήν, με σκότος αγρίαν και λυσσώδη πάλην να εκδιώξη εκείθεν τον εχθρόν υποστάντα πανωλεθρίαν. Ημείς δε έσχομεν 3 αξιωματικούς νεκρούς μεταξύ των οποίων ο Ταγματάρχης Καραθανάσης και οκτώ τραυματίας και τεσσαράκοντα περίπου οπλίτας νεκρούς και 153 τραυματίας μεταξύ των οποίων και ολίγους αιχμαλώτους. Εις την αιφνιδιαστικήν αυτή επίθεσιν του εχθρού έλαβεν μέρος και, το άκρον δεξιόν του τομέως μας, κατέχον 44ο Πεζ. Σύνταγμα της 5ης Μεραρχίας  όπερ συνέλαβε τριακόσιους περίπου εχθρούς αιχμαλώτους . Τα εγκαταληφθέντα αρχικώς τέσσερα πολυβόλα παρελήφθησαν παρά του εχθρού. Εχθρικόν αεροπλάνον έρριψεν σήμερον επί του τομέως της Μεραρχίας μας προκηρύξεις δι ων μας προτρέπει να παραδοθωμεν και θα μείνωμεν ευχαριστημένοι, κατηγορεί την κυβέρνησιν μας και τον Βασιλέαν μας ότι δια των ιμπεριαλιστικών

HMER-2

κατακτήσεων των, μας οδηγούσιν εις την καταστροφήν._

HMER-3

——–

Το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων είχε διοικητή τον Συνταγματάρχη Νικόλαο Πλαστήρα, ανήκε στην 13η Μεραρχία με διοικητή τον Στρατηγό Κίμωνα Διγενή και αυτή με την σειρά της στο Β Σώμα Στρατού υπό τον Πρίγκιπα Ανδρέα (πεθερό της Βασίλισσας Ελισάβετ της Μεγάλης Βρετανίας και γιο του Βασιλέα των Ελλήνων Γεώργιου του 1ου). Το Β Σ.Σ κατείχε με τις δυνάμεις το νότιο τμήμα του μετώπου στην μάχη του Σαγγάριου ποταμού. Η μάχη που περιγράφεται διεξήχθη στο διάστημα που η επιθετική δράση του Ελληνικού στρατού έχει πάψει και πριν την αποχώρηση από τον Σαγγάριο σε θέσεις δυτικότερα και επί της γενικής γραμμής: Προύσα- Εσκί Σεχήρ- Αφιόν Καραχισάρ- ρους Μαιάνδρου ποταμού.

Το «Εν Γαρδικίω» ευχαριστεί θερμά τον Κύριο Γεώργιο Θεοδώρου Γιαννόπουλο – εγγονό   του   συγγραφέα του ημερολογίου – για την εξαιρετική/πολύτιμη προσφορά του στην ιστορία του Γαρδικιού

Advertisements

Read Full Post »

GORGOP-1

Ντίνας Τσαντζάλου

Το Γαρδίκι είναι ξαπλωμένο νωχελικά στην ποδιά της Οξυάς, του βουνού που ανταμώνουν η Φθιώτιδα, η  Ευρυτανία, η Αιτολωακαρνανία και η Φωκίδα. Ένα γύρω βουνά που τρυπάνε με τις κορφές τους τ’ ακροούρανα, στέκουν ακούνητα, φορτωμένα με όσα πάνω τους άφησαν οι αιώνες και διατηρούν ζωντανή την ιστορία του τόπου. Ένα τοπίο με τα πυκνά δάση από βελανιδιές, καστανιές, έλατα, οξυές, τα ποτάμια, οι ρεματιές, τα πλάγια, φτιάχνουν τον πιο όμορφο πίνακα που ζωγραφίζεται στα πρόσωπα των ανθρώπων του. Κοιτάζεις τριγύρω σου και κα νοιώθεις τη σιγουριά της δύναμης, σ’ ένα πραγματικά φυσικό καταφύγιο.

Επί τουρκοκρατίας η Οξυά ήταν το λημέρι των κλεφτών. Την Άνοιξη του 1942 ο Άρης Βελουχιώτης μετά την καλύβα του Στεφανή στη Σπερχειάδα, εγκαταστάθηκε στην Οξυά, με σκοπό τον ένοπλο αγώνα εναντίον των Γερμανών. Οι Γαρδικιώτες, που είχαν συγκροτηθεί στην οργάνωση του ΕΑΜ από τον Ιούλιο του 1941, βοήθησαν υλικά – τροφοδοσία – και ηθικά, έκαναν σοβαρή δουλειά για τη: δημιουργία και συγκρότηση της πρώτης αντάρτικης ομάδας του Άρη Βελουχιώτη.

Την 20η Νοεμβρίου 1942, οι Γαρδικιώτες άκουσαν εμβατήρια και σάλπιγγες, είδαν ελληνικές σημαίες ν’ ανεμίζουν και στρατιώτες να κάνουν παρέλαση στον κεντρικό δρόμο. Ρίγη ενθουσιασμού, συγκίνησης και πατριωτικής έξαρσης προκάλεσε στους χωριανούς μας η εμφάνιση του μικρού στρατού της ελευθερίας και της επαναστατημένης Ελλάδας, σε λίγα λεπτά ολόκληρο το χωριό άντρες, γυναίκες, παιδιά, μικροί, μεγάλοι, με δάκρυα χαράς αγκάλιαζαν και φιλούσαν τους σταυραετούς αντάρτες. Όταν ηρέμησαν έστρωσαν τραπέζια να τους παραθέσουν γεύμα, οι ταβέρνες έψηνα αρνιά, οι νοικοκυρές έφερναν από το σπίτι τους ότι καλύτερο, πίτες, ψωμί, κρασί, τσίπουρο. Αφού έφαγαν εκφωνήθηκαν λόγοι. Πρώτος μίλησε ο Ζέρβας καπετάνιος του ΕΔΕΣ, δεύτερος ο Άγγλος Συνταγματάρχης Κρις Γκουντχάουζ, τρίτος ο Άρης Βελουχιώτης, καπετάνιος του ΕΛΑΣ. Όλοι μιλούσαν  για ένοπλο αγώνα εναντίον των κατακτητών και για την πολυπόθητη λευτεριά. Χειροκροτήματα και «Ζήτω»από τους Γαρδικώτες και τους αντάρτες που ονόμασαν το Γαρδίκι Ομόνοια. Οι τοπικοί οργανοπαίχτες έπαιζαν και ο χορός άρχισε. Ο Έντι Μάγιερς ενθουσιασμένος πήρε μια αναμνηστική φωτογραφία που ευτυχώς σώζεται μέχρι σήμερα. Η συγκέντρωση κράτησε έως αργά. Οι αντάρτες έφυγαν νύχτα.

Την 26η Νοεμβρίου το βράδυ οι Γαρδικιώτες άκουσαν από το B.B.C. την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου που υπήρξε διπλά κορυφαία αντιστασιακή πράξη. Πρώτον καθυστέρησε για ένα μήνα την αποστολή πολεμοφοδίων στον Ρόμελ στη Μέση Ανατολή και δεύτερον ότι υπήρξε αποτέλεσμα συνεργασίας της Ενωμένης Εθνικής Αντίστασης ΕΛΛΑΣ και ΕΔΕΣ, με την συνεργασία των Άγγλων κομάντος. Τον Δεκέμβριο του 1942, ο Βελουχιώτης επέστρεψε στο Γαρδίκι μαζί με τον Τάσο Λευτεριά και ομάδα ανταρτών. Έγινε Γενική Συνέλευση του χωριού και πάρθηκαν οι κάτωθι αποφάσεις.

  1. Καταργήθηκε το διορισμένο από τους Ιταλούς Κοινοτικό Συμβούλιο και ψηφίστηκε νέο
  2. συγκροτήθηκε στο χωριό Λαϊκό Δικαστήριο
  3. Λαϊκή Ασφάλεια και Λαϊκός Επίτροπος
  4. Καταργήθηκε ο Σταθμός Χωροφυλακής. Ο ενωμοτάρχης του σταθμού και οι χωροφύλακες αφού παρέδωσαν τον οπλισμό τους στους ΕΛΑΣίτες έφυγαν.

Κατά το χρονικό διάστημα 1940-44, το Γαρδίκι σήκωσε στους ώμους του  το μεγαλύτερο μέρος του βάρους της Εθνικής Αντίστασης την οποία υπέθαλψε και στήριξε με αίμα και θυσίες. Δεκαπέντε Γαρδικιωτόπουλα έπεσαν υπέρ πατρίδος, είκοσι επτά εντάχθηκαν στον ένοπλο αγώνα του ΕΛΑΣ. Όλοι σχεδόν οι Γαρδικιώτες, γιατροί δικηγόροι, δάσκαλοι, αγρότες ήταν γραμμένοι στις οργανώσεις του ΕΑΜ και προσέφεραν πολλά, καταλύματα, τρόφιμα, μετέφεραν πολεμοφόδια από χωριό σε χωριό με τα ζώα τους, σύνδεσμοι μεταξύ των ανταρτικών ομάδων. Οι γυναίκες ζύμωναν και έψηνα ψωμί, μαγείρευαν, έπλεναν, μπάλωναν και ξεψύριζαν τα ρούχα των ανταρτών εθελοντικά και με ενθουσιασμό. Το καλοκαίρι του 1943, στο Γαρδίκι είχαν την έδρα τους

  1. Η 13η Μεραρχία του ΕΛΑΣ και το Τάγμα Θανάτου
  2. Το αρχηγείο της Συμμαχικής Αποστολής
  3. Νοσοκομείο που διέθετε κρεβάτια για ασθενείς, έναν γιατρό, έναν φοιτητή της Ιατρικής και νοσοκόμες
  4. Η Επιμελητεία του Αντάρτη (ΕΤΑ). Που είχε συγκροτηθεί από επονίτες και επονίτισσες, με σκοπό τον εφοδιασμό των ανταρτών με τρόφιμα.
  5. Ομάδα εθνικής αλληλεγγύης
  6. Στα υψώματα του Γαρδικιού έγιναν ρίψεις πολεμοφοδίων από αεροπλάνα της Μέσης Ανατολής

Από το Γαρδίκι πέρασαν όλοι σχεδόν οι ηγέτες της Εθνικής Αντίστασης. Το καλοκαίρι του 1944 από εξέδρας μίλησε προς τους Γαρδικώτες, ο Επίσκοπος Κοζάνης Ιωακείμ. Οι Γερμανοί με δυο διμοιρίες, τη 12η Αυγούστου 1944 έκαψαν το μισό χωριό. Από τα 265 σπίτια, τα 102 καταστράφηκαν ολοσχερώς και άλλα 5 με πολλές ζημιές. Αυτά έδωσε το Γαρδίκι στην Εθνική Αντίσταση εναντίον των κατακτητών.

——————–

Τα ανωτέρω στοιχεία τα πήρα: Από αφηγήσεις του Θανάση Γαρδίκι, Γιάννη Πρωτοπαπά, Οδυσσέα Τσάντζαλο, Ευθυμιο Φλέγγα και Θέμη Μαρίνο. Από τα γραπτά του Μήτσου Μαλούκου και το βιβλίο «Το χωριό μου το Γαρδίκι» του Λευτέρη Κορέλη

Read Full Post »

ANTARSIA

του Λευτέρη Κορέλη

Ήταν ένα όμορφο κι ήσυχο απόγευμα του Ιουνίου του 1942. Η φύση στην καλύτερή της ώρα! Οι φραουλιές, σκαρφαλωμένες στις κλάρες τους, αγκαλιασμένες με τις κολοκυθιές. Τα μαρούλια, ο μαϊδανός, τα κρεμμυδάκια κι οι ντομάτες σκέπαζαν τους κήπους… Τα χωράφια όλα καλλιεργημένα! Χλόιζαν τα τριφύλλια, κυμάτιζαν τα στάχυα, πρασίνιζαν τα αμπέλια! Θρόιζαν τα φύλλα της λεύκας, ζουζούνιζαν οι μέλισσες στα άνθη της καστανιάς και μυριάδες ρουμπίνια κρέμονταν στα φύλλα της κερασιάς! Ο κούκος το ‘λεγε στο δάσος και τ αηδόνια ερωτεύονταν στις ρεματιές!…

Έτσι ακριβώς ήταν εκείνο το απόγευμα, που το αναστάτωσε στην αρχή το γρήγορο χτύπημα της μικρής καμπάνας του «Σταυρού»(1), κι αμέσως μετά οι καμπάνες της Παναγίας και του Άι Θανάση.

Οι χωριανοί, άνδρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, που εργάζονταν εκείνη την ώρα στα χωράφια, παράτησαν έντρομοι τη δουλεία τους και στύλωσαν αυτιά και μάτια προς το χωριό. Κάποιοι σκέφτηκαν τα μικρά παιδάκια τους, που ήταν μόνα, άλλοι γέροντας και ανήμπορους που άφησαν πίσω φεύγοντας το πρωί, μα κανένας δεν σκέφτηκε το απρόσμενο, που ήταν μια επιδρομή των Ιταλών καταχτητών!

Ως εκείνη την ώρα, στους Γαρδικιώτες θύμιζε τη σκλαβιά, μόνο η ανέχεια που τους στέρησε  από τα απαραίτητα: το λαδάκι, τη ζάχαρη, τη «ντυμασιά», την «ποδεσιά»(2), ακόμα και το κινίνο.

Αυτή τη φτώχεια τη λογάριαζαν, γι’ αυτό και ρίχτηκαν με τα μούτρα στην καλλιέργεια της γης, που την θυμήθηκαν τώρα κι άνθρωποι που είχαν χρόνια να ‘ρθουν στο χωριό κι άλλοι, που τα χέρια τους ήταν «απ’ την πένα» μαλακά κι άσπρα σαν το βαμπάκι. Άλλα λοιπόν λογάριαζαν οι άνθρωποι κι άλλα τους βρήκαν.

Εκείνο το καλοκαιριάτικο απόγευμα ένας λόχος Ιταλών με Έλληνες συνεργάτες, έφτασαν στο Γαρδίκι, ερχόμενοι από την Σπερχειάδα, όπου είχε την έδρα του ένα ολόκληρο ιταλικό τάγμα. Ο επικεφαλής αξιωματικός ζήτησε να δει τον πρόεδρο της Κοινότητας και τον διέταξε:

– Σε μια ώρα Πρόεδρε, όλοι οι άνδρες του χωριού, από 18 χρονών και πάνω, να συγκεντρωθούν στο σχολείο. Όσοι δεν έρθουν θα συλληφθούν και θα τιμωρηθούν σκληρά για απείθεια στις αρχές κατοχής.

– Μα λείπουν στα χωράφια, ψιθύρισε τρέμοντας ο Πρόεδρος.

– Να τους ειδοποιήσεις μ’ όποιο μέσο μπορείς, τον συμβούλεψε ένας προδότης Δωδεκανήσιος που τον έλεγαν Στέλλα κι έκανε τον διερμηνέα.

– Τις καμπάνες! διέταξε ο Πρόεδρος. Τις καμπάνες! Χτυπάτε τις καμπάνες! Και καταράστηκε από μέσα του, την ώρα και τη στιγμή που δέχονταν να πάρει το αξίωμα του Προέδρου…

Κι άρχισαν οι καμπάνες του «Σταυρού», της Παναγίας και τα Άι Θανασιού, να χτυπούν δαιμονισμένα. Μικρά παιδάκια αποσταλμένα από το Πρόεδρο, έτρεχαν στα χωράφια να φέρουν τους γονείς τους στο χωριό

– Πατέρα, φώναζαν από μακριά, ήρθαν Ιταλοί! Είπε ο Πρόεδρος να ‘ρθεις στο χωριό. Όλοι οι άντρες να παν’ στο σχολειό. Γρήγορα…

Σε μια ώρα γέμισε ανθρώπους το χωριό κι οι άντρες, νομοταγείς κι υπάκουοι τραβούσαν για το σχολείο. Οι νέοι όμως δίσταζαν, κι αντί για το σχολείο τραβούσαν προς το δάσος.

Με τον Θανάση Τσαρό, ήρθαμε αμέσως σ’ επαφή στην αρχή, με τους λίγους μυημένους στο Κόμμα, και στην συνέχεια με τους άλλους νέους του χωριού, και πήραμε την απόφαση: Όχι στο σχολείο, όλοι στον «Κρυάλο» (3).

Μαζευτήκαμε καμιά εικοσαριά παιδιά. Ο Κώστας ο Κουσουρής, είχε κι έναν «γκρα»(4) με δυο-τρία φυσίγγια. Σταθήκαμε πρώτα στα Αλώνια, στη Ράχη. Από κει βλέπαμε το σχολείο κι ελέγχαμε το δρόμο από το χωριό προς τη Ράχη. Βράδιασε,   άναψαν τα λυχνάρια και οι λάμπες, κι εμείς βλέπαμε τα φωτισμένα παράθυρα των σπιτιών αλλά και του σχολείου.  Αργά το βράδυ πήραμε το δρόμο προς την Οξυά και σταματήσαμε στο σύρραχο στον Κρυάλο. Κι από δω παρατηρούσαμε το δρόμο κι όλη τη νύχτα προσέχαμε κάθε κίνηση. Θυμάμαι, βάλαμε και σκοπούς.

Όταν έφεξε, σαν οργανωμένο στρατιωτικό τμήμα, τραβήξαμε πιο ψηλά, προς τη Βίγλα και «στρατοπεδεύσαμε» κάτω από μια συστάδα με πυκνά έλατα. Εκεί μας ήρθε και μας βρήκε ο Γιάννης Σακελλάρης που τον λέγαμε «Κωσταντάκη». Ήταν σε κακό χάλι, δαρμένος από τους Ιταλούς. Κλείστηκε μαζί με τους άλλους στο σχολείο και είδε κι έπαθε ώσπου να ξεφύγει. Μας διηγήθηκε λοιπόν τι συνέβηκε.

– Γέμισε, που λέτε, το σχολείο από άνδρες. Ένας Ιταλός αξιωματικός έβγαλε λόγο και τους είπε «…εμείς εδώ ήρθαμε με καλές προθέσεις. Θέλουμε να ας βοηθήσουμε να περάσει χωρίς δυσκολίες για σας ο πόλεμος, για τον οποίον φταίνε οι Άγγλοι και οι Ρώσοι. Πρέπει όμως κι εσείς να δείξετε καλοσύνη. Και πρώτα-πρώτα να μας παραδώσετε τα όπλα που, όπως μας είπαν, έχετε κρυμμένα. Τα όπλα δεν σας χρειάζονται. Εμείς θα σας υπερασπιστούμε από τους εχθρούς σας, τους Άγγλους και τους Ρώσους αλλά και από τους φυγάδες, τους δικούς σας αρχηγούς, που έφυγαν με τους Άγγλους πήγαν σε άλλες χώρες και αφήνοντάς σας μόνους. Σας δίνω μιας ώρας άδεια να πάτε και να τα φέρετε. Όποιος παραδίδει όπλο, θα ναι ελεύθερος να φύγει και δεν θα τον ενοχλήσει κανένας.

Έβγαλε απ’ το τσεπάκι του το ρολόι του, το κοίταξε και το άφησε πάνω στο τραπέζι λέγοντας:

-Η ώρα είναι έξι. Στις επτά να γυρίσετε με τα όπλα.

Κάθισε στην καρέκλα του, αλλά κανείς δεν έφευγε. Ο Ιταλός άναψε τσιγάρο και βγήκε στην αυλή του σχολείου. Ύστερα από λίγο ξαναγύρισε στην αίθουσα και τους είδε όλους στις θέσεις τους, σιωπηλούς και αμήχανους. Κάτι είπαν με τον Στέλλα, κι αμέσως διέταξε τον πρώτο που είδε μπροστά του:

-Έλα ‘δω εσύ.

Τρέμοντας, σηκώθηκε απ’ το θρανίο και προχώρησε προς την έδρα, ο Γαρδικιώτης. Ο Ιταλός τον πλησίασε, κρατώντας στο χέρι του ένα μαστίγιο που το χτυπούσε με δύναμη στο πάτωμα κάνοντας να κροταλίζει.

– Έκει όπλο; τον ρώτησε με σπαστά Ελληνικά

– Δεν έχω, απάντησε ο Γαρδικιώτης.

– Βγκάλε σακάκι, του είπε ο Ιταλός.

Το έβγαλε φοβισμένος και το κρατούσε στα χέρια του. Αμέσως δέχτηκε ένα χτήπημα στην ράχη από τον Ιταλό. Το μαστίγιο πλατάγισε και σχεδόν του τύλιξε το κορμί του σκίζοντας το πουκάμισο. Το πρόσωπό του έγινε κατακόκκινο. Από το πόνο; Από τη ντροπή; Από το θυμό; Ποιος ξέρει…

– Έκει όπλο; ξαναρώτησε.

– Όχι, σ’ ορκίζομαι.

– Βγκάλε ποκάμισο, ήρθε η απάντηση.

Το μαστίγιο έπεσε στην πλάτη ξανά.

– Έκει όπλο; ξαναρώτησε.

– Όχι, κυρ-αξιωματικέ απάντησε ξέπνοα.

– Βγκάλε πανταλόν.

Το μαστίγιο κτύπησε πάλι το βασανισμένο κορμί του χωριανού. Έτσι συνεχίστηκε η ανάκριση. Με το μαστίγιο να ματώνει τη πλάτη. Όμως όπλο ούτε είχε ούτε παρέδωσε. Με μια κλωτσιά τον πέταξε στο πάτωμα κι από κει τον τράβηξαν οι άλλοι έξω απ’ την αίθουσα. Ακολούθησε δεύτερος, τρίτος, τέταρτος με την ίδια μεταχείριση. Ένας δύστυχος απ’ τον Αι Θανάση, δεν άντεξε και πολύ. Κουρασμένος, νηστικός απ’ το πρωί μια και το μόνο που είχε φάει ήταν μια κλάρα κεράσια απ΄ το δέντρο που είχε στο χωραφάκι του στο Νορήτικο δεν άντεξε. Θες ο φόβος, θες ο πόνος, θες τα πολλά κεράσια στο τρίτο κτύπημα του βούρδουλα, ξεχείλισαν απ’ τα μπατζάκια του παντελονιού και γέμισαν το πάτωμα της αίθουσας κουκούτσια και ότι άλλο απέμεινε από τα κεράσια μαζί με μυρωδιές… Στο θέαμα αυτό κανείς απ’ τους χωριανούς δεν γέλασε. Τρόμαξαν όλοι.

– Έχω εγώ ένα παλιό σκουριασμένο όπλο, φώναξε κάποιος. Να πάω να το φέρω;

– Ναι να πας και να ‘ρθεις γρήγορα. Μετάφρασε ο Στέλλα.

– Έχω κι εγώ είπε ένας άλλος.

– Να πας κι εσύ….

– Κι εγώ…

– Κι εγώ… άρχισαν να ακούγονται φωνές.

– Κι εσύ κι όλοι όσοι έχετε. Άντε, θέλατε πρώτα ξύλο.

Ο Στέλλα έδειχνε ικανοποιημένος που έσπασε το πείσμα τούτων των ξεροκέφαλων χωρικών. Αλλά κι ο αξιωματικός ανακουφίστηκε γιατί σκέφτηκε ασφαλώς τι θα γίνονταν αν συνεχίζονταν η άρνηση και η σιωπή των ανθρώπων. Να τους σκοτώσει δεν είχε όπως φαίνεται διαταγή.

Βγήκαν απ’ το σχολείο μερικοί και σε λίγο ξαναγύρισαν κρατώντας άλλος μια καραμπίνα, άλλος κανένα παλιοπίστολο μαυροβουνιώτικο κι άλλος καριοφίλι του ’21. Ένας έφερε μια κάνη σκουριασμένη κι άλλος μια ξιφολόγχη!

Ήταν πλέον μεσάνυχτα. Είδαν κι απόειδαν οι Ιταλοί πως δεν έβγαινε τίποτα και τους άφησαν να φύγουν, δίνοντάς τους εντολή να μαζευτούν την άλλη μέρα στη πλατεία.

Καταχαρούμενοι, εκτός απ’ αυτόν που χέστηκε, γύρισαν στα σπίτια τους και διηγιόντουσαν τα πάθη τους. Έτσι πήραν οι Γαρδικιώτες μια πρώτη γεύση της Κατοχής.

Την άλλη μέρα το πρωί μαζεύτηκαν πάλι στη πλατεία, αλλά το μόνο που ήθελαν ήταν άλογα και μουλάρια για να τους μεταφέρουν στον επόμενο σταθμό τους.

Εμείς ακούγαμε την διήγηση του Κωσταντάκη κι αισθανόμασταν σαν να έπεφταν στην πλάτη μας οι βουρδουλιές του Ιταλού! Συμφωνήσαμε πως σωστά πράξαμε που δεν παρουσιαστήκαμε στο σχολείο και δεν υπακούσαμε στον κατακτητή. Και αποφασίσαμε το ίδιο να κάνουμε σε παρόμοια περίπτωση στο μέλλον.

Με τον Τσαρό βρήκαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε τώρα ανοιχτά στα παιδιά για αντίσταση κι αγώνα. Τα λόγια μας εκείνη τη στιγμή εύρισκαν το πιο πρόσφορο έδαφος.

Κατά στις δέκα το πρωί την άλλη μέρα, οι Ιταλοί και οι συνεργάτες τους, με ζώα που επιτάξανε απ’ το χωριό για να καβαλικέψουν οι αξιωματικοί τους, έφυγαν προς τη Ναυπακτία. Πέρασαν ως πεντακόσια μέτρα μακριά μας χωρίς να μας δουν. Εμείς βλέποντας να ανηφορίζουν πέσαμε μέσα σε μια ρεματιά και καλυφθήκαμε κάτω απ τα δέντρα.

Το απόγευμα κατεβήκαμε προς το χωριό και κρυφτήκαμε στο Κεφαλάρι. Εκεί από τους χωριανούς μας Γιάννη Χ. Μαλούκο και Νίκο Θέο μάθαμε λεπτομέρειες για τα γεγονότα του σχολείου. Κι ενώ είμασταν έτοιμοι να επιστρέψουμε στα σπίτια μας, έφτασε τρέχοντας η Τασία του Γκέκα. Είχαμε μαζί μας και τον αδερφό της. Έτρεξε να μας πει ότι στο χωριό ήρθαν κι άλλοι Ιταλοί. Αναβάλαμε λοιπόν την κάθοδο και τραβηχτήκαμε προς το δάσος. Αργότερα άλλος αγγελιοφόρος, ο Πάνος Τσικριπής μας πληροφόρησε ότι οι νέοι επιδρομείς δεν πείραξαν κανένα. Ήταν της Επιμελητείας και ζητούσαν απ’ τους χωριανούς μαλλιά, τυρί, αλεύρι και άλλα εφόδια.

Με μέτρα προφύλαξης μπήκαμε στο χωριό και τραβήξαμε για τα σπίτια μας. Εγώ όμως κι ο Τσαρός δεν κοιμηθήκαμε σ’ αυτά εκείνο το βράδυ, γιατί όπως και στα περισσότερα σπίτια το χωριού ο Πρόεδρος είχε στείλει τους Ιταλούς για κατάλυμα.

Ήταν αυτό το επεισόδιο η πρώτη επαφή του χωριού μας με τον κατακτητή κι η πρώτη δική μας ανταρσία. Ο θείος του Θανάση Τσαρου, ο Γρηγόρης Τσαρός κι δικός μου θείος Γιώργος Αναγνωστόπουλος, μας εξόρκισαν να μην το ξανακάνουμε, γιατί θα «κάψουμε» το χωριό, κι αυτό κανένας δεν θα μας το συγχωρέσει. Ίσως είχαν δίκιο. Αυτοί μιλούσαν με την πείρα της ηλικίας τους. Μα εμείς σκεφτόμασταν και δρούσαμε με την ορμή και το φρόνημα της νιότης μας

————

  • 1. Σταυρός: η πλατεία στο κέντρο του χωριού, όπου απ’ το κλωνάρι του πλάτανου κρέμεται ακόμα και σήμερα μια μικρή καμπάνα για να καλεί τους πιστούς στην εκκλησία και καλεί τα σχολιαρούδια στο μάθημα.
  • 2. «ντυμασιά»-«ποδεσιά»: λέξεις που σημαίνουν ένδυση και υπόδηση. Δηλ. ρούχα και παπούτσια.
  • 3. Κρυάλος: Τοποθέσια έξω απ’ το χωριό στο δρόμο προς την Οξυά, σε απόσταση μιας περίπου ώρας με τα πόδια, από το χωριό.
  • 4. Γκρας: Πολεμικό τουφέκι από την εποχή του πολέμου του 1897.

Φωτογραφία: Νέοι του Γαρδικιού στην πλατεία του Σταυρού την περίοδο της Κατοχής

Read Full Post »

ΚΟΥΤΣ-1

Γράφει η Ευαγγελία Βασιλείου- Ρίζου

με την πληροφόρηση όσων αναφέρονται στο κείμενο και αρκετών συγγενών.

Φωτογραφίες: Γιώργου Ρίζου

Η σημερινή εκκλησία κτίστηκε το 1973, σε αρχικό σχέδιο του στρατηγού Ιωάννη Α. Μπότση για μέγεθος σχετικά μικρό και σχήμα τόλ, με το σημερινό κτίσμα σε σχέδιο του μηχανικού Φώτη  Παπανάγνου από τη Λαμία με καταγωγή από το Γαρδίκι, που τώρα ζει στον Καναδά και τη Λαμία.

 Πολυετείς και αγωνιώδεις ήταν οι προσπάθειες  των λιγοστών κατοίκων του συνοικισμού για εξεύρεση χρημάτων για την ανέγερση.  Απευθύνονταν σε διάφορες πηγές με προσωπικές επισκέψεις ή με έγγραφα αιτήματα, πάντοτε με την αγαστή συνεργασία του Εκκλησιαστικού Συμβουλίοιυ του Γαρδικίου, με επικεφαλής τον ακαταπόνητο μπάρπα-Μήτσο Κούκο. Την ουσιαστική λύση και διαφορά έκανε η βοήθεια από τον αείμνηστο Παναγιόδωρο Γαρδίκη με χορηγία ενός μεγάλου ποσού, για την εποχή εκείνη, από την Ελληνική Οινοπνευματοποιία που ήταν Πρόεδρος. Με δωρεές από διάφορα άτομα  ολοκληρώθηκε το έργο. Τα τελευταία περίπου δέκα χρόνια χτίστηκε εξωτερικός πρόναος και  ολοκληρώθηκε η αγιογράφηση  στους τοίχους με γενναίες ατομικές ή οικογενειακές προσφορές.

Στην άκρη του προαυλίου αναγέρθηκε πετρόχτιση βρύση με ανάγλυφη μαρμάρινη κεφαλή ελαφιού, αφιερωμένη στην μνήμη του Ιωάννη και Βασιλικής Βασιλείου, από όλα τα παιδιά τους, το 2004. Τα αγκωνάρια μεταφέρθηκαν από τον κατεδαφισθέντα σταθμό του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου ΗΣΑΠ Καλλιθέας. Την κεφαλή του ελαφιού φιλοτέχνησε ο γλύπτης Σάββας Κακκαλής  από το Νέο Ηράκλειο.

ΚΟΥΤΣ-2

Η παλιά εκκλησία, η οποία κατεδαφίστηκε, όταν ολοκληρώθηκε και λειτούργησε η καινούρια, ευρίσκετο μεταξύ δύο υπέρ αιωνόβιων βελανιδιών, οι οποίες ξεράθηκαν και κόπηκαν όταν στέρεψαν οι υδραύλακες που περνούσαν από εκεί  και η οποία είχε αρχίσει να κτίζεται, από πληροφορίες, το 1909. Τα πρώτα λεφτά έστειλαν οι απόδημοι Σπύρος και Παναγιώτης Κουρέλης και κάποιος Τσατσάς από την Αμερική.  Ήταν πετρόχτιστη με πλατιούς τοίχους, χτίστηκε δε από κάποιο Ζαχαρόπουλο και αγιογράφος ήταν ο Τσούστας από τη Φτέρη. Τη δε σκεπή έφτιαξε ο Λεωνίδας  Ζουγανάς, όλοι αείμνηστοι.

Η πρώτη λειτουργία έγινε με ιερέα τον παπαΓιώργη Πρωτόπαπα, εικάζομαι ότι θα ήταν των Αγίων Αποστόλων, αφού κατά διήγηση των: Ευάγγελου Χ. Πρωτοπαπά,  Κων/νου Σ. Τσιτούρα, Παρασκευής Φλέγκα – Μαλούκου και της πρεσβυτέρας Βασιλικής Σ. Κουρέλη δεν είχαν νάμα για το Άγιο Ποτήριο και έστιψαν αγουρίδες σταφύλι από το αμπέλι πού σήμερα είναι το σπίτι και μαγαζί του Αλέκου Μαλούκου.

Είχε σχήμα παραλληλόγραμμο με μία είσοδο, δύο παράθυρα και μία, μόνο, εσωτερική πόρτα αριστερά της Ωραίας Πύλης. Εικόνες είχε μόνο στο τέμπλο και ελάχιστες κρεμασμένες στους τοίχους.

Κρατήθηκαν και τοποθετήθηκαν στο τέμπλο της καινούριας οι τέσσερις μεγάλες και οι δώδεκα ατομικές των Αγίων Αποστόλων. Οι υπόλοιπες συμπληρώθηκαν αφού ο σύγχρονος αγιογράφος προσάρμοσε τα χρώματα και το ύφος των Αγίων στις παλιές και έτσι το τέμπλο έχει σχεδόν ομοιόμορφη όψη. Το ξύλινο ταβάνι είχε το χρώμα του ουρανού με αστέρια και στη μέση ο Παντοκράτορας επιβλητικός. Δυστυχώς δεν κρατήθηκε τίποτα άλλο.

Στο νοτιοανατολικό μέρος, πίσω πλευρά, βρισκόταν παλαιότατο νεκροταφείο, για το οποίο, όπως μας πληροφόρησε η πρεσβυτέρα Βασιλική Σ. Κουρέλη, υπάρχει γράμμα των πρώτων δωρητών, στην οικογένεια του παπα- Σπύρου Κουρέλη, όπου αναφέρουν ότι τα «συγκεκριμένα χρήματα είναι για την περίφραξη του νεκροταφείου, για να μην πηγαίνουν τα γουρούνια και σκάβουν τους τάφους των προγόνων μας». Όσοι το προλάβαμε, θυμόμαστε το μαντρότοιχο με πέτρινες, χτιστές κολώνες και αγκαθωτό συρματόπλεγμα. Το νεκροταφείο μεταφέρθηκε στην είσοδο του οικισμού,  αφού προηγουμένως, με προσωπική εργασία των Κουστουφλιανιτών, έγινε λεπτομερής εκταφή όλων των οστών και μεταφορά στο νέο κοιμητήριο, σε κτήμα που δώρισε η οικογένεια Αθανασίου Γαρδίκη και συγκεκριμένα η μητέρα του Ελένη Γαρδίκη.

ΚΟΥΤΣ-3

Η εκκλησία εορτάζει στις 30 Ιουνίου, των Αγίων Αποστόλων και  γίνεται πανηγύρι ημερήσιο, συνέχεια από τη λειτουργία με φαγητό και γλέντι στον προαύλιο χώρο.

Μέχρι τη δεκαετία του ’60 λειτουργούσε μόνο στις 30 Ιουνίου στο πανηγύρι, κυρίως, από τον εκάστοτε ιερέα του Γαρδικίου, από τον παπα-Σπύρο Σιακαβέλλα από τη Λευκάδα και τον παπα- Χρήστο Γεωργόπουλο από τα Καμπιά.

Για εκκλησιασμό στις γιορτές και «μεταλαβιά» Χριστούγεννα και Πάσχα πηγαίναμε κυρίως στη Λευκάδα που ήταν πιο κοντά. Για γάμους ερχόταν παπάς, ενώ για βαπτίσεις πήγαιναν στα κοντινά επίσης χωριά. Το ότι ψάλλονται Χαιρετισμοί, προσωπικά, το έμαθα όταν πήγα στο Γυμνάσιο στη Σπερχειάδα.

Εκεί λοιπόν στη δεκαετία το ’60 ορίστηκε να γίνεται λειτουργία κάθε δεύτερη Κυριακή του μήνα από τον Ιερέα των Καμπιών παπα- Χρήστο Γεωργόπουλο. Στο τέλος της δεκαετίας του ’70 χειροτονήθηκε ιερέας ο Σωτήρης Παραπέρας από τη Φτέρη και λειτουργούσε κάθε Κυριακή και άρχισε να στολίζεται επιτάφιος και να γίνεται Ανάσταση. Σήμερα ιερέας είναι ο παπα- Σπύρος Τσιώκας από τα Κανάλια.

Ψάλτες ήταν ο Αθανάσιος Γιαννοθανάσης, πατέρας του παπα- Σπύρου Κουρέλη,  με γλυκύτατη, μελωδική και ευλαβική φωνή. Δεν ξεχνιέται η εικόνα του, γονατισμένος στο λιθόστρωτο πάτωμα, να ψάλλει το «Σε υμνούμεν……» εμπνέοντας σε μικρούς και μεγάλους τον αρμόζοντα σεβασμό, απόλυτη ησυχία, πίστη, θρησκευτικότητα και ελπίδα στο Θεό.

ΚΟΥΤΣ-4

Επίσης έψαλλε ο Γεώργιος Παπακωνσταντίνου  και  ο Ιωάννης Χ. Πρωτοπαπάς. Τα τελευταία δε τριάντα χρόνια, ανεξάρτητα από το αν ο κάθε ιερέας φέρνει ψάλτη, μόνιμος είναι ο Ευάγγελος Χ. Πρωτοπαπάς και ο Θωμάς Γ. Παπακωνσταντίνου,  όταν τον ειδοποιούν.

Επίτροποι που διετέλεσαν: ο αείμνηστος  Γεώργιος Θ. Παπακωνσταντίνου , τα πιο πολλά χρόνια όμως και κατά τη διάρκεια της ανέγερσης της νέας εκκλησίας, ήταν ο αείμνηστος  Κωνσταντίνος Χ. Πρωτοπαπάς, ο οποίος τηρούσε τα βιβλία του ταμείου με απόλυτη τάξη και ακρίβεια. Τα τελευταία χρόνια είναι  ο Απόστολος Ε. Φλέγκας και ο Γεώργιος Μαντζίκος, όλοι έντιμοι, φιλότιμοι  και εργατικοί.

Read Full Post »

1940-01

«Ήταν 28 Οκτωβρίου 1940. Ελληνοαλβανικά σύνορα. Ώρα 5η πρωινή. Η ιταλική σφαίρα βρίσκει τον στόχο της: Ο στρατιώτης Βασίλειος Τσιαβαλιάρης ήταν ο πρώτος πεσών του Ελληνικού Έπους. Πίσω από τά σκόπευτρα με το δάκτυλο στην σκανδάλη οι φρουροί των προκεχωρημένων φυλακίων προσπαθούσαν να διαπεράσουν το σκοτάδι. Απέναντι σέ απόσταση λίγων μέτρων, ο εχθρός μόλις είχε αρχίσει την επίθεση του. Προτού ακόμη εκπνεύσει τό τελεσίγραφό τους, οι Ιταλοί είχαν εξαπολύσει τις ταξιαρχίες τους και οι πρώτες σφαίρες έσκιζαν την νυκτερινή σιωπή πάνω στα βουνά τής Ηπείρου. Εκεί, στην γραμμή των συνόρων σε ένα απομεμακρυσμένο φυλάκιο, έπεφτε νεκρός ο πρώτος Έλληνας στρατιώτης, ο Βασίλειος Τσιαβαλιάρης. Ένας φαντάρος πού έτυχε να κάνη την πρωινή σκοπιά. Σύμφωνα μέ μαρτυρίες, οι τελευταίες λέξεις τού Έλληνα φαντάρου ήταν: “Τι θ’ απογίνουν τα παιδιά μου;”».(1)

Περισσότεροι από πενήντα νέοι του Γαρδικιού  πολέμησαν στον πόλεμο του ’40 στη Πίνδο και στα βουνά της Αλβανίας. Απ’ αυτούς οκτώ δεν γύρισαν πίσω με το τέλος του πολέμου. Σκοτώθηκαν πολεμώντας για την πατρίδα μας.

1. Παπαστάμου Κωνσταντίνος του Γεωργίου, Έφεδρος Ανθυπολοχαγός. Γεννήθηκε στο Γαρδίκι το 1913, ήταν καθηγητής. Ανήκε στο του ΙΙΙ Σύνταγμα Βαρέως Πυροβολικού (Έμπεδο Λαρίσης). Πέθανε στη Λάρισα στις 7 Νοεμβρίου 1940.

2. Γκέκας Βασίλειος του Δημητρίου, Δεκανέας. Γεννήθηκε στο Γαρδίκι το 1918 και ήταν αγρότης. Υπηρετούσε στο 42ο Σύνταγμα Ευζώνων. Φονεύθηκε στη Λίμνη Ζαραβίνα Πωγωνίου, στις 20 Νοεμβρίου 1940.

3. Κουτσούκης Γεώργιος του Ιωάννη, Στρατιώτης. Γεννήθηκε στο Γαρδίκι το 1915, αγρότης. Ήταν στο 42ο Σύνταγμα Ευζώνων. Φονεύθηκε στην Κακαβιά στις 26 Νοεμβρίου 1940.

4. Ντελής Κωνσταντίνος του Ιωάννη, Στρατιώτης. Γεννήθηκε στο Γαρδίκι το 1914, αγρότης. Στρατιώτης του Β/2 Λόχου Ημιονηγών. Φονεύθηκε στα Τρία Αυγά στις 12 Μαρτίου 1941.

5. Μπαρτσιώκας Δήμος του Ανδρέα, Στρατιώτης. Γεννήθηκε στο Γαρδίκι το 1913 και ήταν αγρότης.  Υπηρετούσε στο 42ο Σύνταγμα Ευζώνων. Φονεύθηκε στο ύψωμα 1.410 (περιοχή Μάλι Σπάτ) την 1η Ιανουαρίου 1941.

6. Φλέγκας Νικόλαος του Ιωάννη, Στρατιώτης. Γεννήθηκε στο Γαρδίκι το 1919, αγρότης.  Στρατιώτης του 42ου Συντάγματος Ευζώνων. Φονεύθηκε στο Τεπελένι στις 16 Απριλίου 1941.

7. Γαλανός Κωνσταντίνος του Αθανασίου, Στρατιώτης. Γεννήθηκε στο Γαρδίκι το 1917, αγρότης. Ήταν στο 50ο ΣΠ. Απεβίωσε στο ΧΙβ Ορεινό Χειρουργείο (Τσερεβόντα) στις 15 Φεβρουαρίου 1941.

8. Ζάχος Κωνσταντίνος του Γρηγορίου, Στρατιώτης. Γεννήθηκε στο Γαρδίκι το 1913 και ήταν αγρότης.

Σ’ αυτούς περιλαμβάνουμε και τον Ηλία Γ. Πιλάλη, χωροφύλακα, που σκοτώθηκε κατά τον βομβαρδισμό της Λαμίας, όπου υπηρετούσε.

Επίσης βρήκαμε πληροφορίες για τους νεκρούς από τα χωριά Στάγια (Πλάτανο) και Κυριακοχώρι.

Μπαλαφούτης Αθανάσιος του Γρηγορίου, Στρατιώτης. Γεννήθηκε στα Στάγια (από το 1957 Πλάτανος) το 1916, του 42ου Συντάγματος Ευζώνων. Φονεύθηκε στη Ρεπετίστα στις 14 Νοεμβρίου 1940.

Στεργίου Απόστολος του Ανδρέα, Δεκανέας. Γεννήθηκε στο Κυριακοχώρι το 1917, της Εφίππου Μοίρας Πολυβόλων. Φονεύθηκε στη Μονή Τσέπου Αργυροκάστρου στις 13 Δεκεμβρίου 1940.

Σκαρλάτος Γεώργιος του Νικολάου, Στρατιώτης. Γεννήθηκε στο Κυριακοχώρι το 1915, του 42ου Συντάγματος Ευζώνων. Φονεύθηκε στο Τεπελένι στις 2 Απριλίου 1941.

(1)Κείμενο από το www.pressgr.com

Πληροφορίες για τους πεσόντες, έχουν ληφθεί από το  ιστολόγιο:  http://sotosalexopoulos.blogspot.gr/

—————————————————————

ΠΡΟΣΟΧΗ: όπου υπάρχει κόκκινη υπογραμμισμένη λέξη που αναφέρεται σε τοποθεσία, κάνοντας ΚΛΙΚ επάνω στη λέξη σας οδηγει στο χάρτη της περιοχής.

Read Full Post »

SPERX

του Νικολάου Θεοδώρου

Προς Δ. της Σπερχειάδος περί την μιάμισην ώραν απόστασιν και εις τους πρόποδας της Γουλινάς ευρίσκεται χωρίον με χίλιους κατοίκους ονομαζόμενον Κάτω Φτέρη ή απλώς Φτέρη, υπό δε των γεροντοτέρων κατοίκων ονομάζεται Καλύβια, εις αντιδιαστολήν της Άνω Φτέρης, η οποία ονομάζεται Χωριό, αν και κατοικείται μόνον υπό τινών παραθεριστών κατά την εποχήν του θέρους. Παρήλθον πολλά έτη αφ’ ότου οι κάτοικοι της Άνω Φτέρης  μετώκησαν εις την Κάτω Φτέρην, εν τούτοις όμως εξακολουθούν εισέτι κατά τας ιδιαιτέρας αυτών συζητήσεις ν’ αναφέρουν λέγοντες «πάμε στο Χωριό» δια την Άνω Φτέρην ή «πάμε στα Καλύβια» δια την Κάτω Φτέρην. Η Άνω Φτέρη απέχουσα μίαν ώραν εκ της Κάτω Φτέρης ευρίσκεται εις τας κλιτύας της Γουλινάς εν τω μέσω οπωροφόρων δένδρων, πλουσίων υδατοπηγών και εστεφανομένη υπό πυκνού δάσους καστανιών. Προκατοχικώς υπερπεντακόσιοι παραθερισταί, εις το υψόμετρον αυτό των 850 μέτρων, εδρόσιζον τα κουρασμένα σώματά των υπό το πράσινον φύλλωμα των βαθυσκίων πλατάνων και των εν αφθονία και ποικιλία ευρισκομένων οπωροφόρων δένδρων.

Εις το μέσον ακριβώς των δύο ομωνύμων χωρίων ευρίσκονται πελασγικά τείχη, τα οποία ως καταδεικνύεται εκ των κατακειμένων  ογκολίθων, απετέλουν κατά την αρχαιότητα οχυρόν φρούριον ονομαζόμενον Σπέρχια. Το οχυρόν αυτό ευρίσκεται επί φυσικού υψομέτρου ογκώματος των κατωφερειών της Γουλινάς και εν τω μέσω δύο κατερχομένων χειμάρρων. Το φρούριον έχει περίμετρον ενός περίπου χιλιομέτρου και περιβάλλει έκτασιν πέντε επιπέδων απιφανειών με συνολικόν εμβαδόν εβδομήκοντα στρεμμάτων. Το ανατολικόν τείχος εκτισμένον εις την αριστεράν όχθην του αβαθούς χειμάρρου έχει μήκος τριακοσίων εξήντα μέτρων και καθ’ όλην την έκτασιν διακρίνεται εις ύψος το τείχος συγκείμενον εκ μιας σειράς και αλλάχου δύο και τριών σειρών ογκολίθων, το δε πάχος αυτού κυμαίνεται από δύο μέτρα έως δυόμισι. Επί της  πλευράς ταύτης προεξείχον δύο πυργίσκοι. Οι ογκόλιθοι διολισθήσαντες ευρίσκονται προσχωματωμένοι εντός του αβαθούς χειμάρρου. Το ΝΔ μέρος του οχυρού επροστατεύετο υπό τριών πυργίσκων και ευρίσκεται εκτισμένον επί ισοϋψούς ομαλού εδάφους επικλινούς κατερχομένου εκ της Άνω Φτέρης. Εξωτερικώς διακρίνει τις δύο και αλλαχού τρεις σειράς ογκολίθων. Ως εικάζεται, και η είσοδος του φρουρίου θα ευρίσκετο εις την ανατολικήν γωνίαν της πλευράς ταύτης, την εφαπτομένην επί του πυργίσκου, όστις ήνωνε και επροστάτευε τα άκρα της ΝΔ και Α πλευράς. Το πάχος δε κυμαίνεται από δύο έως δύο και είκοσι εκατοστά του μέτρου. Η δυτική πλευρά, της οποίας ελάχιστα ίχνη διακρίνονται, κάμπτεται συντόμως προς συνάντησιν της βορείας πλευράς, την οποίαν νοητώς συλλαμβάνομεν ως εκ της διαμορφώσεως του εδάφους.

Οι ογκόλιθοι της ΝΔ πλευράς του οχυρού ευρίσκονται την ομαλώς κατερχομένην δυτικήν πλαγιάν του χειμάρου, όστις έχει βάθος υπέρ εκατόν πεντήκοντα μέτρων. Πολλοί μεν των ογκολίθων συνεκρατήθησαν εντός του κοιλώματος, του δια της υποκειμένης οδού σχηματισθέντος, άλλοι δε κατακρημνίσθησαν εις το βάθος του χειμάρρου και εξηφανίσθησαν, παρασυρθέντες ή προσχωθέντες υπ’ αυτού. Οι ογκόλιθοι της Β. πλευράς διασκορπισθέντες επί της ομαλούς χωματώδους κατωφερείας μεταφέρθησαν και εχρησιμοποιήθησαν ως οικοδομικόν υλικόν δια την οικοδόμησιν του χωρίου Παλαιοβράχας. Επειδή εξηφανίσθει παν ίχνος επί της Β. πλευράς, δεν δυνάμεθα ακριβέστερον να καθορίσωμεν την έκτασιν του φρουρίου αυτού προς Β., το οποίον ίσως να κατήρχετο και περιελάμβανε και το υποκείμενον επικλινή συνεχόμενον χώρον, ένθα κεραμοσκεπών οικημάτων ίχνη ευρίσκονται. Η επικλινής αυτή έκτασις μόνον ανατολικώς προστατεύεται υπό του εκτεινομένου βραχίονος, του εξ ογκολίθων κατασκευασμένου και συνεχομένου του ανατολικού τείχους. Εις την κατωφέρειαν ταύτην φαίνεται μάλλον ότι υπήρχε προέκτασις εξωτερικής πόλεως εκτός του φρουρίου, το οποίον υψώνεται νοτίως της πόλεως ως ακρόπολις.

Εσωτερικώς το φρούριον απετελείτο εκ τεσσάρων επιπέδων επιφανειών διαχωριζομένων υπό διαχωριστικών τειχών. Εξ αυτών η ΝΔ είχεν έκτασιν εξήντα μέτρων επί τριάντα  και, καθώς φαίνεται, ήτο η οχυροτέρα και εντός αυτής μόνον στρατιωτικής φύσεως κεραμοσκεπή οικήματα υπήρχον.  Η μεσαία επιφάνεια είχεν έκτασιν 40 επί 30 μετρ. και  η βορειοτέρα 65 επί 35 μετρ., ενώ η ετέρα επιφάνεια η κειμένη δίκην τριγώνου προς δυσμάς είχεν εμβαδόν 70 τ.μ.

Άπασαι αι επιφάνειαι αυταί διακρίνονται με τα διαχωριστικά τείχη και την ελαφράν διαφορουμένην απόκλισιν αυτών. Η προς Β. εντός ή εκτός του τείχους, ως ανεφέρθη, εκτεινομένη επικλινής επιφάνεια, ένθα η πόλις, έχει απόκλισιν 40ο.

Εντός των επιφανειών ανευρίσκει τις, άφθονα συντρίμματα κεράμων, αίτινες, ως εικάζεται, προέρχονται από κεραμοσκεπείς οικίας και συντρίμματα πήλινων δοχείων. Η αρχαία αύτη πόλις, η επί του φρουρίου και εκτός αυτού προς Β. εκτεινωμένη, ονομάζετο Σπέρχια και υδρεύετο δι’ υπογείου οχετού από των υδατοπηγών της Άνω Φτέρης. Σκεπτόμενος τις ότι το φρούριον θα διέθετεν υπερχιλίους πολεμιστάς δια την προστασίαν αυτού, ευκόλως συλλαμβάνει την σπουδαιότηταν της πόλεως ταύτης, ήτις εδέσποζε της παιδιάδος της Δ. Φθιώτιδος και απέζη από τη συγκομιδήν των πλουσίων καρπών αυτής. Προς Β. του  φρουρίου αυτού ευρίσκονται οι τάφοι της πόλεως. Έκαστος τάφος αποτελείται από τέσσαρας πελεκητούς λίθους εμπηγμένους εις τα πλάγια και ενός λίθινου καλύμματος. Άνωθεν των τάφων διακρίνοντο προ μιας εικοσαετίας (70) τύμβοι εκ χωμάτων. Σήμερον έχουν διανοιχθεί και εσυλήθησαν οι τάφοι. Η πόλις αύτη, ευρισκομένη εις υψόμετρον 500 μ., επισκοπεί προστατευτικώς την πλουσίαν πεδινήν έκτασιν της Δυτικής Φθιώτιδος. Οι πλούσιοι κτηνοτροφικοί λειμώνες και αι εύφοροι γεωργικαί και δασικαί εκτάσεις με τους ανεξάντλητους  εις θηράματα δρυμούς της Γουλινάς απετέλουν την Εδέμ της κοσμοβριθούς ταύτης πόλεως μετά των γύρω συνοικισμών αυτής. Πλούτη άφθονα, προερχόμενα εκ της παραγωγής των γεωργικών προϊόντων, των κτηνοτροφικών και της λείας των θηραμάτων, συνεκεντρούτο διαρκώς και καθίστων την ζωήν των κατοίκων ευχάριστον. Η περιφρούρησις της ευδαιμονίας αυτών εξηνάγκασε τους κατοίκους της πόλεως ως και τους περιοίκους αυτής ν’ ασχοληθώσι με την επιμελή και σοβαράν οχυρωματικήν συγκρότησιν του φρουρίου, το οποίον θα έπρεπε να αντέχει εις τα κατακτητικά σχέδια των γύρω λαών της εποχής της προ Χριστού χιλιετηρίδος. Η παρατηρουμένη εισέτι ακριβής συναρμογή τν ογκολίθων μας φανερώνει την εξέλιξιν της τεχνικής, εις την οποίαν είχον φθάσει οι πρόγονοί μας με την προσπάθειαν δια την αποτελεσματικήν  οχύρωσιν των ακροπόλεων. Εκ των ευρισκομένων σποράδην συντριμμάτων επί του φρουρίου και εντός των συληθέντων τάφων φαίνεται ότι η τεχνική της κεραμουργίας και αγγειοπλαστικής κατείχεν εξελικτικόν στάδιον προόδου και μεσογειακού πολιτισμού επίζηλον εις τους πέριξ εχθρούς. Η ευμάρεια δε εξ άλλου της ζωής των κατοίκων και η διαρκής συρροή αγαθών απέδιδον εις την πόλιν πλουσίαν αίγλην, εις δε τας πέριξ φυλάς ζηλότυπον αρπακτικότητα.

Εις τας βορείας υπωρείας του Τυμφρηστού έζη την εποχήν εκείνην, καθ’ ην ήκμαζεν η Σπέρχια, λαός πολεμικός, ορεσίβιος, τραχύς και λιτοδίαιτος, οι Αινιάνες. Ο λαός ούτος απέζη  δια της ληστείας και εκ της αρπαγής λαφύρων κατά τας σποραδικάς αλλά συχνάς επιδρομάς επι των πλουσίων περιοχών της Δυτικής Θεσσαλίας και Δυτικής Φθιώτιδος. Οι Αινιάνες συν τω χρόνω αποθρασυνθέντες, αλλά και εις την πολεμικήν τέχνην ασκηθέντες, διοργάνωσαν σοβαρόν εκστρατευτικόν σώμα με αντικειμενικόν σκοπόν την καταστροφήν και αυτού του φρουρίου, το οποίον ευρίσκετο ως εμπόδιον εις τας αρπακτικάς και ληστρικάς διαθέσεις αυτών. Η σύγκρουσις πραγματοποιείται κατά την εποχήν της συγκομιδής των προϊόντων εντός της πεδινής περιοχής.

Οι Σπέρχιοι υπεραμύνονται δια την προστασίαν της εφόρου περιοχής των, αλλ’  οι Αινιάνες  συνρίβουν την αντίστασιν των, τους κυνηγούν και τους εγκλωβίζουν εις τα τοίχη. Άπασα η κτηνοτροφία και τα γεωργικά προϊόντα περιέρχονται εις χείρας των Αινιάνων, ενώ οι Σπέρχιοι κινδυνεύουν εκ του λιμού. Η πολιορκία παρατείνεται και οι Αινιάνες οσήμεραι γίνονται επιθετικώτεροι. Οι Σπέρχιοι ούτε συμμάχους έχουν, ούτε αντίστασιν δύνανται να προβάλουν και το φρούριον πίπτει εις χείρας των Αινιάνων. Μετά την διαρπαγήν των πλουσίων λαφύρων της ωραίας Σπέρχιας και την καταστροφήν του φρουρίου αυτής, οι Αινιάνες προχωρούν εις την κατάληψιν και του περί τας πέντε ώρας ανατολικώς κειμένου φρουρίου της Υπάτης, ένθα εγκαθίστανται μονίμως, καταστάντες κύριοι ολοκλήρου της πεδινής εκτάσεως την οποίαν διέδραμον.

Οι επιζήσαντες της τρομεράς συγκρούσεως ταύτης κάτοικοι της Σπέρχιας παρέμεινον καλλιεργούντες τα κτήματά των υπό τον αυστηρόν έλεγχον των Αινιάνων και την οικονομικήν επιρροήν αυτών, διότι και νομίσματα φέροντα την επιγραφήν «Αινιάνες» ευρέθησαν εντός του φρουρίου.

Η πόλις Σπέρχια επέζησεν άνευ ιστορικής ζωής έκτοτε δια μέσου των αιώνων, άλλοτε ως συνοικισμός ή χωρίον και άλλοτε ως πόλις επί των ερειπίων και της παλαιάς αίγλης της ενδόξου αρχαίας Σπέρχιας.

Η λαϊκή μούσα όμως και νεκράν επιμνημονεύει και απαθανατίζει αυτήν εξ αιτίας του ηρωικού θανάτου κατά την εκστρατείαν του Σαγγαρίου (1921) του εκ Φτέρης καταγομένου και εις Ξηροχώριον εγκατεστημένου ταγματάρχου Βασιλείου Ευαγ. Σακελλάρη:

      Σπέρχεια θρηνήσει Αία,

      Ξηροχώρι κ’ Ιστιαία

      μ’ ένα δάκρυ ευγνωμοσύνης

      και με στέφανον μερσίνης.

      Στου Σαγγάριου τα νερά,

      που τόσ’ αθάνατα παιδιά

      εστεφάνωσεν ο Άρης

      της Σπέρχιας κρατά τη δόξα

      άφθαστος ο Σακελλάρης.

                                  (Κατά Παπαγεωργίου εκ Φτέρης)

Με ιστορικήν ζωήν εμφανίζεται και πάλιν ως πρωτεύουσα κατά τους πρώτους χρόνους της νεωτέρας Ελλάδος, καθ’ ους με το συγκενρωτικόν πνεύμα του πρώτου Κυβερνήτου της Ελλάδος Ιω. Καποδίστρια προωρίζετο ως πόλις. Τότε εντός της μικράς Σπέρχιας ευρίσκοντο άπασαι αι δικαστικαί και διοικητικαί αρχαί της περιοχής της Δυτικής Φθιώτιδος και ελειτούργει Ελληνικόν σχολείον. Αλλά κατά το έτος 1840 αι αρχαί μεταφέρονται εις το χωρίον Αγά, νεοσύστατον χωρίον, όπερ αργότερον μετονομάσθει Σπερχειάς.

Συγχρόνως κάτωθεν της αρχαίας Σπέρχιας, μετωκίζονται εις τουρκικόν χωρίον ονομασθέν Παλαιοβράχα πρόσφυγες Έλληνες διαφυγόντες εξ Ικονίου της Μικράς Ασίας τας σφαγάς των Τούρκων.

Οι ελάχιστοι εναπομείναντες κάτοικοι της Σπέρχιας, εγκαταλείψαντες το άγονον, ξηρόν και άδενδρον χωρίον των, μετώκησαν πέριξ και εις απόστασιν τινά του μοναστηριακού κτήματος της Άνω Φτέρης.

Πολύ γρήγορα όμως πραγματοποιείται η απαλλοτρίωσις του μονατηριακούκτήματος και το χωρίον εγκαθίσταται το έτος 1843 πέριξ του ιερού ναού ο Άγιος Γεώργιος. Δια την γεωργικήν καλλιέργειαν της πεδινής εκτάσεως ηναγκάζετο να διατηρώσι καλύβας εις την θέσιν ένθα κείται ακριβώς η Κάτω Φτέρη, προς αποθήκευσιν κατά την θερινήν περίοδον των γεωργικών προϊόντων μέχρι της μεταφοράς αυτών εις την Άνω Φτέρην. Πολλοί των κατοίκων της Φτέρης έλκουν την καταγωγήν εκ των κατοίκων της Σπέρχιας.

Σήμερον Σπέρχια δεν υπάρχει, ευρίσκεται θαμμένη υπό τα διασκορπισμένα συντρίμματα των οικοδομών αυτής. Μόνον λείψανα του φρουριακού εκείνου όγκου και των κεραμοσκεπών οικιών διακρίνονται. Τα λείψανα που καλύπτουν την Σπέρχιαν, την ομώνυμον πόλην του προκειμένου αυτής Σπερχειού ποταμού, παραμένουν βουβά και άφωνα μεν, αλλ’ αντικατοπτρίζοντα μίαν δόξαν ελληνικήν και αθάνατον κλέος της ελληνικής φυλής, δι’ ων εγαλουχήθησαν αι γενεαί των προγόνων μας, αι κληροδοτήσασαι εις ημάς την υψηλοτέραν ιδέαν, την λαμπράν και μεγαλειώδη ιδέαν, ήτις ονομάζεται Ελλάς.

Σπέρχια δεν υπάρχει, αλλ’ από τα ιερά αυτής λείψανα ανέρχεται φωτεινή ακτίς, ήτις προστιθεμένη εις την δέσμην του ηλιακού φωτός της Ελλάδος θερμαίνει τα πεπρωμένα της φυλής  μας και την ιστορικήν δόξαν αυτής.

Κάθε πέτρα αντικατοπτρίζει και μίαν δόξαν του ηρωικού μεγαλείου της Ελλάδος, κάθε ογκόλιθος είναι συνυφασμένος με τον φωτοστέφανον της δόξης κάποιου ξεχασμένου από τον χρόνον εις τα κατακάθια της ψυχής μας προγονικού ήρωος. Κάθε ερειπωμένον μνημείον ακτινοβολεί εις τας ψυχικάς ίνας της ζωής μας την ενδοξοτέραν των αιώνων ιστορίαν, η οποία επέζησεν ως μεγαλειώδης φωτοβόλος ιδέα εις την ψυχήν μας, ως Ελλάς σελασφόρος εις το στερέωμα της οικουμένης. Ατενίζοντας τους χώρους τούτους, βλέπομεν την Πατρίδα μας, εξετάζοντες αυτούς, μελετώμεν την ιστορίαν της. Τα μνημεία ταύτα διατηρούν την πηγαίαν ιδέαν, εκ της οποίας έλκει την καταγωγήν της η ελληνική ψυχή.

(Περιδικό «ΦΘΙΩΤΙΣ», τεύχ. 9, Ιανουάριος- Μάρτιος 1957, σελ. 57)

Read Full Post »

sxoleio

του Άγγ. Γ.  Ηλιόπουλου

 Με την ευκαιρίαν της ευρέσεως εις παλαιόν βιβλίον καταλόγου καθηγητών των Γυμνασίων και Ελληνικών Σχολείων (Σχολαρχείων) του τότε αδιαιρέτου Νομού Φθιωτοφωκίδος, παραθέτουμεν τα ονόματα αυτών. Έχουν δημοσιευθεί εις το «Ετήσιον πολιτειακόν, οικονομολογικόν και στατιστικόν ημερολόγιον 1891» (Έτος Β’ Αθήνα 1890) εκδοθέν παρά του πρυτάνεως της ελληνικής δημοσιογραφίας Βλάσση Γαβριηλίδου.

Κατά το σχολικό έτος 1889-1890 υπήρχον εις την Φθιωτοφωκίδα δύο Γυμνάσια, όπου εδίδασκον οι εξής καθηγητάι:

α) Αμφίσης: Γυμνασιάρχης Δημ. Κουβελάς, καθηγηταί Ιω. Μπογδάνος, Βασ. Πουρνάρας, Αριστ. Παπαντωνίου και Γ. Μουσαίος.

β) Λαμίας: Γυμνασιάρχης Γ. Ζ. Παναγιωτίδης, καθηγηταί: Νικ. Κλάρας, Γ. Ρέντζος, Ν. Κορπιαίος, Γ. Εμμ. Ανδρούτσος και Κ. Αποστολίδης.

Ελληνικά Σχολεία υπήρχον εις τας κάτωθι κωμοπόλεις με το εξής προσωπικόν:

Αταλάντη: Σχολάρχης Κ. Κωνσταντόπουλος, διδάσκαλοι Γ. Τσικόπουλος, Αλ. Ελευθεριάδης,

Άμφισσα: Σχολάρχης Γ. Π. Παπαδόπουλος, διδάσκαλοι Πρ. Κόλλιας, Γ. Σπανοκωλέττης, Παν. Παπανδρέου

Αγάς (Σπερχειάδα): Διδάσκαλοι Ανδρ. Κατσαδούρος, Γ. Χαλιώτας.

Βαρυμπόπη (Μακρακώμη): Διδάσκαλος Γεώργιος Ρίζος.

Βελίτσα (Τιθορέα): Διδάσκαλος Ευθ. Καρδαράς.

Βιτρινίτσα: Διδάσκαλοι Γ. Χρυσανθάκης, Π. Κοντόπουλος.

Γαλαξείδι: Σχολάρχης Πέτρος Πορφυρόπουλος, διδλασκαλοι Ι. Καλπούζος, Γ. Ανδρέου, Ι. Περδίκας.

Γαρδίκι Ομιλαίων: Διδάσκαλος Μ. Στεργιόπουλος.

Γραβιά: Διδάσκαλος Θρ. Παπαγεωργίου.

Γρανίτσα (Δωρίδος): Διδλασκαλος Σπ. Δαούρτας.

Δαδίον (Αμφίκλεια): Σχολάρχης Γ. Καφίρης, διδάσκαλοι Κ. Γ. Ξηρομερίτης, Σπ. Θ. Τράκας, Ι. Παπαναστασίου, Αθ. Μουρτζίνας.

Δραχμάνι (Ελάτεια): Διδάσκαλος Πέτρος Λαπατσάνης ή Ματονίκας.

Κάψη: Διδάσκαλος Χρυσόγελως Οικονομίδης.

Λαμία: Σχολάρχης Λεων. Ρούκης, διδάσκαλοι Ι. Τσιτιμάκης, Γαριβ. Δημητριάδης, Κ. Τριανταφυλλίδης, Κ. Μαλακάσης.

Λιδωρίκι: Σχολάρχης Κ. Κάκος, διδάσκαλος Κ. Η. Ταμβάκης.

Μαρτίνον: Διδάσκαλος Γ. Δημακίδης.

Μώλος: Διδάσκαλος Ν. Ποίτης.

Παλαιοκάτουνο (Δωρίδος): Διδάσκαλος Αναστ. Αραβοσιτάς.

Στυλίς: Διδάσκαλος Αλκ. Ριζόπουλος.

Υπάτη: Διευθύνων Περ. Πανόπουλος, διδάσκαλοι Ν. Δημάκης, Γ. Παπακωνσταντίνου.

Ενδιαφέρων επίσης είναι ο δημοσιευόμενος εν συνεχεία «Κατάλογος εμφαίνων τον αριθμόν των Ελληνικών Σχολείων, την πόλιν εν η εδρεύουσι ταύτα και τον αριθμό των μαθητών εκάστης τάξεως, κατά το σχολικόν έτος 1889-1890»

                                                      Αριθμός μαθητών  κατά τάξεις

ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ & ΦΩΚΙΔΟΣ       Α           Β          Γ

Βιτρινίτσης………………………….  22          10       18

Λειδωρικίου…………………………..26         13       13

Παλαιοκάτουνο…………………..  13          –          –

Αταλάντης…………………. …………26         26       14

Βελίτσης………………………………. 12           –          –

Δαδίου………………………………..  62         55       38

Δραχμανίου…………………………. 19           –          –

Μώλου…………………..……….…….  7          –          –

Αμφίσης…………………………..……  87         64       62

Γαλαξειδίου………………………..   61        22       11

Γραβιάς……………………………….  14         –           –

Αγά……………………….……………   24        17         –

Βαρυμπόπης………………………  26         –           –

Γαρδικίου (Κρ. Λαρίσσης)…. 12          –           –

Γαρδικίου (Ομιλαίων)………… 16          –           –

Κάψης………………………….……  17         –           –

Λαμίας…………………………..…..   70        61       46

Νέας Μιζέλης……………..….……   9          –          –

Στυλίδας……………………..…….…  20          –         –

Υπάτης………………………………..  42        15       27

Αρτοτίνης…………………..……..  15         –         –

(Τα έχοντα μαθητάς εις την Α’ τάξιν μόνον ιδρύθησαν κατά το έτος 1889-1890)

ΠΙΝΑΞ
Δημοτικών Σχολείων Φθιωτοφωκίδος και Ευρυτανίας εμφαίνων και αριθμόν μαθητών και διδασκάλων

 

Δήμοι                Σχολεία   M.Αρρέν.  M.Θηλ.  Δημ/σκαλοι    Γραμ/σκαλοι

ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ

Λαμίας                         12               181            175             10                   6

Φαλάρων                       9               181             43                2                   7

Κρεμαστής Λαρίσσης    3                  68               –                1                   1

Πτελεατών                     4                146             19               3                   1

Σπερχειάδος                  5                 93             11                3                   2

Νέας Μιζέλης                 2                 40             32                2                    –

Ομιλαίων                       3                129              –                 2                    1

Υπάτης                          7                199             25               3                    4

Ηρακλειωτών                 5                108              –                 1                    4

Μακρακώμης                 5                   56              –                4                    1

Παραχελωίτιδος             4                  80               –                1                    3

Τυμφρηστού                   8                197              –                 6                   2

 

ΛΟΚΡΙΔΟΣ

Αταλάντη                        6                 153            55               3                    4

Λαρύμνης                       4                 120             –                 3                    1

Τιθορέας                         4                 110             –                 3                    1

Δαφνουσίων                   3                   46             –                 2                    1

Θρονίου                          3                   46             –                 2                    1

Θερμοπυλών                  4                   90            25                3                   1

Δρυμαίας                        4                  339           60                4                   2

Ελάτειας                         4                  106             –                 1                    3

ΔΩΡΙΔΟΣ

Αιγιτίου                            5                 119             –                 4                    1

Υαίας                               3                 125             –                 3                    –

Τολοφώνος                      5                 137             –                 4                    1

Ποτιδανίας                       4                 120             –                 2                    2

Ευπαλίου                         9                   65             –                 –                     7

Κροκυλίου                        4                 203             –                 4                    –

Βωμαίας                           4                 139             –                 2                    2

ΠΑΡΝΑΣΣΙΔΟΣ

Αμφίσσης                         5                 144            112               7                  –

Γαλαξιδίου                        2                 210            200               5                  –

Μυονίας                            3                 108              –                 1                  2

Κρίσσης                            4                 187              32               4                  –

Αντικύρας                         1                 130              1                 –                   –

Παρνασίων                       3                   58             46               3                   –

Δωριέων                           6                 246               –                6                   –

Καλλιέων                          3                   96               –                3                   –

ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ

Καρπενησίων                   13                428             65               10                  6

Ευρυτάνων                         5                255               –                 2                  4

Αρακυνθίων                        5                136               –                 2                  4

Παρακαμπυλίων                 4                  62               –                 1                  3

Κτημενίων                           6                114               –                 2                  4

Δολόπων                            2                 40                –                 –                   2

Απεραντίων                        4                129               –                 2                  2

Αγραίων                              6                141               –                 4                  2

Αγράφων                             3                 67               –                  –                  3

Χαρακτηριστικόν είναι ότι ελάχισται μαθήτριαι εφοίτουν εις τα Δημοτικά σχολεία την εποχήν εκείνην

Υπήρχον και γραμματοδιδασκαλεία εις τα κάτωθι χωρία:

Δήμος Λαμιέων: Σαραμουσακλή, Μεγάλη Βρύση, Καλύβια, Τσοπανλάτες, Ιμέρμπεη.

Ηρακλειωτών: Βαρδάταις, Γαρδίκιον, Ελευθεροχώριον.

Ομιλαίων: Κυριακοχώρι.

Σπερχειάδος: Χαλίλη.

Μυονίας: Κολοπετινίτσα.

Αμφίσσης: Αγ. Γεωργίος.

Αταλάντης: Κολάκα, Σκεντέραγα, Έξαρχος.

Δαφνουσίων: Αρκίτσα, Γολέμιον.

Δρυμαίας: Ξυλικοί.

Ελατείας: Μπέλεσι.

Θρονίου: Καινούργιον.

Διδασκάλων και γραμματοδιδασκάλων δεν αναφέρονται ονόματα. Υπήρξαν ούτοι οι ανώνυμοι ήρωες, οι οποίοι διέδωσαν τα φώτα της παιδείας εις τα απομακρυσμένα χωρία της Φθιωτοφωκίδος προ 120 ετών. Εμόρφωναν δε, μαζί με τους καθηγητάς των Ελληνικών Σχολείων και των Γυμνασίων, πολλάς γενεάς μαθητών, ων αρκετοί ανήλθον εις τας ανωτάτας βαθμίδας της κρατικής, εκκλησιαστικής και κοινωνικής ιεραρχίας, και υπήρξαν οι θεμελιωταί της πνευματικής αναπτύξεως του μεγάλου αυτού τμήματος της ιστορικής Ρούμελης.

Read Full Post »

του Βαγγέλη Καραμήτρου

Όταν ήμουνα μαθητής στη Σπερχειάδα, στη δεκαετία του 1930, γνώρισα τον Λευτέρη Καλλίνικο από την Καλλιθέα, αν θυμάμαι καλά. Ήταν ένα γεροντάκι με μούσι, ρεπούμπλικα, μπότες, στρατιωτική κυλόττα χακί, γραβάτα και σακάκι. Χαρακτηριστικός τύπος για την εποχή του, οπαδός του Γεωργίου Κονδύλη, και σε κάθε εκλογή υποψήφιος βουλευτής του. Κάποτε τον συνάντησα στο μαγαζί του χωριανού μου Δ. Κόλλια και από πρόχειρη ανάκριση έμαθα την ιστορία του: ήταν έφεδρος ανθυπασπιστής στον πόλεμο της Μικράς Ασίας και στην υποχώρηση του στρατού μας το 1922, πέρασε τον Σαγγάριο πιασμένος από την ουρά του αλόγου του στρατηγού Κονδύλη, κολυμπώντας, με αποτέλεσμα να γλυτώσει την αιχμαλωσία, όμως έπαθε σοβαρή διανοητική αβαρία και όταν γύρισε στην πατρίδα αποζημιώθηκε με τη καζούρα των νεοτέρων.

Την ίδια τύχη είχε κι ένας άλλος πολεμιστής που την ψώνισε από την αεροπορία της εποχής εκείνης. Ήταν από το Γαρδίκι ο Σκαρμούτσος ή Κλήρης, που από την περιπέτεια της Μικρασιατικής καταστροφής την ψώνισε και επειδή τον πειράζανε οι συνάδελφοί του, ο διοικητής του τον έκανε δεκανέα. Όπως δε, μου έλεγε ο θείος μου Γεώργιος Αναγνωστόπουλος (που ήταν συμπολεμιστές στη Μικρά Ασία), ο Σκαρμούτσος ήταν άριστος σκοπευτής με αποτέλεσμα να κερδίσει μόνος του μια μάχη. Είχε ανακαλύψει μια διάβαση όπου περνούσαν Τούρκοι, και μόνος του δεν άφησε κανέναν να περάσει σκοτώνοντας καθ’ έναν που προσπαθούσε να προχωρήσει. Αποτέλεσμα ήταν οι Τούρκοι να αναδιπλωθούν. Όταν γύρισε στο χωριό, ο ηρωισμός του ξεχάστηκε, όμως το πρόβλημά του φαίνονταν και οι χωριανοί τον πειράζανε.

Ο Θανάσης Σκαρμούτσος ή Σύρμος, ένας άνδρας μυθικών διαστάσεων, υπηρετούσε στο σύνταγμά του ως σημαιοφόρος. Σε μια από τις αιματηρές μάχες, το σύνταγμα έπαθε πανωλεθρία και ο Σύρμος δίπλωσε τη σημαία της μονάδας του, την έβαλε στο κόρφο του και κατάφερε να φτάσει τα λείψανα του συντάγματός του που υποχωρούσαν, με κλονισμένη διανοητική του υγεία. Όταν ο συνταγματάρχης του τον ρώτησε «που είναι η σημαία», και ο πελώριος πολεμιστής την ξεδίπλωσε και την παρέδωσε. Φυσικά του έγινε «εύφημος μνεία». Όμως στο Γαρδίκι γύρισε έχοντας ψυχολογικό πρόβλημα και πέθανε έτσι ξεχασμένος.

Ο μπάρμπα-Γιάννης Μαγουλάς ή Σαγγάριος ήταν αξιωματικός στον ίδιο πόλεμο με τους  παραπάνω. Γύρισε κι αυτός διανοητικά ανάπηρος και με τη συνταξούλα του γύριζε περιφρονημένος προσπαθώντας να επιβιώσει.

Ο μπάρμπα-Βαγγέλης Φλέγγας από τους επιζήσαντες του λόχου του ηρωικού Γεωργίου Καραθανάση έφτασε στο Γαρδίκι και ζούσε με την ηρωική ανάμνηση της θυσίας του Διοικητή του και των συναδέλφων του.  Κανένας δεν του αναγνώρισε την εθνική προσφορά του. Ο μπάρμπα-Θανάσης Μπαρτσώκας και ο  Μήτσος Σακελλάρης που πιάστηκαν αιχμάλωτοι των Τούρκων ζώντας για αρκετό καιρό σε άθλιες συνθήκες, είναι άγνωστοι για την προσφορά τους.

Στον πόλεμο του ’40 εκτός από τους νεκρούς υπήρξαν και πολεμιστές που διακρίθηκαν αλλά έζησαν ξεχασμένοι.

Η κατοχή έδωσε μια άλλη όψη ηρωισμού και θυσίας που παρά τα λίγα χρόνια που πέρασαν από τότε, αυτοί διώχτηκαν από το επίσημο κράτος και από τους συγχωριανούς τους, παρά το ότι αυτή τη φορά ο πόλεμος πέρασε από καλύβια, σπίτια, χωριά και πόλεις με όλα τα φαρμάκια του. Σε πολλές χώρες ή καλύτερα σ’ όλες τις δημοκρατικές, τίμησαν την προσφορά των αγωνιστών και τους αποκαλούν βετεράνους του πολέμου. Εδώ στην Ελλάδα στήθηκαν μνημεία μίσους και όχι μνημεία τιμής των αγώνων του λαού. Μας και αυτό γιατί η αντίσταση ήταν έργο όλου του λαού χωρίς μεγάλα ονόματα.

Στις 16/6/1985 πήγα να τιμήσω την μνήμη του Ηλία Παπαστάμου και του Γιάννη Μαλούκου, φίλου και συμμαθητή μου, χωριανών και αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης στον τόπο της θυσίας τους στην Αγία Τριάδα της Καλοσκοπής. Ο φτωχός τάφος και το όμορφο τοπίο ποτισμένα με τα δάκρυα των προσκυνητών, μας γυρίζουν σε χρόνια δοξασμένα, μας γεμίζουν περηφάνια άμα διαβάζουμε τον τόπο καταγωγής των νεκρών μας και μας δίνουν το αίσθημα ότι ένα κομμάτι είναι δικό μας, το δικαιούμαστε γιατί ποτίστηκε με το άλικο αίμα των αθανάτων παλληκαριών μας. Νομίζω ότι η θυσία των φίλων και συγχωριανών μας επιβάλλει και προσφορές στη μνήμη τους. Δυστυχώς ποτέ μέχρι σήμερα το μνημόσυνο που γίνεται κάθε χρόνο δεν τιμήθηκε από Γαρδικιώτες  με επίσημη αποστολή.

       «Γαρδικιώτικα Χρονικά», έτος ΙΑ, τεύχος 34, σελ. 27,  Οκτώβρης 1985
 
———————————————

Το κείμενο αυτό αναρτήθηκε για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου και την επέτειο των  100 χρόνιων από την έναρξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου.


Read Full Post »

Older Posts »