Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Θυμάμαι…’ Category

ARXAN-1a

του Κ. ΑΡΧΑΝΙΩΤΗ

Όπως είναι γνωστό σε όλους τους Φθιώτες, το Γαρδίκι Ομιλαίων ήταν παλιότερα, προ του Νόμου ΔΝΖ, πρωτεύουσα του ομωνύμου άλλοτε Δήμου. Στο Δήμο Ομιλαίων υπάγονταν και το χωριό Μούσδροβο (τώρα περιβόλι), που γεννήθηκε ο γράφων. Δεν είχα καταφέρει όμως να το επισκεφθώ και το γνωρίσω ενωρίτερα, παρά το 1933 σε ηλικία 38 χρόνων, σαν δικηγόρος. Επωφελήθηκα της ευκαιρίας μιας πταισματικής δικασίμου του περιοδεύοντος Πταισματοδικείου Σπερχειάδος, να το γνωρίσω, και σε συνέχεια και άλλα χωριά του τέως Δήμου Ομιλαίων, όπως η Στάγια, σημερινός Πλάτανος και το Κυριακοχώρι. Ξεκίνησα από τη Σπερχειάδα προ του μεσημεριού της προηγουμένης ημέρας της Διακαινησίμου, και τις πρώτες απογευματινές ώρες, έφτασα στη Λευκάδα, όπου συναντήθηκα με τον Ειρηνοδίκη και Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Σπερχειάδος, που θα ήταν ο δικαστής της έδρας και μαζί συνεχίσαμε έφιπποι την πορεία προς το Γαρδίκι, συνοδευθέντες από τη Λευκάδα με τον δικολάβον Ανδρέα Κούκιον, Λευκαδίτη, του οποίου ο υποφαινόμενος εννοείται θα του έκανα ζημιά με την παρουσία μου σαν ανταγωνιστού στο Δικαστήριο. Αυτό όμως δεν τον εψύχρανε τον μπάρμπα-Ανδρέα, γιατί ήταν αγαθός άνθρωπος. Του εδήλωσα άλλως τε ότι δεν ενδιαφέρομαι για την θήρευση πελατείας. Και ετήρησα τον λόγον. Συμβολικά παραστάθηκα σε τρεις έως τέσσερεις δίκες και αποσύρθηκα του Δικαστηρίου και ασχολήθηκα με την περιήγηση στο δάσος πάνω από το χωριό. Πήρα μάλιστα το μυλαύλακο της Ραχούταινας και πήγα μέχρι το ρέμα Νίσβαρι. Ύστερα επισκέφτηκα τη βρύση στα Μαγγάνια, την Παναγία, τον Αη-Θανάση. Αυτά όμως έγιναν την δεύτερη μέρα της άφιξής μου στο Γαρδίκι.

Το απόγευμα της προηγουμένης που φτάσαμε στην είσοδο του χωριού, αριστερά, ήτο ένα μαγαζί, πανδοχείο ίσως, όπου φιλότιμος και φιλόξενος μαγαζάτορας μας υποδέχτηκε και μας εκέρασε κοκορέτσι, κρασί και τυρί φέτα άγνωστης κατασκευής… για τα χρόνια τα σημερινά. Ήταν η πρώτη γεύση του φιλόξενου χωριού. Εκεί επλήρωσα τον αγωγιάτη και αναχώρησε για την Σπερχειάδα. Μπροστά ήταν ακόμα ημέρα. Ιούλιος μήνας. Τότε ξενοδοχείο για διανυκτέρευση δεν υπήρχε στο Γαρδίκι. Είχα υπ’ όψη μου να καταφύγω στο σπίτι του Θεοφάνη Τσάντζαλου, αδελφού της θείας μου Βασιλικής Κουφάκη. Ανηφορίζοντας όμως προς την κεντρική πλατεία και λίγα μέτρα προ αυτής, μπροστά στο σπίτι του έστεκε ο αείμνηστος λεβεντάνθρωπος Κώστας Ραχούτης, φίλος του πατέρα μου και γνωστός και σ’ εμένα. Μετά τα καλωσορίσματα μου λέγει το βράδυ θα έρθεις να κοιμηθείς εδώ και δεν θα πας πουθενά αλλού. Για φαγητό θα φας στο ισόγειο μαγαζί του σπιτιού μου, στον ανιψιό μου Κωστάκη. Έχω δώσει εντολή να σου ψήσει κρέας στη σχάρα, τυρί φέτα και κρασί. Δεν θα πληρώσεις πεντάρα, σε φιλεύω εγώ. Όταν θα είναι ώρα για ύπνο θ’ ανεβείς τη σκάλα και θα κτυπήσεις την πόρτα να σου ανοίξω. Μην βιαστείς. Είσαι νέος κι ας αργήσεις. Αυτό χρειάζεται είπα μέσα μου. Να φανούμε κι αδιάντροποι. Στο μαγαζί της πλατείας του μακαρίτη Θεμιστοκλή Τσιφτσή βρήκα και γνώρισα και άλλους Γρδικιώτες. Μεταξύ αυτών ήτο και ο μπάρμπα-Νίκος ο Μαλούκος ο δάκαλός που επέμενε να πάγω στο δικό του σπίτι. Έπρεπε, μου λέγει, ναρθείς κατ’ ευθείαν στο σπίτι μου. Αύριο το μεσημέρι θα είμαστε στο σπίτι μου χωρίς άλλη κουβέντα ή ειδοποίηση. Έτσι και έγινε. Εκτός της γνωριμίας του με τον πατέρα μου, τον είχα γνωρίσει και εγώ ως γυμνασιόπαις, όταν κάποτε στο χωριό Μούσδροβο ήρθε σαν Γραμματέας του Επιθεωρητού τότε Δημοτικής Εκπαίδευσης Γκιόλμα που έκανε επιθεώρηση του δασκάλου Θεοχάρη Θεοχαρόπουλου. Τους περιποιήθηκα εγώ, απουσιάζοντος του πατέρα μου με φαγητό που ετοίμασε η μάνα μου. Εφάγαμε στο σχολείο. Είχαν περάσει από τότε χρόνια. Δεν ήταν ανταπόδοση η προσφορά του, αλλά εκδήλωση της φιλόξενης διάθεσης και αρετής των ορεινών κατοίκων της Ρούμελης που είναι πάντα πρώτοι και στις θυσίες και στη φιλοξενία που την κληρονομήσαμε οι Έλληνες σαν πατρογονική αρετή από τους θεούς του Ολύμπου.

ARXAN-1b

Αυτή είναι η ζωηρή και αλησμόνητη ανάμνηση απ’ το δροσερότατο μεγαλοχώρι της περιφέρειάς μας. Το επισκέφθηκα λίγες ώρες διερχόμενος ως εκδρομέας, δύο άλλες φορές και μια άλλη προσκεκλημένος σε γάμο στον Αη-Θανάση. Πάντα με ευχάριστες εντυπώσεις. Κατά την πρώτη μάλιστα επίσκεψη συνάντησα στο Γαρδίκι ιδιωτεύοντα σαν συνταξιούχο τον αείμνηστο Καθηγητή μου στο Γυμνάσιο Λαμίας Νικόλαο Γαρδίκη που του οφείλω μεγάλο χρέος για την ταπεινή πνευματική μου υπόσταση. Ιδιαίτερα δε για την ηθική διαπαιδαγώγησή μας που στον τομέα αυτόν ήτο σωστή κολώνα. Μαίτρ όπως λένε οι Γάλλοι. Έξω από το καφενείο του Τσιφτσή με τη ευκαιρία που ήτο εκεί ο πλανόδιος φωτογράφος Παναγιώτου από το Ροβολιάρι, τον έβαλα και μας τράβηξε και την φωτογραφία που σας παραθέτω. Από αριστερα ο Περικλής Μαλούκος ενωμοτάρχης τότε επιτυχών για τη Σχολή Ανθυπομοιράρχων, τέως Αρχηγός Χωροφυλακής. Ο Κυρίτσης δασονόμος, ο υποφαινόμενος, ο δικολάβος Ανδρέας Κούκιος, ο Θεμιστοκλής Παπαστάμος, ο τότε Πρόεδρος Κοινότητυος Κουτκιάς και ο Σταθμάρχης Χωροφυλακής Γαρδικίου του οποίου ξεχνώ το ονοματεπώνυμο.

Advertisements

Read Full Post »

ΓΑΜΟΙ-1a

Ο γάμος του Διαδόχου Παύλου με τη Φρειδερίκη, έγινε στις 9 Ιανουαρίου του 1938. Τα ξημερώματα της Πέμπτης, 6 Ιανουαρίου, η βασιλική αμαξοστοιχία σταμάτησε στον σημαιοστολισμένο μεθοριακό σταθμό της Ειδομένης. Εκεί, ο Παύλος επιβιβάστηκε στην αμαξοστοιχία και συνέχισαν  προς την Αθήνα. Στο Λιανοκλάδι, (έφτασε το απόγευμα) όπου έγινε μια σύντομη στάση, ο δήμαρχος Λαμίας βρήκε την ευκαιρία να απευθύνει χαιρετισμό: «Σας περιμένουμε από τας 6 το πρωί και σας χαιρετίζουμε ρουμελιώτικα, ευχόμενοι το καλώς ήλθατε

Η επιστολή γράφτηκε στη Λαμία, τέσσερις μέρες μετά τον γάμο, αφού είχε επιστρέψει ο Ε.Κ., και στάλθηκε στον Γεώργιο Αναγνωστόπουλο, θείο του, απόστρατο αξιωματικό, που εκείνη την εποχή ζούσε στο Γαρδίκι.

 

 

Σεβαστέ μου Θείε

Υγιαίνομεν και επιθυμούμεν να υγιαίνετε.

Προ ημερών Σας έστειλα λακωνικοτάτην επιστολήν και τούτο διότι δεν είχομεν τακτοποιηθεί ακόμη. Φεύγοντας από το χωριό σας είχα υποσχεθεί εκτενή περιγραφήν των εντυπώσεών μου εκ της εν Αθήναις μεταβάσεώς μου επ’ ευκαιρεία των γάμων του Α.Β.Υ Διαδόχου.

Κατεβαίνοντας απ’ το χωριό εστάθμευσα το βράδυ στον Παπατσεκούρα (1) όπου έτυχον φιλοξενίας και περιποιήσεων αρκετών. Είμαι υποχρεωμένος να ομολογήσω ότι το σπίτι του παπά είναι αρχοντοχωριατόσπιτο.

Το πρωί της επομένης κατέβηκα στο Χάνι του Λιανού όπου βρήκα αυτοκίνητο και έλαβον την προς τον Σταθμόν του Λιανοκλαδίου άγουσα. Ήτο Πέμπτη 6 Ιανουαρίου, και στο σταθμό με επληροφόρησαν ότι η έκπτωσις δια την εις Αθήνας μετάβασήν μου αρχίζει από αύριον, είναι δε αυτή 50% επί του κοινού εισιτηρίου. Στην πλατφόρμα του σταθμού παρετήρει κανείς, σιδηροδρομικούς υπαλλήλους κινουμένους σπασμωδικώς και προετοιμαζομένους πυρετωδώς. Όμιλοι δε αστυνομικών περιεφέροντο, ενώ μία αστυνομική μουτοσικλέτα ήτο σταματημένη εις το προαύλιον. Ολ’ αυτά μ’ έκαμαν περίεργο, από την περιέργειά μου όμως μ’ έβγαλε πρώτα η φωνή ενός ανωτέρου σιδηροδρομικού υπαλλήλου ο οποίος έλεγε στους άλλους σιδηροδρομικούς δυνατά: «Γρήγορα μέσα! Μόνον οι καλώς ενδεδυμένοι δύναται να ευρίσκονται έξω» κι ακόμη δεύτερον ένας αστυνομικός ο οποίος με επλησίασε και μου είπε: «έχετε δουλειά κύριε εδώ;» όχι του απάντησα. «Θα σας παρακαλέσω να πάτε ποιο πέρα, γιατί θα περάση η αμαξοστοιχία των επισήμων» (2). Κατάλαβα λοιπόν ότι επρόκειτο περί σοβαρού γεγονότος και έστριψα αγρίως επανελθών εις το αυτοκίνητον του οποίου ο σωφέρ εκόρναρε καλώντας με συνεχώς. Θα εβλέπαμε τους επισήμους από εκεί, αλλά η κακή μοίρα, κι εδώ μπροστά ο ίδιος χωροφύλαξ, έρχεται και λέει στο σωφέρ στερεότυπα «έχεις ακόμη καμιά δουλειά;» Όχι του απαντά ο σωφέρ. «Ε λοιπόν να φύγεις γιατί θα περάσουν οι επίσημοι». Ο σωφέρ υπακούων έβαλε μπρος και σε λίγο βρισκόμαστε μακρυά από τους επισήμους, εις το Ζητούνιον, ανεπισήμως όντες μεταξύ ανεπισήμων. Τώρα ποιοί ήσαν οι επίσημοι; Ξέρω κι εγώ; Πρίγκιπες πάντως.

Την Παρασκευήν το απόγευμα 7 Ιανουαρίου μαζί μ’ έναν άλλον φίλο μου κατεβήκαμε στο σταθμό να βγάλωμε τα εισιτήρια και τούτο γιατί στο γραφείο πόλεως ήσαν πολλοί οι αναμένοντες. Κρίμα όμως! Πήγαμε για καλλίτερα, αλλά εδώ ήτο η συρροή. 500 άνθρωποι συνωθούντο περί την θυρίδα εις την οποίαν ήτο εις γέρων υπάλληλος αργοκίνητος. Εδέησα να φέρω τον Ν. Τσιτσιμπάκο για να μου βγάλει το εισιτήριο διότι ο φίλος μας Ασημάκης απουσίαζε τότε. Όταν μετ’ ολίγον ήλθε διευκόλυνα κι άλλους. Ώρα 2:30’ είμαστε στο σταθμό Λαμίας, μέσα σε βαγόνια εκδρομικά ανοικτά που τα χρησιμοποιούν δια τας εκδρομάς του θέρους. Και τούτο διότι δεν είχαν άλλα βαγόνια επιβατικά. Το τραίνο στις 3 μ.μ. μας έφερε στο Λιανοκλάδι όπου αλλάξαμε βαγόνια και αναμέναμεν την εκ Λαρίσσης αμαξοστοιχίαν (3). Τα βαγόνια είχον υπερπληρωθεί. Ο νόμος του αδιαχώρητου παρεβιάσθη και κατεπατήθη τόσον αυτός όσον και ημείς. Ωθών και ωθούμενος έφθασα σε ένα βαγόνι που ήσαν μέσα μερικοί εκ Νεοχωρίου Υπάτης και εκάθειντο σε καθίσματα ενώ εγώ ήμουν στον αέρα.

Σεβασθέντες του παλαιού των διδασκάλου, μου προσέφεραν μίαν θέσιν και έτσι ανεπαύθην-τρόπος του λέγειν-ενώ εις την πλάτην μου είχα καβάλα έναν άλλον ο οποίος ήτο μετέωρος. Κι ενώ ούτω είχον τα πράγματα, φτάνει μέχρις εμού φωνή καλούσα το όνομά μου. Ήτο ο φίλος μου ο οποίος με ανεζήτει με γοεράς κραυγάς που επρόδιδον κίνδυνον. Έφθασεν μέχρις εμού και κρυφά μου λέγει ότι μου έχει κρατημένη θέση σε καλή παρέα από νεαρούς και νεαρές και μάλιστα εις βαγόνιον κενόν Α’ θέσεως. Παρά τας διαμαρτυρίας μου ότι πιθανόν να μας πιάσουν και να μας ζητήσουν εισιτήριον ανάλογον με το διαμέρισμά μας, με παρέσυρε μέχρις εκεί αφού πρώτα μου υπεσχέθη ότι εις περίπτωσιν  ελέγχου θα κατέβαλε εκ του βαλαντίου του την διαφοράν.

Πήγα λοιπόν στη πρώτη θέση και ανεπαύθην επί ευρυχώρου θέσεως σουμιέ μετά βελούδινων καλυμάτων. Κοίταξα γύρω μου και διαπίστωσα ότι όλοι οι νεαροί και νεαρές ήσαν κι αυτοί λαθραίοι, ήνωσα λοιπόν κι εγώ την τύχην μου μ’ αυτούς και ευθυμήσας άρχισα εις υψηλόν τόνον να τραγουδάω, ενώ τα δόντια μου δεν σταματούσαν από το κρύο γιατί ξέχασα να σας πω ότι το κρύο ήτο τόσο πολύ που το θερμόμετρο έδειχνε ασφαλώς 2 ή 3 υπό το μηδέν έξω και 0 μέσα. Ώρα 6 μ.μ. δηλ. μετά πεντάωρον καθυστέρησιν την οποίαν εμείς τρέμοντας εκ του κρύου και εκ του φόβου μη μας βγάλουν έξω από τα βαγόνια της θέσης αυτής και τότε δεν μαίναμε πουθενά γιατί τις θέσεις μας που είχαμε πριν τις πήραν άλλοι, μετά πεντάωρον λοιπόν καθιστέρησιν δηλ. στις 6 μ.μ. (4) ενώ η νύκτα είχε απλώσει παντού το μαύρο πέπλο της νιφάδες δε χιόνος έστρωναν το δρόμο μας  με ροδοπέταλα για να περάσουμε εμείς οι ευτυχείς επιβάτες. Τέλος εσφύριξε η μηχανή, ένα κούνημα γερό μπρος πίσω και το μονότονο τάκα-τακ, τάκα-τακ έκανε όλους να αφίσουν ένα στεναγμό ανακουφίσεως. Τραγούδια, γέλια, καλαμπούρια, τσοκανίσματα δοντιών αντηχούσαν στο διαμέρισμα  μέχρι τις 12 μ.μ. Ύστερα έβλεπες κεφάλια με τα μάτια βαριά να γέρνουν μπροστά που και που δε καμιά βλαστημιά κανενός που καταριόταν την ώρα που ξεκίνησε.

Ώρα 3 π.μ. Αθήνα. Σταθμός. Γροθιές και ιαχές ξύπνησαν όσους κοιμώνταν. Το τραίνο σταματά. Ένα κούνημα μπρος-πίσω και δεύτερος στεναγμός ανακουφίσεως. Τραμ δεν υπήρχαν λόγω της προκεχωρημένης ώρας αλλά ταξί άνω των 300 στο σταθμό κόσμος πολύς μαζί μ’ εκείνους που περίμεναν τους δικούς των άνω των 5000 (5).

Ένα ταξί αντί 10 δραχμών έκαστον μετέφερε εμένα και τον φίλο μου εις την Ομόνοιαν όπου υπέστημεν επίθεσιν των ξενοδοχοϋπαλλήλων. Σωστή πολιορκία και μάχη εις το πεδίον της οποίας άφισε ο φίλος μου ένα κουμπί του παλτού του εγώ δε παρ’ ολίγον μισό μανίκι.

Τέλος ο περισσότερο ταχύς ενός ξενοδοχείου «Ωραία Θεσσαλία» μας επήρε ως λάφυρα και μας μετέφερε εις το ξενοδοχείο όπου μας παρεσχέθησαν αι πρώται βοήθειαι αίτινες συνίσταντο εις το ότι εκεί κοντά είναι πατσαντσίδικο διανυκτερεύον και όπου οδηγηθέντες κατεβροχθίσαμεν από ένα πατσάν.

Το πρωί ένας αστυνομικός μας εξύπνησε και μας εζήτησε τα πιστοποιητικά μας.(6) Είμασταν και οι δυο εν τάξει και ξεκινήσαμε για το παλάτι καθ’ ο βλάμηδες και ιδιαιτέρως προσκεκλημένοι.

Τα βήματα μας όμως μας έσυραν μέχρι γαλακτοπωλείου τινός όπου και εσταματήσαμε αναβάλλοντες την εις το παλάτι άφιξίν μας δια την Δευτέραν οπότε θα εκάμαμεν και την σχετική εκτίμησιν.

ΓΑΜΟΙ-1b

Το Σάββατο πέρασε έτσι. Που και που έβλεπες ανθρώπους ισταμένους και αναμένοντας, αστυνομικούς απαγορεύοντας την δίοδον, αυτοκίνητα με βασιλικούς θυρεούς ως σφαίρας διερχόμενα, και ερωτών επληροφορείσο ότι δεν συμβαίνει τίποτε αλλά σε λίγο θα περάσει το αυτοκίνητο του Μεγάλου Βοεβόδα Μηχαήλ. Προσετίθεσο και εσύ στο πλήθος και μετ’ ολίγον έβλεπες 2-3 μουτοσυκλέτας αστυνομικάς 1-2 αυτοκίνητα αστυνομικά και ύστερα ένα αυτοκίνητο με στέμμα μέσα σε διέκρινες ένα 17ετή νεαρό με κουστούμι ταξιδίου με μπερέ στο κεφάλι. Λίγα χειροκροτήματα. Το βασιλικό αυτοκίνητο μερικά ζήτω και η συγκέντρωσις διελύετο δια να σχηματισθεί μετ’ ολίγου ότε επληροφορείσο και πάλιν  ότι απλούστατα δεν συμβαίνει τίποτε σπουδαίον παρά ότι θα περάση ο Αντιβασιλεύς Παύλος ή ο Πρίγγιπας Κνούδ (7), ή η Πριγγίπισσα Αλεξάνδρα συνήθη πλέον φαινόμενα που δεν μας απασχολούν.

Το εσπέρας του Σαββάτου οφείλω να σου γράψω ότι παρέστην εις δεξίωσιν εις τον (όχι παλάτι) «Έλατον» Σταθμός Λαυρίου όπου παρέστησαν η Α.Β.Υ ο Κοχιάς (8), η Α.Β.Υ. ο Θανασάκης (9) και  ημετέρα εξοχότης υπό τους ήχους δε του κλαρίνου του Γιαούζου (10) εφέραμεν από ένα σκοινάκι (11). Αφού εδοκιμάσαμε πολλάκις την αξία του Φιξ εξήλθαμε ανά τας οδούς ώρα 1 μ.μ. ότε και πάλιν εις την οδόν Αγίου Κωνσταντίνου παρετηρήσαμεν μίαν συγκέντρωσιν ανθρώπων. Προστέθημεν και ημείς. Εις ερώτησίν μας επληροφορήθημεν ότι δεν συμβαίνει τίποτε σοβαρόν αλλ’ απλώς σχολάζει το Βασιλικόν Θέατρο. Όλα βλέπεις τόσον απλά ήσαν αυτές τις ημέρες για τους Αθηναίους. Μετ’ ολίγον πάλιν μοτοσυκλέτες αστυνομικές και ύστερα αυτοκίνητα που είχαν μέσα το Βασιληά μας, τον Διάδοχο, τη Φρειδερίκη, τον Μεταξά και όλους τους εν τοις ανακτόροις συγγεντρωθέντας πρίγγιπας κ.τ.λ.

Η συγκέντρωσις διελύθη και ημείς μετέβημεν εις την Ομόνοιαν όπου ευρόντες άπλας αρχίσαμε να τραγουδάμε το «σουρωμένος ήλθες πάλι…» τραγούδι που βγήκε τώρα.

Κυριακή ότι διαβάσατε στην εφημερίδα. Τίποτε περισσότερον, πράγματα βέβαια που δεν είδαν όλοι αλλά οι έχοντες το θείον χάρισμα να είναι διόροφοι (ιδέ Μάκραν, Γιάννην Κουτκιάν, Γεωργ. Μπότσην) και οι έχοντες την Ιώβειον υπομονήν να περιμένουν από τις 6 σε κανέναν εξώστη.

Δευτέρα ησυχία τάξις ασφάλεια.

Τρίτη πρωί στο σταθμό 5000 άνθρωποι, μέσα σ’ αυτούς εγώ, ο Θανασάκης και ο Κοχιάς. Επειδή οι πόρτες του τραίνου ήσαν πολύ μακρυά από μας, ο Θανασάκης και ο Κοχιάς αφού με εσήκωσαν στα χέρια με τρύπωσαν μέσα από ένα παράθυρο ενός βαγονιού Α’ θέσεως πάλι και αφού επανελήφθησαν αι σκηναί του πηγαιμού μας εφθάσμεν εις Λαμίαν, πόλιν οικουμένην από Γύφτους και χωρίου Στάγιας την έκτασιν εν σχέση προς την Αθήναν. Συνέχεια περιπετειών στο προσεχές. Γράψτε μας τι γίνεστε, έχετε χιόνι.

Ο Λωνίδας; Το λουκάνικο έδωσα στο Δημητριάδη.

Σ’ όλους φιλιά

Την δεξιάν σου ασπάζομαι

ο ανειψιός σας

Λ. Κορέλης

Υ.Γ. Η παρούσα μου ας αναγνωσθή και εις επήκοον άλλων ίνα πληροφορηθούν τα των γάμων του Διαδόχου μας.

………

  1. Πιθανόν να πρόκειται για το παπά των Καμπιών ή της Φτέρης μια και την επόμενη το πρωί βρίσκονταν στου Λιανού το Χάνι, και τα χωριά αυτά είναι πολύ κοντά. Τα χωρίζει το ποτάμι με το χάνι.
  2. Οι μετακινήσεις από την κεντρική Ευρώπη προς την Ελλάδα γίνονταν κυρίως με το τρένο. Οι δρόμοι ήταν στενοί, όλο στροφές και σε πολλά σημεία το χειμώνα αποκόπτονταν. Από την υπόλοιπη Ευρώπη η συγκοινωνία γίνονταν ακτοπλοϊκώς.
  3. Τα βαγόνια θα προσκολλούνταν στη αμαξοστοιχία που θα έρχονταν από Λάρισα.
  4. Είναι λάθος ο υπολογισμός της καθυστέρησης. Σε όλη την επιστολή υπάρχει μπέρδεμα με τις ώρες.
  5. Μάλλον υπερβολικοί οι αριθμοί αλλά σίγουρα ο κόσμος ήταν πολύς.
  6. Μεταξική Δικτατορία. Η αστυνομία «μπουκάριζε» στα δωμάτια των ξενοδοχείων και έκανε έλεγχο των πελατών. όπως φαίνεται από την αντίδραση εθεωρείτο κάτι το φυσιολογικό.
  7. Πρίγκηπας Knud (Κnud Christian Frederik Michael Schleswig-Holstein-Sonderburg-Glόcksburg), Πρίγκηπας της Δανίας (1900 – 1976) γιος του βασιλιά της Δανίας Χριστιανού του Χ.
  8. Κοχιάς ήταν το παρατσούκλι του Βασίλη Μαγουλά
  9. Ο Θανασάκης Γαρδίκης
  10. Κώστας Γιαούζος. (Πετρομαγούλα ή Μαρτίνο Βοιωτίας, 1896-1957). Διάσημος λαϊκός οργανοπαίκτης (κλαρίνο). Ασχολήθηκε από μικρός με το όργανο και σχετικά νωρίς είχε κάνει «μεγάλο όνομα». Συνεργάστηκε δισκογραφικά με τον Παπασιδέρη και διαμόρφωσε προσωπικό «σολιστικό» ύφος. Με τον έξοχο Νίκο Καρακώστα σχημάτισαν το καλύτερο δίδυμο κλαρίνων που πέρασε από το πάλκο του «`Ελατου». Ήταν από τους λίγους που έπαιζε τις εισαγωγές όλων των κλέφτικων τραγουδιών και από αυτόν τις έμαθαν οι νεότεροι.
  11. «το φέραμε ένα σκοινάκι» δηλ. χορέψαμε, φέραμε ένα γύρo…

Read Full Post »

genna-1a

της Δέσποινας ΦούκαΡεζέ

Ένα φθινόπωρο(1) οι γονείς μου άρχισαν τη σπορά του σταριού, από εκείνο το μακρινό χωράφι της Λαούς(2). Ξεκίνησαν καμιά ώρα πρώτου φέξει, μπροστά το ζευγάρι(3), πίσω ο πατέρας σέρνοντας το μουλάρι φορτωμένο τ’ απαραίτητα. Δίπλα του η μάνα μου με την κοιλιά ως πέρα, ήταν ο μέρες της να γεννήσει κι είπαν να προλάβουν.

Τις δυο μέρες δούλεψα καλά, την τρίτη κρέμασαν σύννεφα κι άρχισε να ψιλοβρέχει. Φόρεσαν ότι είχαν, έβαλαν κι από ένα τσουβάλι κατσούλα στο κεφάλι και συνέχιζαν. «Μπόρα είναι θα περάσει», είπαν. Ο πατέρας με το ζευγάρι, η μάνα με τη σκεπαρνιά όσο μπορούσε. Η βροχή αντί να σταματήσει δυνάμωνε, το χώμα λάσπωνε, τα πόδια δεν ξεκόλλαγαν, το ζευγάρι δεν τράβαγε και αναγκάστηκαν να ξεζέψουν και να πάνε στη ταράτσα να στρεχιάσουν. Δεν είχαν κάνει συντήρηση και τα νερά έσταζαν μέσα και μούσκεψαν τα πράγματα τους, οι ίδιοι μούσκεμα ως το κόκαλο. Ο καιρός χειροτέρεψε, άστραψε και βρόνταγε, έριχνε με το τσουκάλι. Πυκνή αντάρα τους τύλιξε δεν έβλεπαν πέρα απ’ τα πέντε μέτρα. Οι γελάδες και το μουλάρι βρεγμένα, τρομαγμένα και νηστικά, έχωναν τα κεφάλια τους μέσα την ταράτσα ζητώντας προστασία.

Τη μάνα μου την έζωσαν οι πόνοι στη μέση και την κοιλιά, που να ακουμπήσει και που να σταθεί… Είχε παγώσει. Ο πατέρας τα ‘χε χαμένα. Αδέξιος και ασυνήθιστος από τέτοιες καταστάσεις, στην ξενιτιά μεγάλωσε. Το μάτι της μάνας έπεσε σε κάτι στεγνά ξυλάκια στη γωνιά. Ανακουφίστηκε. Έκανε νεύμα στον πατέρα μου κι άναψε φωτιά, έφερναν γύρω-γύρω και τα ρούχα άχνιζαν πάνω τους, σα να ‘βγαινε καπνός.

Στέγνωσαν τα τσουράπια, έτριψαν τις λάσπες, τα ξαναφόρεσαν κι έδεσαν σφιχτά στα πόδια τους τα γουρνοτσάρουχα. Οι πόνοι της μάνας καλμάρισαν απ’ τη ζέστα, έβαλαν στο στόμα τους μια χαψιά ψωμί, συνήλθαν. Οι ώρες περνούσαν, τα ξύλα κάηκαν, φωτιά χαμήλωσε. Οι γονείς μου κοιτάζονταν στα μάτια με απόγνωση.

– Τι θα κανουμ’ Θανάση;

– Τι θα κάνουμ’ Αγγελική; Αν ξενυχτήσουμε εδώ τα πράματα θα ψοφήσουν όλη τη νύχτα στη βροχή κι αν πέσει λύκος στο σκοτάδι αλίμονό μας. Σ’ αυτά κρέμεται η ζωή μας.

– Και τούτοι οι πόνοι, έλεγε η μάνα.

– Νύχτα μες την ερημιά, συμπλήρωνε ο πατέρας.

Στα μακρινά σπιτάκια των Μποτσαίων λάλαγαν κοκόρια, προμήνυμα αλλαγής καιρού. Ανακουφίστηκαν. Η βροχή άρχισε να κοπάζει και οι αντάρες τραβιόνταν. Βγήκαν από την ταράτσα, υπολόγισαν μια-δυο ώρες μέρα. Αποφάσισαν να φύγουν, να προλάβουν να βγουν απ’ τον λόγγο και την ανηφόρα προτού σκοτεινιάσει.

Κουκουλώθηκαν, σαλάιξαν τα πράματα στη στράτα, ξεκίνησαν και «ο θεός βοηθός», είπε η μάνα κάνοντας το σταυρό της. Τα γουρνοτσάρουχα γλίστραγαν στη λάσπη και την ανηφόρα κι αντί μπροστά πήγαιναν πίσω. Ο πατέρας τράβαγε τη μάνα απ’ το χέρι, γλιστρώντας και πέφτοντας ποτ’ ο ένας ποτ’ ο άλλος. Πιάνονταν απ’ τις ουρές των ζώων, απ’ τους φράχτες και τα χαμόκλαρα, μπήχνοντας τα ματσούκια τους στη γη. Για να ‘μπαινε καβάλα στο μουλάρι, η μάνα, ούτε χώραγε στο σαμάρι, ούτε ήταν λογικό γιατί κι αυτό γλίστραγε, αν την έριχνε θα χάνονταν δυο ζωές.

Ο δρόμος δεν χτούραγε, η ώρα περνούσε, η βροχή συνέχιζε, η αντάρα κι ο λόγγος τους τύλιξαν στο σκοτάδι. Άναψαν το λαδοφάναρο, ο αέρας το ‘σβηνε κι όλο το άναβαν. Κάποτε βγήκαν στον αι Θόδωρο. Αγνάντεψαν το χωριό, δεν φώτιζε παράθυρο, ποιος ξέρει τι ώρα να ‘ταν! Πήρανε τον κατήφορο και νόμιζαν καλύτερα.

Μα όχι η μάνα, νόμιζε ότι θα τις πέσει η κοιλιά, την κρατούσε με τα δυο της χέρια. Οι πόνοι αβάσταχτοι, έσφιγγε τα δόντια, δάγκωνε τα χείλη. Ο πατέρας πάντα δίπλα, αμίλητες σκιές μέσα στο σκοτάδι, σαν φαντάσματα.

Σαν έφτασαν στο σπίτι, ο πατέρας έτρεξε στην κάτω γειτονιά κι έφερε τη γριούλα μαμή. Όταν είδε την γκαστρωμένη τρόμαξε. Ξύπνησε κι η γιαγιά Γιαννούλα, άναψαν φωτιά, της έβγαλαν τα βρεγμένα ρούχα που έσταζαν νερό, έστρωσαν δίπλα στο τζάκι, την ξάπλωσαν και την γύριζαν σαν αρνί στη σούβλα να ζεσταθεί από παντού. Ήταν παγωμένη και σπάραζε απ’ τους πόνους. Το παιδί είχε πέσει χαμηλά, η έγκυος εξαντλημένη δεν έκανε καμιά προσπάθεια, και το χειρότερο, η γιαγιά μαμή (πρακτική), διαπίστωσε πως το παιδί έρχονταν ανάποδα, με τα πόδια αντί με το κεφάλι. Σήκωσαν την έγκυο όρθια, ο πατέρας την κρατούσε απ’ τις μασχάλες κι η μαμή γονατιστή πάλευε να γυρίσει το παιδί, πράγμα αδύνατο.

Βγήκαν τα ποδαράκια, σιγά-σιγά γλίστρησε το κορμάκι, μετά τίποτα, κρέμονταν απ’ το λαιμό. Έξω μαύρα μεσάνυχτα, άστραφτε και βρόνταγε κι ο αέρας μούγκριζε. Κατ’ απ’ το λιγοστό φως του λυχναριού, ανθρώπινες σκιές χλωμές σαν το κερί, πάλευαν να σώσουν μάνα και παιδί που χαροπάλευαν.

Η δόλια μάνα, μάζεψε τις τελευταίες της δυνάμεις να βγάλει το κεφαλάκι του μωρού που κινδύνευε να πνιγεί… Δυστυχώς, το κορμάκι έπεσε χωρίς το κεφάλι. Το παιδάκι χάθηκε μα κι η μάνα κινδύνευσε.

– Τα παιδάκια μου θα μείνουν ορφανά, είπε και σωριάστηκε στο πάτωμα.

Η γριούλα μαμή που είχαν δει πολλά τα μάτια της, δεν τα έχασε.

– Τρέξτε, φέρτε την καναβδιά, φώναξε.

Δώδεκα οριές χοντρό σκοινί που φόρτωναν το μουλάρι.

Σήκωσαν όρθια τη μάνα, τύλιξαν γρήγορα και σφιχτά το σκοινί, από πάνω προς τα κάτω, σ’ όλη τη κοιλιά της δίνοντας της συγχρόνως μια μεγάλη μπουκάλα να φυσάει μέσα, με όλη της τη δύναμη. Το κεφαλάκι του μωρού πετάχτηκε κι έπεσε κάτω σαν μπαλίτσα. Χίλια και άλλα εύγε στη γριούλα μαμή. Οι γυναίκες απ’ την ώρα που έμεναν έγκυες, έβαζαν το ένα πόδι στον τάφο, έλεγαν.

———————-

  1. Όπως η ίδια αφηγούνταν αυτό συνέβηκε το 1915
  2. Λαού. Περιοχή στα ανατολικά της κορυφής του Αι Θόδωρου.
  3. Ζευγάρι λέγονταν τα δυο ζώα που τραβούσαν το άροτρο με το οποίο όργωναν τα χωράφια.

Read Full Post »

00-chris

του Θανάση Τσαρού

Στις γιορτές κάναμε επισκέψεις στα σπίτια: «καλημέρα και χρόνια πολλά», στον πάτο της σκάλας, εκεί βάζαν τις χλωρές ελατόσκουπες για να σκουπίζουν τα πόδια τους οι επισκέπτες. Ερχόντανε η νοικοκυρά και μας τρατάριζε κοκόσιες, παπαδέλες, κανένα λουκούμι αγορασμένο στο μαγαζί της γειτονιάς, «πενήντα δράμια στο χαρτί», κι είτανε πιο σκληρό κι από τα παστέλια της κατοχής. Μα δεν θυμάμαι να μας έβλαψε ποτέ. Κι είχαμε και το νου μας μην ξεμυτίσει και κανένας δάσκαλος, γιατί απαγορευότανε στα παιδιά του σχολείου να κάνουν επισκέψεις. Ποτέ δεν μάθαμε ποιος ήτανε ο λόγος. Κανένας μας ποτέ δεν παραπονέθηκε για ζαχαροδιαβήτη, και μάλλον για λόγους τουρισμού θα μας απαγορεύανε. Δεν κάναμε βέβαια και καλή εντύπωση να λασποκόβουμε όλη τη μέρα από τη μια στην άλλη άκρη του χωριού και να μποδίζουμε τους μεγάλους. Αυτοί μόλις θα σκόλαζε η εκκλησιά, παρέες-παρέες, θα παίρνανε με τη σειρά τα σπίτια που γιορτάζανε, προσέχοντας μην παραλείψουν κανένα και παρεξηγηθούν. Θα κάθονταν σε καρέκλες στην καλή κάμαρα, θα τους κερνούσαν πιοτά, θα λέγανε μακρόσυρτες ευχές (αξέχαστος είναι ο Μπαρπαλής) και θα παίρνανε τον μπακλαβά τους από την πιατέλα. Θα τον τυλίγανε προσεχτικά μαζί με τους άλλους, στα μαντήλια – δεν τρώγονται δα όλοι μαζί τόσοι μπακλαβάδες. Θα τρέχανε τα σιρόπια από τα μαντήλια, μα αυτό δεν πείραζε, γιατί τον χειμώνα που είναι πολλές οι γιορτές, δεν υπάρχουν μύγες…

Εμείς περιφρονούσαμε τις απαγορευτικές διαταγές των δασκάλων. Διακινδυνεύαμε να σπάσουμε μερικές κρανίσιες βέργες στις παλάμες μας την άλλη μέρα. Την παραμονή και σε ομαδική σύσκεψη – οργανωτικό δαιμόνιο ήταν ο Κώστας  ο Σαλτός – καθορίζαμε το σχχέδιο δράσης μας. Με ονομαστικό κατάλογο στο χέρι, από την Μπαρτσιτσόραχη ως τα Φλωρέικα, δεν παραλείπαμε κανένα σπίτι που σ’ αυτό κάποιος θα είχε όνομα αγίου της ημέρας. Γιόρταζε δεν γιόρταζε, εμείς δεν κάναμε διάκριση, ούτε εφημερίδες είχε τότε το χωριό για να μαθαίνουμε τους «μη εορτάζοντες».

Κανένα σπίτι δεν συμφωνούσε με τις διαταγές των δασκάλων, κι όλες οι νοικοκυρές θα μας φίλευαν καρύδια, κάστανα βρασμένα, άκρες από μπακλαβά, κι ήτανε μερικές σαν την Παπαδοθανάσαινα, που δεν έκανε διάκριση και μας έδινε κανονικό, μέση, μπακλαβά, κι έφτιανε και τον καλύτερο, με εκατό φύλλα, και μας αποζημίωνε για το ξύλο που τρώγαμε την άλλη μέρα.

Ίσως κάποιος από τους νεαρούς φίλους μας από το χωριό, να μας ρωτήσει: «Μα είτανε ανάγκη να τρέχετε μέσα στη λάσπη και τα νερά για ένα λουκούμι και δεν ανοίγατε το ψυγείο να φάτε ένα γλυκό όπως κάνουμε εμείς σήμερα;». Ένα τέτοιο θα δικαιολογούσε την απορία εκείνης της βασίλισσας, που απορούσε που ο κόσμος φώναζε πως θέλει ψωμί και δεν τρώει παντεσπάνι! Η μακαρίτισσα η Ζαχορήνο που περιμένοντας να βγει η φουσκόκλουρα από τη γάστρα μας έλεγε παραμύθια, όσες φορές σ’ αυτά θα τύχαινε να στρώσει τραπέζι για βασιλιάδες και βασιλόπουλα, ποτέ δεν τους σερβίριζε γλυκά. Τα γλυκά λείπανε τότε κι από τα παραμύθια. Στο σπίτι, ένα βάζο με λίγο βύσσινο φυλάγονταν κλειδωμένο στην κασέλα και το δοκιμάζαμε μόνο σαν καταφέρναμε να βγάλουμε τους ρεζέδες από την κασέλα.

(Δημοσιεύτηκε στα ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΙΚΑ  ΧΡΟΝΙΚΑ τευχ. 3, σελ. 15, Ιανουάριος 1976)

Read Full Post »

του Δημητρίου Θ. Μαλκογιώργου

Όλη τη βδομάδα οι χωρικοί, αγρότες και τσοπάνηδες, θα δουλέψουν σκληρά. Δεν τους μένει καιρός για κοινωνικές συναναστροφές. Την Κυριακή που από παλιά είχε έντονο θρησκευτικό και γιορταστικό χαρακτήρα, την είχαν καθιερώσει και την τηρούσαν αυστηρά σαν αργία.

Από το πρωί θα φορούσαν τα γιορτινά τους και με το κάλεσμα της καμπάνας, όλο το χωριό θα όδευε για την εκκλησία, κρατώντας στο χέρι του ο καθένας ένα ή περισσότερα κεριά, καμωμένα από τους ίδιους, από κερί παραγωγής τους, που θα πρόσφεραν και θα άναβαν μπροστά στο εικονοστάσι.

Ο ναός γέμιζε ασφυκτικά από ένα εκκλησίασμα που με τάξη καταλάμβανε τις θέσεις του, στα στασίδια οι γεροντότεροι, όρθιοι οι νέοι, πίσω στο γυναικωνίτη, με ή χωρίς καφασωτό χώρισμα, οι γυναίκες, όλοι με τη σωστή θρησκευτική κατάνυξη να παρακολουθούν τη θεία λειτουργία. Κι όταν ο παπάς πρόφερε το «Δι’ ευχών…», και μοίραζε το αντίδωρο, ο ένας έσπευδε να χαιρετίσει τον άλλο, να του ευχηθεί καλή βδομάδα, να ρωτήσει με πραγματικό ενδιαφέρον για μέλη της οικογένειας που δεν έβλεπε στην εκκλησία ή που είχε μέρες να δει.

Έξω στην πλατεία του ναού, που ήταν συνήθως το χοροστάσι, οι άνδρες κουβέντιαζαν σε ομάδες και περίμεναν το Δήμαρχο ή τον πάρεδρο του Δημοτικού Διαμερίσματος για ν’ αρχίσουν τη συζήτηση για τα ζητήματα  που απασχολούσαν το χωριό και πως θα τα λύσουν. Μια συνήθεια που ερχόταν απ’ τα παλιά, ένα είδος «Εκκλησίας του Δήμου», αλλά και που την είχαν τόσο ανάγκη. Εκεί θα παίρναν το λόγο με τη σειρά, πρώτα οι κεφαλές και οι γεροντότεροι, για να τονίσουν τις ανάγκες του χωριού σε καθαριότητα, αγροτικούς δρόμους, προστασία του περιβάλλοντος, διάνοιξης χωματαυλάκων για την άρδευση των χωραφιών τους, διορισμό αγροφύλακα ή δραγάτη και ένα σωρό άλλα κοινά προβλήματα. Το βήμα του αγρότη το προσέφερε το πεζούλι του γεροπλάτανου, που κατά κανόνα σκίαζε την πλατεία του ναού.

Όλοι λάβαιναν μέρος σ’ αυτές τις συζητήσεις, συνήθως ήρεμα και με σεβασμό προς την, ας πούμε άτυπη συνέλευση, κάποτε όμως και σε έντονο, αλλά όχι εριστικό ύφος. Και το καλό, οι συζητήσεις αυτές δεν έμεναν μόνο λόγια. Λαμβάνονταν αποφάσεις, καθορίζονταν η συνεισφορά του καθενός σε χρήμα ή σε προσωπική εργασία και το σημαντικότερο, αυτές τις αποφάσεις της τηρούσαν κατά γράμμα κι ας ήταν άγραφες, προφορικές. Δύσκολα να το κατανοήσουμε εμείς σήμερα. Το μυστικό βρίσκονταν στο ότι τα μέτρα αυτά και τις αποφάσεις δεν τις επέβαλε κανείς άνωθεν. Τις έπαιρναν όλοι από κοινού, με τη θέλησή τους και έδιναν το λόγο τους να τις τηρήσουν και ο λόγος για κείνους ήταν όρκος απαράβατος. Κάθε χωριό έχει να επιδείξει σημαντικά έργα που έγιναν με τέτοιες αποφάσεις, χάρις στο έθιμο αυτό, της κατά Κυριακή δημόσιας συζήτησης.

Τον υπόλοιπο χρόνο της Κυριακής οι χωριανοί τον χρησιμοποιούσαν για την ανάπαυση τους ή για την ανταλλαγή επισκέψεων μεταξύ συγγενών και φίλων, που αποτελούσαν συγχρόνως και ευκαιρία ψυχαγωγίας των, τρόπο τινά.

Read Full Post »

του Θανάση Τσαρού

…τότε.

 Τότε που το χωριό μας είχε τριακόσια τζάκια που καπνίζανε και στην αυλή του κάθε σπιτιού, στάνη τα παιδιά, τα κατσίκια, τ’ αρνιά. Τότε που βουίζανε τα πλάγια από τα κοπάδια, από ανθρώπους που αναποδογυρίζανε τον τόπο με το τσαπί, τον πελεκούσανε με το τσεκούρι, του αλλάζανε την όψη. Ανθρωπομάνι μέσα στο χωριό. Μαγαζιά και στις τρεις πλατείες. Κρεμασμένες στα τσιγκέλια οι σφαγμένες γίδες. Βαρέλια γιομάτα κρασί, κλαρίνα να λαλάνε και τρεις δίπλες ο χορός. Μπροστά ο Παπαγιώργης με τον Παπαγρηγόρη. Ο Θανασιάς βγάζει τα τσαρούχια του και τ’ αφήνει στη μέση στ’ αλώνι του χορού. Κολλάει στο μέτωπο του Γυφτομήτρου με το κλαρίνο δυο χιλιάρικα… Χοροπηδάει ο Σωτηράκης με το νταούλι. Ο Καλατζο-Θανάσης παραξηγιέται με τον αστυνόμο του χωριού. Μπροστά και οι δυο στη διπλή ζυγιά του χορού έκρουξε ο ένας τον άλλον στην γυροβολιά. Πέφτουν οι άλλοι στη μέση, αδειάζουν ποτήρια γεμάτα και συνεχίζουν να χορεύουν τον «Αητό». Σ’ όλες τις φράχτες, στις αυλές, κρεμασμένα σακούλια και πατατούκες από Κυριακοχωρίτες, Σταγιώτες και από άλλα χωριά που ήρθαν στο πανηγύρι.

Τότε…

Τώρα…

Τώρα, που και που ανασαίνει κάποιο τζάκι. Ο καπνός του θλιμμένη μαρτυριά από κάποια ζωή που πέρασε, επιμονή στην ελπίδα σε μια ζωή που έρχεται, θυμίαμα στις ξεθωριασμένες εικόνες αγίων που ξεχάστηκαν, θύμηση για την εκπλήρωση κάποιου χρέους. Οι καινούργιες περιστάσεις υποχρεώνουν σε καινούργια συμπεριφορά. Ο χρόνος κάνει να φαίνονται οι παλιές συνήθειες παράξενες.

Τώρα δεν ακούμε κουδούνια και τσοκάνια στο χωριό. Άδικα θα ψάξουμε να βρούμε τσοπάνη στη μορφή του Τσατσομητράκη με τη γκλίτσα περασμένη πίσω στο σβέρκο του, τα δυο χέρια κρεμασμένα στις δυο άκρες της, να κατεβαίνει αργά από τη στρούγκα στο χωριό. Του Γιώργου, του αδερφού του, που σαλάγαγε τετρακόσια πρόβατα. Η μια άκρη της κάπας του να σέρνεται χάμω, και πίσω του ένα καραβάνι από γαϊδουρέλια φορτωμένα παιδιά, σακούλια με ψωμί, τσαντήλες με τυρί, άλλα σύνεργα της στάνης. Και στο σπίτι, ένα κοπάδι από παιδιά από δυο γυναίκες καρπερές, που τα ξεχώριζε στο σημάδι, όπως και τα πρόβατα.

Τώρα αν δεχτούμε πως κάποιος κάνει τον τσοπάνη στο χωριό, για τη βροχή δεν φοράει κάπα αλλά αδιάβροχο κι ομπρέλα. Την ώρα δεν την διαβάζει στ’ αστέρια, μα σε ρολόι του χεριού και δεν λαλεί φλογέρα αλλά τρανζίστορ, που στη διαπασών σκούζει σκοπούς σέικ και ντίσκο, και που δεν έχει «νυχτοσκάρι». Το τσοπάνικο ωράριο το προσάρμοσε σ’ αυτό των δημοσίων υπαλλήλων.

Τώρα είναι άλλοι καιροί. Την οξυά την γκρεμίζουν ηλεκτρικά πριόνια και την κουβαλάν αυτοκίνητα. Πάνε οι Σαμαρινιώτες με τα καραβάνια τα μουλάρια. Στ’ αλώνια δεν γυρίζουν άλογα. Η μπουλντόζα ισιώνει τα ρέματα. Ο βόμβος της μηχανής έδιωξε τις νεράιδες, κυνήγησε τους καλικάντζαρους. Κι αυτά τα ξωτικά, στο φευγιό του πήραν μαζί τους αντιλήψεις, δοξασίες, μας κάναν να ξεχάσουμε συνήθειες, που ήταν στοιχεία της ζωής μας.

Περιοδικό ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, τευχ. 1, Νοέμβριος 1974, σελ. 14.

Read Full Post »

του ΙΩΑΝΝΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Ο εμφύλιος πόλεμος κράτησε τρία χρόνια, όμως η ηλικία μου και η τραγικότητα των γεγονότων που έζησα τα πολλαπλασιάζουν τόσο, ώστε μου φαίνονται ως τη μεγαλύτερη περίοδο της ζωής μου. Μετά την κατάληψη του Αστυνομικού σταθμού Γαρδικίου στις 20 Οκτωβρίου 1946 στο χωριό έπεσε μια βουβαμάρα.  Κανείς δεν ήξερε πώς να συμπεριφερθεί. Τη μια ημέρα βλέπαμε αντάρτες την άλλη στρατιώτες.

Τα τμήματα των ανταρτών που κινούνταν από το ένα χωριό στο άλλο χρησιμοποιούσαν συνδέσμους. Τα ονόματα των αρχηγών των ανταρτών που ακούγαμε ήταν Μπελής, Διαμαντής, Γκουλέζος.

Από την άλλη μεριά ακούγαμε μόνο το όνομα του λοχαγού Κρανιά. Οι εκκλησίες κάθε τόσο γέμιζαν πτώματα από τις μάχες που γίνονταν σε όλη τη γύρω περιοχή. Ό λόχος του Κρανιά που είχε έδρα τη Σπερχειάδα διέθετε και όλμους, έτσι όταν έρχονταν οι στρατιώτες τοποθετούσαν δυο κανόνια στη πλατεία της  Παναγίας και από εκεί έριχναν βολές στις απέναντι βουνοκορφές. Από το θόρυβο που έκαναν τα κανόνια ο Ναός της Παναγίας εσείετο συθέμελα και μια ηλικιωμένη γειτόνισσα η Μόρφω η Ντελή που δεν  είχε ακούσει άλλη φορά στη ζωή της τέτοιο βομβαρδισμό έλεγε συνέχεια. ‘’Στα όρη στ’ άγρια βουνά να πάνε τα βόλια όχι στα παιδάκια.’’

Μέσα σ’ αυτή την τραγελαφική κατάσταση  πήραν και τον πατέρα μου αντάρτη μαζί με άλλους ογδόντα Γαρδικιώτες, όταν έγινε η επιστράτευση στις 23 Αυγούστου του 1947. Άφησε πίσω του τη μάνα μου με τον εβδομηνταδιάχρονο παππού μου και τρία ανήλικα παιδιά.  Από εκεί και πέρα η μέχρι τότε δύσκολη ζωή της οικογένειάς μου άρχισε να γίνεται δυσκολότερη. Τα αποθέματα τροφίμων στο σπίτι άρχισαν να λιγοστεύουν, όπως το φεγγάρι μετά την πανσέληνο, αφού σταμάτησαν τα αγώγια με τα λαθραία μαδέρια προς τα καμποχώρια.

Με τον αδερφό μου καιροφυλακτούσαμε τις κότες και μόλις άρχιζαν τα κακαρίσματα χωνόμασταν στη φωλιά να πάρουμε το αυγό, ακούγοντας πίσω μας τη γιαγιά μου την Ξωραφέλου να μονολογεί:

-Σκάσε ντέ. Τι νομίζεις πως έκανες ένα μπλάρ;  Ένα αυγό έκανες.

Το μουλάρι είχε στο μυαλό της και γι’ αυτό έλεγε, αφού εκείνο το μικρόσωμο, το Μαρκάκι που είχε το επέταξαν  και κουβαλούσε πολεμοφόδια από χωριό σε χωριό.  Στην αρχή πήγαινε και η θειά μου μαζί του στις μεταφορές, αργότερα όμως φοβήθηκε και δεν ξαναπήγε, τους το παρέδωσε και το άφησε στην τύχη του. Το αγαπούσε πολύ εκείνο το ζώο. Κάθε φορά που ερχόταν η συζήτηση έλεγε:

-Πολεμάει το Μαρκάκι μας πολεμάει.

Οι μεγάλες δυσκολίες φάνηκαν το φθινόπωρο του 1947 όταν τελείωσαν εντελώς τα τρόφιμα.

Λίγο πριν μας ξεριζώσουν απ’ τα σπίτια μας η πείνα χτύπησε την πόρτα μας, αφού ο πατέρας μου δεν ήταν κοντά μας να μας προσφέρει τα αναγκαία, ήταν εκπαιδευόμενος στη Χομήριανη στο έμπεδο των ανταρτών.

Η βουστινόπιττα και οι λαχανίδες μπήκαν στο ημερήσιο διαιτολόγιο μας.  Ακόμα θυμάμαι την απαίσια μυρωδιά που διαχέετο σε όλη τη γειτονιά, όταν κάποια νοικοκυρά έβραζε λαχανίδες. Σα δηλητηριώδες αέριο.  Τύφλα νάχουν τα χημικά αέρια.  Ένα απόγευμα χτύπησε την πόρτα μας ένας κουμπάρος μας, που ήταν αντάρτης στο ίδιο στρατόπεδο με τον πατέρα μου.  Μόλις αντίκρισε τη μάνα μου την καθησύχασε λέγοντας:

– Μην ταράζεσαι Ρήνω. Ο Βασίλης είναι καλά. Μου έδωσε ένα γράμμα να σου φέρω και μου είπε πως θα σου ξαναγράψει, όταν βρει κανένα νάρχεται προς τα εδώ.

Δεν χρειάστηκε να μας στείλει άλλο γράμμα, αφού μετά από λίγες ημέρες πήρε αναρρωτική άδεια και τον έστειλαν στο χωριό να αναρρώσει. Είχαν πρηστεί τα πόδια του από τα κρυοπαγήματα και είχε επιδεινωθεί το βρογχικό άσθμα που κληρονόμησε από τον Αλβανικό πόλεμο. Κατά τη διάρκεια όμως της ανάρρωσης μπήκε ο Κρανιάς στο χωριό και αφού τον έπιασαν και τον ανέκριναν, μας φόρτωσαν σε ένα στρατιωτικό όχημα και μας πήγαν στη Στυλίδα.  Μετά από λίγες ημέρες άδειασε όλο το χωριό μετά από απόφαση της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Το Γαρδίκι ήταν έρημο δεν έμεινε κανείς. Ο εκπατρισμός μας δεν έγινε με κανένα σχέδιο. Μας φόρτωναν σε στρατιωτικά οχήματα και μας μετέφεραν όπου εμείς είχαμε συγγενικά άτομα που θα μπορούσαν να μας δεχτούν ή σε καταυλισμούς που υπήρχαν σε μεγάλες πόλεις.

Όταν μας διώξανε από το χωριό τον Οκτώβριο του 1947, πήραμε μαζί μας, όσα απ’ τα υπάρχοντά μας χωρούσαν στο στρατιωτικό όχημα που θα μας μετέφερε. Έτσι πήραμε μαζί μας και το γουρούνι που θα σφάζαμε τα Χριστούγεννα, φορτωμένο κι αυτό στο στρατιωτικό όχημα τύπου James που μας μετέφερε απ’ το Γαρδίκι στη Στυλίδα. Τί μαρτύριο κι εκείνο; Στην καρότσα του James σωριασμένοι άνθρωποι, σακούλια, μπόγοι, αρμαθιές κότες δεμένες απ’ τα ποδάρια, το κασόνι με το γουρούνι, σε μια άκρη δυο γίδες και δίπλα το γαϊδούρι μας δεμένο κι αυτό από ποδάρι σε ποδάρι για να μην μπορεί να κινείται.

Κάπως έτσι μετακινήθηκαν όλες οι οικογένειες κι απ’ τα γύρω χωριά.

Read Full Post »

Του Κώστα Γ. Τσατσά

Όταν στις αρχές του 1900 άνοιξα λίγο τα μάτια μου, το Γαρδίκι κατά την αντίληψη μου, μεσουρανούσε. Τα πανηγύρια μας απλά και όμορφα. Είχαμε δυο εξαίρετους παπάδες. Τον λιτότατο παπά-Δυσσέα που τις εργάσιμες ημέρες εργάζονταν στα χωράφια όπως όλοι οι χωριανοί και τον αρχοντόπαπα Παπαγιώργη Πρωτόπαπα…

Όταν κάποτε – πράγμα που γίνονταν σπάνια – επισκέφτηκε το χωριό μας ο Δεσπότης, ένας τσοπάνος παρουσιάστηκε μπροστά του μ’ ένα ψιμάρι στον ώμο του, όταν τον είδε του είπε:

-Βρε συ είσ’ ου μεγάλους ου παπάς; Ου παπα-Γιώργς ου θ’κος μας είνι καλλίτερους…

-Έτσι με έκαμε ο Θεός τέκνον μου, του απάντησε ο Δεσπότης.

-Μια και ήρθα, θα σ’κάμου μια κουλουτούμπα κι θα σ’ δώσου κι τούτου του σμέτ.(1)

***

Στη πολιτική τότε δημάρχευε άλλοτε ο Δημητράκης Γαρδίκης με το κόκκινο, κι άλλοτε ο Θεοφάνης Σακελλάρης με το άσπρο. Τη Δημαρχία όμως τους την πήρε μια τετραετία ο Γιακιάς απ’ τη Σέλιανη, με υη βοήθεια του Σακελλάρη.

Οι δημοδιδάσκαλοι Γιάννης και Οδυσσέας Γαρδίκης ήσαν απαράμιλλοι εις το καθήκον τους.

***

Στον Αγά(2) είχαμε τον Τάσο Ράφτη και τον Β. Οικονόμου που φρόντιζαν να εφοδιάζουν τους πάντες ελλειμματικούς σε καλαμπόκι χωριανούς μας, για την έρημη μπομπότα(3).

***

Στη Λαμία είχαμε: τους διακεκριμένους ιατρούς Χρόνη και Γιατράκο Γαρδίκη και στο γυμνάσιο τους καθηγητάς Νίκο Στεργιόπουλο με το απαραίτητο περίστροφο στη κωλότσεπη και τον σοβαρό Νίκο Γαρδίκη.

Επιστάτας φυλακών είχαμε τον Λεωνίδα Βλαχάκη και στη Χωροφυλακή για ασφάλεια, τους Δημ. Σιλέλαν, Μπακατσέλον κ.ά. Ο Σπύρος Τσιτούρας φρόντιζε για τα τσαρούχια μας με τους άλλους συντεχνίτες συγχωριανούς μας.

***

Στην Αθήνα θυμάμαι στα 1921, κατοικούσε ο Κ. Γ.Μαντές που καθώς έλεγε, ποτέ του δεν πήγε σχολείο και όμως υπηρέτησε στην Χωροφυλακή Αθηνών πλέον από δεκαπέντε έτη και προήχθη εις αξιωματικόν   της Χωροφυλακής, και όταν , όπως μου έγραφε αργότερα στην Αμερική, έφτασε στο τελευταίο στάδιο της ζωής του (πέρασε τα ογδόντα χρόνια ζωής) έπαιρνε τρεις συντάξεις: Χωροφυλακής, Εθνικής Τράπεζας, και Υποθηκοφυλακείου. Θυμάμαι ακόμη πως στη Χαλκίδα υπηρετούσε διοικητής εμπέδου ο συνταγματάρχης Νταλιάνης, με υπασπιστή του τον Δημ. Τριανταφυλλίδη, διαδεχθείς τον εκ Σέλιανης συνταγματάρχη Παπακώσταν.

Στη Λαμία κατέβαινε συχνά ο Θεοφάνης Σακελλάρης με την καλλίκορμον θυγατέρα του, κατόπιν κυρία Πλεξίδα.

(1) σμετ: όψιμα γεννημένο αρνάκι (ψιμάρι)

(2) Αγά: η Σπερχειάδα

(3) μπομπότα: ψωμί από αλεύρι καλαμποκιού


Από τα «ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» 1979, τεύχος 14, σελ.15

Read Full Post »

Older Posts »