Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Θυμάμαι…’ Category

genna-1a

της Δέσποινας ΦούκαΡεζέ

Ένα φθινόπωρο(1) οι γονείς μου άρχισαν τη σπορά του σταριού, από εκείνο το μακρινό χωράφι της Λαούς(2). Ξεκίνησαν καμιά ώρα πρώτου φέξει, μπροστά το ζευγάρι(3), πίσω ο πατέρας σέρνοντας το μουλάρι φορτωμένο τ’ απαραίτητα. Δίπλα του η μάνα μου με την κοιλιά ως πέρα, ήταν ο μέρες της να γεννήσει κι είπαν να προλάβουν.

Τις δυο μέρες δούλεψα καλά, την τρίτη κρέμασαν σύννεφα κι άρχισε να ψιλοβρέχει. Φόρεσαν ότι είχαν, έβαλαν κι από ένα τσουβάλι κατσούλα στο κεφάλι και συνέχιζαν. «Μπόρα είναι θα περάσει», είπαν. Ο πατέρας με το ζευγάρι, η μάνα με τη σκεπαρνιά όσο μπορούσε. Η βροχή αντί να σταματήσει δυνάμωνε, το χώμα λάσπωνε, τα πόδια δεν ξεκόλλαγαν, το ζευγάρι δεν τράβαγε και αναγκάστηκαν να ξεζέψουν και να πάνε στη ταράτσα να στρεχιάσουν. Δεν είχαν κάνει συντήρηση και τα νερά έσταζαν μέσα και μούσκεψαν τα πράγματα τους, οι ίδιοι μούσκεμα ως το κόκαλο. Ο καιρός χειροτέρεψε, άστραψε και βρόνταγε, έριχνε με το τσουκάλι. Πυκνή αντάρα τους τύλιξε δεν έβλεπαν πέρα απ’ τα πέντε μέτρα. Οι γελάδες και το μουλάρι βρεγμένα, τρομαγμένα και νηστικά, έχωναν τα κεφάλια τους μέσα την ταράτσα ζητώντας προστασία.

Τη μάνα μου την έζωσαν οι πόνοι στη μέση και την κοιλιά, που να ακουμπήσει και που να σταθεί… Είχε παγώσει. Ο πατέρας τα ‘χε χαμένα. Αδέξιος και ασυνήθιστος από τέτοιες καταστάσεις, στην ξενιτιά μεγάλωσε. Το μάτι της μάνας έπεσε σε κάτι στεγνά ξυλάκια στη γωνιά. Ανακουφίστηκε. Έκανε νεύμα στον πατέρα μου κι άναψε φωτιά, έφερναν γύρω-γύρω και τα ρούχα άχνιζαν πάνω τους, σα να ‘βγαινε καπνός.

Στέγνωσαν τα τσουράπια, έτριψαν τις λάσπες, τα ξαναφόρεσαν κι έδεσαν σφιχτά στα πόδια τους τα γουρνοτσάρουχα. Οι πόνοι της μάνας καλμάρισαν απ’ τη ζέστα, έβαλαν στο στόμα τους μια χαψιά ψωμί, συνήλθαν. Οι ώρες περνούσαν, τα ξύλα κάηκαν, φωτιά χαμήλωσε. Οι γονείς μου κοιτάζονταν στα μάτια με απόγνωση.

– Τι θα κανουμ’ Θανάση;

– Τι θα κάνουμ’ Αγγελική; Αν ξενυχτήσουμε εδώ τα πράματα θα ψοφήσουν όλη τη νύχτα στη βροχή κι αν πέσει λύκος στο σκοτάδι αλίμονό μας. Σ’ αυτά κρέμεται η ζωή μας.

– Και τούτοι οι πόνοι, έλεγε η μάνα.

– Νύχτα μες την ερημιά, συμπλήρωνε ο πατέρας.

Στα μακρινά σπιτάκια των Μποτσαίων λάλαγαν κοκόρια, προμήνυμα αλλαγής καιρού. Ανακουφίστηκαν. Η βροχή άρχισε να κοπάζει και οι αντάρες τραβιόνταν. Βγήκαν από την ταράτσα, υπολόγισαν μια-δυο ώρες μέρα. Αποφάσισαν να φύγουν, να προλάβουν να βγουν απ’ τον λόγγο και την ανηφόρα προτού σκοτεινιάσει.

Κουκουλώθηκαν, σαλάιξαν τα πράματα στη στράτα, ξεκίνησαν και «ο θεός βοηθός», είπε η μάνα κάνοντας το σταυρό της. Τα γουρνοτσάρουχα γλίστραγαν στη λάσπη και την ανηφόρα κι αντί μπροστά πήγαιναν πίσω. Ο πατέρας τράβαγε τη μάνα απ’ το χέρι, γλιστρώντας και πέφτοντας ποτ’ ο ένας ποτ’ ο άλλος. Πιάνονταν απ’ τις ουρές των ζώων, απ’ τους φράχτες και τα χαμόκλαρα, μπήχνοντας τα ματσούκια τους στη γη. Για να ‘μπαινε καβάλα στο μουλάρι, η μάνα, ούτε χώραγε στο σαμάρι, ούτε ήταν λογικό γιατί κι αυτό γλίστραγε, αν την έριχνε θα χάνονταν δυο ζωές.

Ο δρόμος δεν χτούραγε, η ώρα περνούσε, η βροχή συνέχιζε, η αντάρα κι ο λόγγος τους τύλιξαν στο σκοτάδι. Άναψαν το λαδοφάναρο, ο αέρας το ‘σβηνε κι όλο το άναβαν. Κάποτε βγήκαν στον αι Θόδωρο. Αγνάντεψαν το χωριό, δεν φώτιζε παράθυρο, ποιος ξέρει τι ώρα να ‘ταν! Πήρανε τον κατήφορο και νόμιζαν καλύτερα.

Μα όχι η μάνα, νόμιζε ότι θα τις πέσει η κοιλιά, την κρατούσε με τα δυο της χέρια. Οι πόνοι αβάσταχτοι, έσφιγγε τα δόντια, δάγκωνε τα χείλη. Ο πατέρας πάντα δίπλα, αμίλητες σκιές μέσα στο σκοτάδι, σαν φαντάσματα.

Σαν έφτασαν στο σπίτι, ο πατέρας έτρεξε στην κάτω γειτονιά κι έφερε τη γριούλα μαμή. Όταν είδε την γκαστρωμένη τρόμαξε. Ξύπνησε κι η γιαγιά Γιαννούλα, άναψαν φωτιά, της έβγαλαν τα βρεγμένα ρούχα που έσταζαν νερό, έστρωσαν δίπλα στο τζάκι, την ξάπλωσαν και την γύριζαν σαν αρνί στη σούβλα να ζεσταθεί από παντού. Ήταν παγωμένη και σπάραζε απ’ τους πόνους. Το παιδί είχε πέσει χαμηλά, η έγκυος εξαντλημένη δεν έκανε καμιά προσπάθεια, και το χειρότερο, η γιαγιά μαμή (πρακτική), διαπίστωσε πως το παιδί έρχονταν ανάποδα, με τα πόδια αντί με το κεφάλι. Σήκωσαν την έγκυο όρθια, ο πατέρας την κρατούσε απ’ τις μασχάλες κι η μαμή γονατιστή πάλευε να γυρίσει το παιδί, πράγμα αδύνατο.

Βγήκαν τα ποδαράκια, σιγά-σιγά γλίστρησε το κορμάκι, μετά τίποτα, κρέμονταν απ’ το λαιμό. Έξω μαύρα μεσάνυχτα, άστραφτε και βρόνταγε κι ο αέρας μούγκριζε. Κατ’ απ’ το λιγοστό φως του λυχναριού, ανθρώπινες σκιές χλωμές σαν το κερί, πάλευαν να σώσουν μάνα και παιδί που χαροπάλευαν.

Η δόλια μάνα, μάζεψε τις τελευταίες της δυνάμεις να βγάλει το κεφαλάκι του μωρού που κινδύνευε να πνιγεί… Δυστυχώς, το κορμάκι έπεσε χωρίς το κεφάλι. Το παιδάκι χάθηκε μα κι η μάνα κινδύνευσε.

– Τα παιδάκια μου θα μείνουν ορφανά, είπε και σωριάστηκε στο πάτωμα.

Η γριούλα μαμή που είχαν δει πολλά τα μάτια της, δεν τα έχασε.

– Τρέξτε, φέρτε την καναβδιά, φώναξε.

Δώδεκα οριές χοντρό σκοινί που φόρτωναν το μουλάρι.

Σήκωσαν όρθια τη μάνα, τύλιξαν γρήγορα και σφιχτά το σκοινί, από πάνω προς τα κάτω, σ’ όλη τη κοιλιά της δίνοντας της συγχρόνως μια μεγάλη μπουκάλα να φυσάει μέσα, με όλη της τη δύναμη. Το κεφαλάκι του μωρού πετάχτηκε κι έπεσε κάτω σαν μπαλίτσα. Χίλια και άλλα εύγε στη γριούλα μαμή. Οι γυναίκες απ’ την ώρα που έμεναν έγκυες, έβαζαν το ένα πόδι στον τάφο, έλεγαν.

———————-

  1. Όπως η ίδια αφηγούνταν αυτό συνέβηκε το 1915
  2. Λαού. Περιοχή στα ανατολικά της κορυφής του Αι Θόδωρου.
  3. Ζευγάρι λέγονταν τα δυο ζώα που τραβούσαν το άροτρο με το οποίο όργωναν τα χωράφια.
Advertisements

Read Full Post »

00-chris

του Θανάση Τσαρού

Στις γιορτές κάναμε επισκέψεις στα σπίτια: «καλημέρα και χρόνια πολλά», στον πάτο της σκάλας, εκεί βάζαν τις χλωρές ελατόσκουπες για να σκουπίζουν τα πόδια τους οι επισκέπτες. Ερχόντανε η νοικοκυρά και μας τρατάριζε κοκόσιες, παπαδέλες, κανένα λουκούμι αγορασμένο στο μαγαζί της γειτονιάς, «πενήντα δράμια στο χαρτί», κι είτανε πιο σκληρό κι από τα παστέλια της κατοχής. Μα δεν θυμάμαι να μας έβλαψε ποτέ. Κι είχαμε και το νου μας μην ξεμυτίσει και κανένας δάσκαλος, γιατί απαγορευότανε στα παιδιά του σχολείου να κάνουν επισκέψεις. Ποτέ δεν μάθαμε ποιος ήτανε ο λόγος. Κανένας μας ποτέ δεν παραπονέθηκε για ζαχαροδιαβήτη, και μάλλον για λόγους τουρισμού θα μας απαγορεύανε. Δεν κάναμε βέβαια και καλή εντύπωση να λασποκόβουμε όλη τη μέρα από τη μια στην άλλη άκρη του χωριού και να μποδίζουμε τους μεγάλους. Αυτοί μόλις θα σκόλαζε η εκκλησιά, παρέες-παρέες, θα παίρνανε με τη σειρά τα σπίτια που γιορτάζανε, προσέχοντας μην παραλείψουν κανένα και παρεξηγηθούν. Θα κάθονταν σε καρέκλες στην καλή κάμαρα, θα τους κερνούσαν πιοτά, θα λέγανε μακρόσυρτες ευχές (αξέχαστος είναι ο Μπαρπαλής) και θα παίρνανε τον μπακλαβά τους από την πιατέλα. Θα τον τυλίγανε προσεχτικά μαζί με τους άλλους, στα μαντήλια – δεν τρώγονται δα όλοι μαζί τόσοι μπακλαβάδες. Θα τρέχανε τα σιρόπια από τα μαντήλια, μα αυτό δεν πείραζε, γιατί τον χειμώνα που είναι πολλές οι γιορτές, δεν υπάρχουν μύγες…

Εμείς περιφρονούσαμε τις απαγορευτικές διαταγές των δασκάλων. Διακινδυνεύαμε να σπάσουμε μερικές κρανίσιες βέργες στις παλάμες μας την άλλη μέρα. Την παραμονή και σε ομαδική σύσκεψη – οργανωτικό δαιμόνιο ήταν ο Κώστας  ο Σαλτός – καθορίζαμε το σχχέδιο δράσης μας. Με ονομαστικό κατάλογο στο χέρι, από την Μπαρτσιτσόραχη ως τα Φλωρέικα, δεν παραλείπαμε κανένα σπίτι που σ’ αυτό κάποιος θα είχε όνομα αγίου της ημέρας. Γιόρταζε δεν γιόρταζε, εμείς δεν κάναμε διάκριση, ούτε εφημερίδες είχε τότε το χωριό για να μαθαίνουμε τους «μη εορτάζοντες».

Κανένα σπίτι δεν συμφωνούσε με τις διαταγές των δασκάλων, κι όλες οι νοικοκυρές θα μας φίλευαν καρύδια, κάστανα βρασμένα, άκρες από μπακλαβά, κι ήτανε μερικές σαν την Παπαδοθανάσαινα, που δεν έκανε διάκριση και μας έδινε κανονικό, μέση, μπακλαβά, κι έφτιανε και τον καλύτερο, με εκατό φύλλα, και μας αποζημίωνε για το ξύλο που τρώγαμε την άλλη μέρα.

Ίσως κάποιος από τους νεαρούς φίλους μας από το χωριό, να μας ρωτήσει: «Μα είτανε ανάγκη να τρέχετε μέσα στη λάσπη και τα νερά για ένα λουκούμι και δεν ανοίγατε το ψυγείο να φάτε ένα γλυκό όπως κάνουμε εμείς σήμερα;». Ένα τέτοιο θα δικαιολογούσε την απορία εκείνης της βασίλισσας, που απορούσε που ο κόσμος φώναζε πως θέλει ψωμί και δεν τρώει παντεσπάνι! Η μακαρίτισσα η Ζαχορήνο που περιμένοντας να βγει η φουσκόκλουρα από τη γάστρα μας έλεγε παραμύθια, όσες φορές σ’ αυτά θα τύχαινε να στρώσει τραπέζι για βασιλιάδες και βασιλόπουλα, ποτέ δεν τους σερβίριζε γλυκά. Τα γλυκά λείπανε τότε κι από τα παραμύθια. Στο σπίτι, ένα βάζο με λίγο βύσσινο φυλάγονταν κλειδωμένο στην κασέλα και το δοκιμάζαμε μόνο σαν καταφέρναμε να βγάλουμε τους ρεζέδες από την κασέλα.

(Δημοσιεύτηκε στα ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΙΚΑ  ΧΡΟΝΙΚΑ τευχ. 3, σελ. 15, Ιανουάριος 1976)

Read Full Post »

του Δημητρίου Θ. Μαλκογιώργου

Όλη τη βδομάδα οι χωρικοί, αγρότες και τσοπάνηδες, θα δουλέψουν σκληρά. Δεν τους μένει καιρός για κοινωνικές συναναστροφές. Την Κυριακή που από παλιά είχε έντονο θρησκευτικό και γιορταστικό χαρακτήρα, την είχαν καθιερώσει και την τηρούσαν αυστηρά σαν αργία.

Από το πρωί θα φορούσαν τα γιορτινά τους και με το κάλεσμα της καμπάνας, όλο το χωριό θα όδευε για την εκκλησία, κρατώντας στο χέρι του ο καθένας ένα ή περισσότερα κεριά, καμωμένα από τους ίδιους, από κερί παραγωγής τους, που θα πρόσφεραν και θα άναβαν μπροστά στο εικονοστάσι.

Ο ναός γέμιζε ασφυκτικά από ένα εκκλησίασμα που με τάξη καταλάμβανε τις θέσεις του, στα στασίδια οι γεροντότεροι, όρθιοι οι νέοι, πίσω στο γυναικωνίτη, με ή χωρίς καφασωτό χώρισμα, οι γυναίκες, όλοι με τη σωστή θρησκευτική κατάνυξη να παρακολουθούν τη θεία λειτουργία. Κι όταν ο παπάς πρόφερε το «Δι’ ευχών…», και μοίραζε το αντίδωρο, ο ένας έσπευδε να χαιρετίσει τον άλλο, να του ευχηθεί καλή βδομάδα, να ρωτήσει με πραγματικό ενδιαφέρον για μέλη της οικογένειας που δεν έβλεπε στην εκκλησία ή που είχε μέρες να δει.

Έξω στην πλατεία του ναού, που ήταν συνήθως το χοροστάσι, οι άνδρες κουβέντιαζαν σε ομάδες και περίμεναν το Δήμαρχο ή τον πάρεδρο του Δημοτικού Διαμερίσματος για ν’ αρχίσουν τη συζήτηση για τα ζητήματα  που απασχολούσαν το χωριό και πως θα τα λύσουν. Μια συνήθεια που ερχόταν απ’ τα παλιά, ένα είδος «Εκκλησίας του Δήμου», αλλά και που την είχαν τόσο ανάγκη. Εκεί θα παίρναν το λόγο με τη σειρά, πρώτα οι κεφαλές και οι γεροντότεροι, για να τονίσουν τις ανάγκες του χωριού σε καθαριότητα, αγροτικούς δρόμους, προστασία του περιβάλλοντος, διάνοιξης χωματαυλάκων για την άρδευση των χωραφιών τους, διορισμό αγροφύλακα ή δραγάτη και ένα σωρό άλλα κοινά προβλήματα. Το βήμα του αγρότη το προσέφερε το πεζούλι του γεροπλάτανου, που κατά κανόνα σκίαζε την πλατεία του ναού.

Όλοι λάβαιναν μέρος σ’ αυτές τις συζητήσεις, συνήθως ήρεμα και με σεβασμό προς την, ας πούμε άτυπη συνέλευση, κάποτε όμως και σε έντονο, αλλά όχι εριστικό ύφος. Και το καλό, οι συζητήσεις αυτές δεν έμεναν μόνο λόγια. Λαμβάνονταν αποφάσεις, καθορίζονταν η συνεισφορά του καθενός σε χρήμα ή σε προσωπική εργασία και το σημαντικότερο, αυτές τις αποφάσεις της τηρούσαν κατά γράμμα κι ας ήταν άγραφες, προφορικές. Δύσκολα να το κατανοήσουμε εμείς σήμερα. Το μυστικό βρίσκονταν στο ότι τα μέτρα αυτά και τις αποφάσεις δεν τις επέβαλε κανείς άνωθεν. Τις έπαιρναν όλοι από κοινού, με τη θέλησή τους και έδιναν το λόγο τους να τις τηρήσουν και ο λόγος για κείνους ήταν όρκος απαράβατος. Κάθε χωριό έχει να επιδείξει σημαντικά έργα που έγιναν με τέτοιες αποφάσεις, χάρις στο έθιμο αυτό, της κατά Κυριακή δημόσιας συζήτησης.

Τον υπόλοιπο χρόνο της Κυριακής οι χωριανοί τον χρησιμοποιούσαν για την ανάπαυση τους ή για την ανταλλαγή επισκέψεων μεταξύ συγγενών και φίλων, που αποτελούσαν συγχρόνως και ευκαιρία ψυχαγωγίας των, τρόπο τινά.

Read Full Post »

του Θανάση Τσαρού

…τότε.

 Τότε που το χωριό μας είχε τριακόσια τζάκια που καπνίζανε και στην αυλή του κάθε σπιτιού, στάνη τα παιδιά, τα κατσίκια, τ’ αρνιά. Τότε που βουίζανε τα πλάγια από τα κοπάδια, από ανθρώπους που αναποδογυρίζανε τον τόπο με το τσαπί, τον πελεκούσανε με το τσεκούρι, του αλλάζανε την όψη. Ανθρωπομάνι μέσα στο χωριό. Μαγαζιά και στις τρεις πλατείες. Κρεμασμένες στα τσιγκέλια οι σφαγμένες γίδες. Βαρέλια γιομάτα κρασί, κλαρίνα να λαλάνε και τρεις δίπλες ο χορός. Μπροστά ο Παπαγιώργης με τον Παπαγρηγόρη. Ο Θανασιάς βγάζει τα τσαρούχια του και τ’ αφήνει στη μέση στ’ αλώνι του χορού. Κολλάει στο μέτωπο του Γυφτομήτρου με το κλαρίνο δυο χιλιάρικα… Χοροπηδάει ο Σωτηράκης με το νταούλι. Ο Καλατζο-Θανάσης παραξηγιέται με τον αστυνόμο του χωριού. Μπροστά και οι δυο στη διπλή ζυγιά του χορού έκρουξε ο ένας τον άλλον στην γυροβολιά. Πέφτουν οι άλλοι στη μέση, αδειάζουν ποτήρια γεμάτα και συνεχίζουν να χορεύουν τον «Αητό». Σ’ όλες τις φράχτες, στις αυλές, κρεμασμένα σακούλια και πατατούκες από Κυριακοχωρίτες, Σταγιώτες και από άλλα χωριά που ήρθαν στο πανηγύρι.

Τότε…

Τώρα…

Τώρα, που και που ανασαίνει κάποιο τζάκι. Ο καπνός του θλιμμένη μαρτυριά από κάποια ζωή που πέρασε, επιμονή στην ελπίδα σε μια ζωή που έρχεται, θυμίαμα στις ξεθωριασμένες εικόνες αγίων που ξεχάστηκαν, θύμηση για την εκπλήρωση κάποιου χρέους. Οι καινούργιες περιστάσεις υποχρεώνουν σε καινούργια συμπεριφορά. Ο χρόνος κάνει να φαίνονται οι παλιές συνήθειες παράξενες.

Τώρα δεν ακούμε κουδούνια και τσοκάνια στο χωριό. Άδικα θα ψάξουμε να βρούμε τσοπάνη στη μορφή του Τσατσομητράκη με τη γκλίτσα περασμένη πίσω στο σβέρκο του, τα δυο χέρια κρεμασμένα στις δυο άκρες της, να κατεβαίνει αργά από τη στρούγκα στο χωριό. Του Γιώργου, του αδερφού του, που σαλάγαγε τετρακόσια πρόβατα. Η μια άκρη της κάπας του να σέρνεται χάμω, και πίσω του ένα καραβάνι από γαϊδουρέλια φορτωμένα παιδιά, σακούλια με ψωμί, τσαντήλες με τυρί, άλλα σύνεργα της στάνης. Και στο σπίτι, ένα κοπάδι από παιδιά από δυο γυναίκες καρπερές, που τα ξεχώριζε στο σημάδι, όπως και τα πρόβατα.

Τώρα αν δεχτούμε πως κάποιος κάνει τον τσοπάνη στο χωριό, για τη βροχή δεν φοράει κάπα αλλά αδιάβροχο κι ομπρέλα. Την ώρα δεν την διαβάζει στ’ αστέρια, μα σε ρολόι του χεριού και δεν λαλεί φλογέρα αλλά τρανζίστορ, που στη διαπασών σκούζει σκοπούς σέικ και ντίσκο, και που δεν έχει «νυχτοσκάρι». Το τσοπάνικο ωράριο το προσάρμοσε σ’ αυτό των δημοσίων υπαλλήλων.

Τώρα είναι άλλοι καιροί. Την οξυά την γκρεμίζουν ηλεκτρικά πριόνια και την κουβαλάν αυτοκίνητα. Πάνε οι Σαμαρινιώτες με τα καραβάνια τα μουλάρια. Στ’ αλώνια δεν γυρίζουν άλογα. Η μπουλντόζα ισιώνει τα ρέματα. Ο βόμβος της μηχανής έδιωξε τις νεράιδες, κυνήγησε τους καλικάντζαρους. Κι αυτά τα ξωτικά, στο φευγιό του πήραν μαζί τους αντιλήψεις, δοξασίες, μας κάναν να ξεχάσουμε συνήθειες, που ήταν στοιχεία της ζωής μας.

Περιοδικό ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, τευχ. 1, Νοέμβριος 1974, σελ. 14.

Read Full Post »

του ΙΩΑΝΝΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Ο εμφύλιος πόλεμος κράτησε τρία χρόνια, όμως η ηλικία μου και η τραγικότητα των γεγονότων που έζησα τα πολλαπλασιάζουν τόσο, ώστε μου φαίνονται ως τη μεγαλύτερη περίοδο της ζωής μου. Μετά την κατάληψη του Αστυνομικού σταθμού Γαρδικίου στις 20 Οκτωβρίου 1946 στο χωριό έπεσε μια βουβαμάρα.  Κανείς δεν ήξερε πώς να συμπεριφερθεί. Τη μια ημέρα βλέπαμε αντάρτες την άλλη στρατιώτες.

Τα τμήματα των ανταρτών που κινούνταν από το ένα χωριό στο άλλο χρησιμοποιούσαν συνδέσμους. Τα ονόματα των αρχηγών των ανταρτών που ακούγαμε ήταν Μπελής, Διαμαντής, Γκουλέζος.

Από την άλλη μεριά ακούγαμε μόνο το όνομα του λοχαγού Κρανιά. Οι εκκλησίες κάθε τόσο γέμιζαν πτώματα από τις μάχες που γίνονταν σε όλη τη γύρω περιοχή. Ό λόχος του Κρανιά που είχε έδρα τη Σπερχειάδα διέθετε και όλμους, έτσι όταν έρχονταν οι στρατιώτες τοποθετούσαν δυο κανόνια στη πλατεία της  Παναγίας και από εκεί έριχναν βολές στις απέναντι βουνοκορφές. Από το θόρυβο που έκαναν τα κανόνια ο Ναός της Παναγίας εσείετο συθέμελα και μια ηλικιωμένη γειτόνισσα η Μόρφω η Ντελή που δεν  είχε ακούσει άλλη φορά στη ζωή της τέτοιο βομβαρδισμό έλεγε συνέχεια. ‘’Στα όρη στ’ άγρια βουνά να πάνε τα βόλια όχι στα παιδάκια.’’

Μέσα σ’ αυτή την τραγελαφική κατάσταση  πήραν και τον πατέρα μου αντάρτη μαζί με άλλους ογδόντα Γαρδικιώτες, όταν έγινε η επιστράτευση στις 23 Αυγούστου του 1947. Άφησε πίσω του τη μάνα μου με τον εβδομηνταδιάχρονο παππού μου και τρία ανήλικα παιδιά.  Από εκεί και πέρα η μέχρι τότε δύσκολη ζωή της οικογένειάς μου άρχισε να γίνεται δυσκολότερη. Τα αποθέματα τροφίμων στο σπίτι άρχισαν να λιγοστεύουν, όπως το φεγγάρι μετά την πανσέληνο, αφού σταμάτησαν τα αγώγια με τα λαθραία μαδέρια προς τα καμποχώρια.

Με τον αδερφό μου καιροφυλακτούσαμε τις κότες και μόλις άρχιζαν τα κακαρίσματα χωνόμασταν στη φωλιά να πάρουμε το αυγό, ακούγοντας πίσω μας τη γιαγιά μου την Ξωραφέλου να μονολογεί:

-Σκάσε ντέ. Τι νομίζεις πως έκανες ένα μπλάρ;  Ένα αυγό έκανες.

Το μουλάρι είχε στο μυαλό της και γι’ αυτό έλεγε, αφού εκείνο το μικρόσωμο, το Μαρκάκι που είχε το επέταξαν  και κουβαλούσε πολεμοφόδια από χωριό σε χωριό.  Στην αρχή πήγαινε και η θειά μου μαζί του στις μεταφορές, αργότερα όμως φοβήθηκε και δεν ξαναπήγε, τους το παρέδωσε και το άφησε στην τύχη του. Το αγαπούσε πολύ εκείνο το ζώο. Κάθε φορά που ερχόταν η συζήτηση έλεγε:

-Πολεμάει το Μαρκάκι μας πολεμάει.

Οι μεγάλες δυσκολίες φάνηκαν το φθινόπωρο του 1947 όταν τελείωσαν εντελώς τα τρόφιμα.

Λίγο πριν μας ξεριζώσουν απ’ τα σπίτια μας η πείνα χτύπησε την πόρτα μας, αφού ο πατέρας μου δεν ήταν κοντά μας να μας προσφέρει τα αναγκαία, ήταν εκπαιδευόμενος στη Χομήριανη στο έμπεδο των ανταρτών.

Η βουστινόπιττα και οι λαχανίδες μπήκαν στο ημερήσιο διαιτολόγιο μας.  Ακόμα θυμάμαι την απαίσια μυρωδιά που διαχέετο σε όλη τη γειτονιά, όταν κάποια νοικοκυρά έβραζε λαχανίδες. Σα δηλητηριώδες αέριο.  Τύφλα νάχουν τα χημικά αέρια.  Ένα απόγευμα χτύπησε την πόρτα μας ένας κουμπάρος μας, που ήταν αντάρτης στο ίδιο στρατόπεδο με τον πατέρα μου.  Μόλις αντίκρισε τη μάνα μου την καθησύχασε λέγοντας:

– Μην ταράζεσαι Ρήνω. Ο Βασίλης είναι καλά. Μου έδωσε ένα γράμμα να σου φέρω και μου είπε πως θα σου ξαναγράψει, όταν βρει κανένα νάρχεται προς τα εδώ.

Δεν χρειάστηκε να μας στείλει άλλο γράμμα, αφού μετά από λίγες ημέρες πήρε αναρρωτική άδεια και τον έστειλαν στο χωριό να αναρρώσει. Είχαν πρηστεί τα πόδια του από τα κρυοπαγήματα και είχε επιδεινωθεί το βρογχικό άσθμα που κληρονόμησε από τον Αλβανικό πόλεμο. Κατά τη διάρκεια όμως της ανάρρωσης μπήκε ο Κρανιάς στο χωριό και αφού τον έπιασαν και τον ανέκριναν, μας φόρτωσαν σε ένα στρατιωτικό όχημα και μας πήγαν στη Στυλίδα.  Μετά από λίγες ημέρες άδειασε όλο το χωριό μετά από απόφαση της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Το Γαρδίκι ήταν έρημο δεν έμεινε κανείς. Ο εκπατρισμός μας δεν έγινε με κανένα σχέδιο. Μας φόρτωναν σε στρατιωτικά οχήματα και μας μετέφεραν όπου εμείς είχαμε συγγενικά άτομα που θα μπορούσαν να μας δεχτούν ή σε καταυλισμούς που υπήρχαν σε μεγάλες πόλεις.

Όταν μας διώξανε από το χωριό τον Οκτώβριο του 1947, πήραμε μαζί μας, όσα απ’ τα υπάρχοντά μας χωρούσαν στο στρατιωτικό όχημα που θα μας μετέφερε. Έτσι πήραμε μαζί μας και το γουρούνι που θα σφάζαμε τα Χριστούγεννα, φορτωμένο κι αυτό στο στρατιωτικό όχημα τύπου James που μας μετέφερε απ’ το Γαρδίκι στη Στυλίδα. Τί μαρτύριο κι εκείνο; Στην καρότσα του James σωριασμένοι άνθρωποι, σακούλια, μπόγοι, αρμαθιές κότες δεμένες απ’ τα ποδάρια, το κασόνι με το γουρούνι, σε μια άκρη δυο γίδες και δίπλα το γαϊδούρι μας δεμένο κι αυτό από ποδάρι σε ποδάρι για να μην μπορεί να κινείται.

Κάπως έτσι μετακινήθηκαν όλες οι οικογένειες κι απ’ τα γύρω χωριά.

Read Full Post »

Του Κώστα Γ. Τσατσά

Όταν στις αρχές του 1900 άνοιξα λίγο τα μάτια μου, το Γαρδίκι κατά την αντίληψη μου, μεσουρανούσε. Τα πανηγύρια μας απλά και όμορφα. Είχαμε δυο εξαίρετους παπάδες. Τον λιτότατο παπά-Δυσσέα που τις εργάσιμες ημέρες εργάζονταν στα χωράφια όπως όλοι οι χωριανοί και τον αρχοντόπαπα Παπαγιώργη Πρωτόπαπα…

Όταν κάποτε – πράγμα που γίνονταν σπάνια – επισκέφτηκε το χωριό μας ο Δεσπότης, ένας τσοπάνος παρουσιάστηκε μπροστά του μ’ ένα ψιμάρι στον ώμο του, όταν τον είδε του είπε:

-Βρε συ είσ’ ου μεγάλους ου παπάς; Ου παπα-Γιώργς ου θ’κος μας είνι καλλίτερους…

-Έτσι με έκαμε ο Θεός τέκνον μου, του απάντησε ο Δεσπότης.

-Μια και ήρθα, θα σ’κάμου μια κουλουτούμπα κι θα σ’ δώσου κι τούτου του σμέτ.(1)

***

Στη πολιτική τότε δημάρχευε άλλοτε ο Δημητράκης Γαρδίκης με το κόκκινο, κι άλλοτε ο Θεοφάνης Σακελλάρης με το άσπρο. Τη Δημαρχία όμως τους την πήρε μια τετραετία ο Γιακιάς απ’ τη Σέλιανη, με υη βοήθεια του Σακελλάρη.

Οι δημοδιδάσκαλοι Γιάννης και Οδυσσέας Γαρδίκης ήσαν απαράμιλλοι εις το καθήκον τους.

***

Στον Αγά(2) είχαμε τον Τάσο Ράφτη και τον Β. Οικονόμου που φρόντιζαν να εφοδιάζουν τους πάντες ελλειμματικούς σε καλαμπόκι χωριανούς μας, για την έρημη μπομπότα(3).

***

Στη Λαμία είχαμε: τους διακεκριμένους ιατρούς Χρόνη και Γιατράκο Γαρδίκη και στο γυμνάσιο τους καθηγητάς Νίκο Στεργιόπουλο με το απαραίτητο περίστροφο στη κωλότσεπη και τον σοβαρό Νίκο Γαρδίκη.

Επιστάτας φυλακών είχαμε τον Λεωνίδα Βλαχάκη και στη Χωροφυλακή για ασφάλεια, τους Δημ. Σιλέλαν, Μπακατσέλον κ.ά. Ο Σπύρος Τσιτούρας φρόντιζε για τα τσαρούχια μας με τους άλλους συντεχνίτες συγχωριανούς μας.

***

Στην Αθήνα θυμάμαι στα 1921, κατοικούσε ο Κ. Γ.Μαντές που καθώς έλεγε, ποτέ του δεν πήγε σχολείο και όμως υπηρέτησε στην Χωροφυλακή Αθηνών πλέον από δεκαπέντε έτη και προήχθη εις αξιωματικόν   της Χωροφυλακής, και όταν , όπως μου έγραφε αργότερα στην Αμερική, έφτασε στο τελευταίο στάδιο της ζωής του (πέρασε τα ογδόντα χρόνια ζωής) έπαιρνε τρεις συντάξεις: Χωροφυλακής, Εθνικής Τράπεζας, και Υποθηκοφυλακείου. Θυμάμαι ακόμη πως στη Χαλκίδα υπηρετούσε διοικητής εμπέδου ο συνταγματάρχης Νταλιάνης, με υπασπιστή του τον Δημ. Τριανταφυλλίδη, διαδεχθείς τον εκ Σέλιανης συνταγματάρχη Παπακώσταν.

Στη Λαμία κατέβαινε συχνά ο Θεοφάνης Σακελλάρης με την καλλίκορμον θυγατέρα του, κατόπιν κυρία Πλεξίδα.

(1) σμετ: όψιμα γεννημένο αρνάκι (ψιμάρι)

(2) Αγά: η Σπερχειάδα

(3) μπομπότα: ψωμί από αλεύρι καλαμποκιού


Από τα «ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» 1979, τεύχος 14, σελ.15

Read Full Post »

γράφει ο Γιάννης Ν. Καραγιάννης

Μπήκαμε στον Οχτώβρη. Με τους Νίκο Θέο και Θανάση Τσικριπή, πήγαμε στο δάσος να κόψουμε ξύλα. Αυτή τη μέρα, έρχεται τρέχοντας εκεί, ο Βασίλης Φλέγγας. Μου λέει ν’ αφήσω τα ξύλα και να πάω γρήγορα στο χωριό γιατί με ζητάνε. Κατάλαβα πως κάτι σοβαρό θα συμβαίνει. Και πράγματι, έτσι ήταν.

Έφτασε στο Γαρδίκι ο Άγγλος ταγματάρχης Κρις Γκουτχάουζ. Έρχονταν συστημένος από την οργάνωση του χωριού Κολοκυθιά, και συνοδεύονταν από ένα λεβέντη μεσόκοπο, που είχε κάνει πριν από χρόνια στην Αμερική και με τα λίγα αγγλικά του έκανε τον διερμηνέα στον Κρις. Τον έλεγαν Νίκο Μπέη.

Ο Άγγλος, ντυμένος τη στρατιωτική στολή του αξιωματικού, ήταν στο σπίτι της παπαδιάς Παρασκευής Γρηγ. Μαλούκου. Κρυφά, μέσα από τους κήπους, έφτασα στο σπίτι, όπου βρήκα τον άγγλο αξιωματικό ξαπλωμένο σ’ ένα κρεβάτι, και την παπαδιά να του ετοιμάζει ένα κοτόπουλο για φαγητό.

Ο Κρις που μαζί με άλλους εγγλέζους είχαν πέσει με αλεξίπτωτο στη Γκιώνα, είχε αποστολή να πάει στον Βάλτο, για να συναντήσει τον Ζέρβα. Η οργάνωσή μας, θα αναλάμβανε  να τον προωθήσει με συνοδεία εμπίστων ανθρώπων. Σαν τέτοιους κρίναμε δύο παλληκάρια: τον Θανάση Τσικριπή και τον Γιάννη Σακελάρη. Αυτοί τον συνόδεψαν ως την Αράχοβα Ναυπακτίας. Είχαμε σύνδεση με τον υπολοχαγό Καραδήμα. Εκείνος, με την σειρά του τον προώθησε ώσπου έφτασε στον προορισμό του στο Βάλτο…

Πέρασαν κάμποσες μέρες. Είμαστε στο δεύτερο δεκαήμερο του Νοέμβρη του 1942. Μια συντροφιά Γαρδικιώτες, καθόμασταν στον Αι Θανάση και κουβεντιάζαμε για την κατάσταση. Βλέπουμε να έρχεται ένα ένοπλο παλληκάρι. Μας χαιρέτησε και ζήτησε «κάποιον Καραγιάννη Γιάννη».

-Εγώ είμαι, του είπα. Εκείνος έβγαλε από τον κόρφο του ένα γράμμα και μου το έδωσε.

Το γράμμα έγραφε: «Αύριο ερχόμαστε. Πάρτε κατάλληλα μέτρα», και είχε την υπογραφή του Άρη.

Η οργάνωση ειδοποιήθηκε και παρακολουθούσε τους δρόμους που οδηγούσαν στο χωριό. Την επομένη το απόγευμα, έμπαινε στο Γαρδίκι, το αντάρτικο τμήμα του ΕΔΕΣ με 55-60 άντρες και με επικεφαλής το Ζέρβα. Λίγο αργότερα ο ΕΛΑΣ με 165 άντρες με τον Άρη Βελουχιώτη. Μπήκαν τραγουδώντας και κρατώντας τη γαλανόλευκη σημαία μας. Το χωριό σύσσωμο καλωσόρισε και τα δυο τμήματα. Εγώ με τον Γιώργο Ραχούτη τους περιμέναμε από το Κρίκελο, και την ώρα της άφιξής τους δεν την χαρήκαμε. Γυρίζοντας, ακούσαμε από μακριά τα όργανα που έπαιζαν στη πλατεία και καταλάβαμε πως ήρθαν!

Στην πλατεία του χωριού χόρευαν ο Άρης, ο Ζέρβας, ο Περικλής, ο Κρις.

Εδώ πρέπει να αναφέρω πως ο κόσμος δεν ήξερε ποιος ήταν ο Άρης. Είχαν ακούσει πως επρόκειτο για κάποιον ταγματάρχη του πυροβολικού.

Ο Αλέκος Ραχούτης, υπολοχαγός πεζικού, ήταν εκεί τότε και παρουσιάστηκε κανονικά στον ταγματάρχη Άρη Βελουχιώτη και του ανέφερε πως από αυτή τη στιγμή τίθεται υπό τας διαταγάς του. Ο Άρης, τον συνεχάρη και του είπε ότι «τώρα πάμε κάπου για δουλειά και στην επιστροφή θα τα πούμε…»

Το Γαρδίκι πρόσφερε στους αντάρτες του ΕΛΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, χωρίς διάκριση, ότι καλύτερο είχε εκείνο τον καιρό της πείνας.

Ο Άρης μου ζήτησε κάποιον έμπιστο, που ήθελε για να τον στείλει στη Λαμία. Του έδωσα τον Βασίλη Φλέγγα. Ο Άρης τον θυμήθηκε από την εξορία που είχαν κάνει μαζί, όταν ο Βασίλης 17-18 χρονών είχε εξορισθεί σαν επικίνδυνος κομμουνιστής επί Μεταξα. Του είπε λοιπόν:

-Βασίλη, θα πας στον πατέρα μου, στη Λαμία και θα του πεις: «το πράσινο ρολόι είναι καλά».

Πήγε ο Βασίλης στη Λαμία,  βρήκε τον Δημήτρη Κλάρα, πατέρα του Άρη και του είπε:

-Κύριε Κλάρα, έρχομαι από το «πράσινο ρολόι».

Ταράχτηκε ο γέρος.

-Τι έγινε παιδί μου, πέθανε;

-Όχι, μην ανησυχείς. Χτες ήταν στο Γαρδίκι και χόρευε στην πλατεία.

Χάρηκε ο μπάρμπα-Μήτσος και ώρα πολλή ζήτησε κι έμαθε νέα του γιού του.

Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ αδελφωμένοι πήγαν στον Γοργοπόταμο κι όλοι μαζί έκαμαν το μεγάλο σαμποτάζ που το θαύμασε η Ευρώπη. Έτσι τον ζήσαμε εμείς το Γοργοπόταμο.

Read Full Post »

του Λευτέρη Κορέλη

Σαράντα οκτώ ώρες κρατούσε το ταξίδι, συνήθως πεζοπορία. Κατά διαστήματα συναντούσαν χωριά, όπου είχαν στημένους χορούς με ψητά, κλαρίνα και πανηγύρια… Μ’ είχε ταμένο η μάνα μου. Κινδύνεψα να πεθάνω στη γέννα.

-Σώσε το παιδάκι ‘μ Παναγία μου, και θα ‘ρθουμε στη χάρη σου.

Και εκπλήρωσε το τάμα της. Ήταν ένα ταξίδι που έγινε το 1917. Και διηγούνταν η μάνα μου, που ίσως αυτό να ήταν και «το μόνον της ζωής της ταξίδιον»:

-Ξεκινήσαμε, γιέ μου, προπαραμονή, με τον πατέρα σου κι εσένα μικρό, ως δυο χρονών, και μ’ άλλους χωριανούς, απογευματάκι απ’ το χωριό. Είμασταν όλοι απ’ το μαχαλά μας, απ΄ την Παναγία. Είχαμε πάρει μαζί μας και το μουλάρι μας, και σε βάλαμε πάνω. Μικρό παιδί, δεν θ’ άντεχες τόσο ποδαρόδρομο. Οι υπόλοιποι ζωσμένοι απ’ ένα ντορβά με λίγο ψωμί, τυρί και καμιά ντομάτα, και κρεμασμένη στη πλάτη μια κουβέρτα προχωρούσαν με τα πόδια Περάσαμε απ’ το Παλιοχώρι, όπου μπήκαν και Παλιοχωριάτες στη παρέα. Το ίδιο έγινε και στα Πουγκάκια. Διαβήκαμε απ’ τη ράχη του Καρπενησιού, περάσαμε τη Λάσπη. Κάπου παραμερίσαμε να ξαποστάσουμε και μας πήρε ο ύπνος. Το πρωί φτάσαμε στο Καρπενήσι. Μεγάλη πολιτεία, και κόσμος πολύς πήγαινε κι έρχονταν στα σοκάκια. Κι είδα για πρώτη φορά αυτοκίνητο. Τρόμαξα. Μου φάνηκαν θηρία, με τη φασαρία που έκαναν. Μ’ αγόρασε ο πατέρας σου μια καινούργια μαντήλα και συνεχίσαμε το δρόμο μας για το μοναστήρι. Παντού συναντούσαμε προσκυνητές που πήγαιναν στη χάρη της. Όλες οι στράτες γεμάτες κόσμο, μαζί κι εμείς. Ο δρόμος απ’ το Καρπενήσι στην αρχή, πέρναγε ανάμεσα από χωράφια σπαρμένα με τριφύλλια, στάρι και καλαμπόκια, όσο προχωρούσαμε μπαίναμε σε δάσος και σε λίγο πήραμε ένα μονοπάτι ανάμεσα σε βράχια δίπλα στο ποτάμι. Σ’ ένα σημείο είδαμε κόσμο να γονατίζει και να σταυροκοπιέται. Ήταν «το πάτημα της Παναγίας». Κάναμε το σταυρό μας και προχωρήσαμε. Το πρωί συνεχίσαμε και φτάσαμε στο Γαύρο κι από κει στα «Παζαράκια». Τι να δεις! Κόσμος! Ψητά, φρούτα, όργανα χοροί… Κάμποσοι μερακλήδες χόρευαν και τραγουδούσαν… Μπήκε κι ο πατέρας μαζί με άλλους και το ‘φερε μια γυροβολιά, έτσι για το καλό… Τ’ άρεσαν του Γιαννακού οι χοροί και τα πανηγύρια.

Παραμονή το απόγευμα φτάσαμε στο μοναστήρι. Κοσμοπλημμύρα! Οι λάκες και τα πεζούλια δεν τους χωρούν! Παρέες-παρέες είχαν κάτσει κατάχαμα, πάνω σε κουβέρτες, και με τα μουλάρια, άλογα – ότι είχε ο καθένας – δίπλα τους δεμένα. Άλλοι προχωρούσαν προς την εκκλησία, σπρώχνοντας για ν’ ανοίξουν δρόμο, απ’ τον πολύ κόσμο. Μπήκαμε στη σειρά να προσκυνήσουμε. Οι παπάδες ψέλνουν συνέχεια. Η μια λειτουργία τελειώνει και η άλλη αρχίζει. Ήταν κι ο Δεσπότης! Κι έβλεπες μανάδες να κρατούν άρρωστα παιδάκια, άνδρες και γυναίκες με το πόνο και την αγωνία ζωγραφισμένα στα πρόσωπά τους, γέρους με τρεμάμενα βήματα, όλοι τους να πορεύονται για προσκυνήσουν την εικόνα τους, Κι όταν έφτανες στο εικονοστάσι, δεν ξεχώριζες την όψη της απ΄ τα τάματα των χριστιανών. Χρυσές καντήλες, δακτυλίδια, ότι μπορεί να φανταστείς. Ανάψαμε τη λαμπάδα και ξαναγυρίσαμε στη μέρος που θα περνάγαμε τη νύχτα μας.

-Φύλαξε το παιδί σου να μη στο κλέψουν, να μη στ’ αλλάξουν, κακομοίρα μου, μούπε μια χωριανή που ‘ρθε στην παρέα μας. Εδώ φέρνουν παιδάκια σακατεμένα: κουτσά, στραβά, χαζά, τα’ αφήνουν στο πλάι σου την ώρα που κοιμάσαι, παίρνουν το δικό σου κι εδώθε παν κι άλλοι… Απόψε άλλαξαν δυο αγοράκια με κορίτσια, κι ένα άλλο το ΄κλεψαν και ψάχνουν τώρα οι γονείς τους με την αστυνομία.

-Και τι να κάμω;

-Να το δέσεις στη μέση σου και με μια παραμάνα να το πιάσεις στο κόρφο σου και να ‘χεις τα μάτια σου τέσσερα! Έκανα όπως μου είπε κι όλοι τη νύκτα δεν κοιμήθηκα…

Όλο το βράδυ το περάσαμε ακούγοντας ιστορίες για θαύματα της Παναγίας..Γι’ αρρώστους που βρήκαν την υγειά τους, για κάποιον που ‘πεσε στο γκρεμό με τα’ άλογό του κι η Παναγία τον έσωσε, κι άλλα πολλά. Από παντού άκουγες φωνές, γέλια, τραγούδια, και κάποιοι είχαν ανάψει φωτιές, περισσότερο για φωτισμό παρά για να ζεσταθούν. Το πρωί στη μεγάλη λειτουργία ξαναμπήκαμε στη γραμμή για να προσκυνήσουμε. Ώρες πολλές για να φτάσουμε. Και έρχονταν κι άλλος κόσμος, απ΄ όλους τους δρόμους, σαν ποτάμια. Το μεσημέρι, ανήμερα στη γιορτή της, μόλις σχόλασε η εκκλησία, ξεκινούσε γλέντι στο χωριό που ήταν δίπλα στο μοναστήρι. Καθίσαμε λίγο, πήγε ο πατέρας σου και πήρε λίγο κρέας και φάγαμε. Ύστερα όλοι η παρέα ξεκινήσαμε για την επιστροφή .Και σ’ όλο το δρόμο λέγαμε και ξαναλέγαμε γι’ αυτά που είδαμε και θαυμάσαμε!

Πάνω από εξήντα χρόνια διηγιόνταν η μάνα μου αυτή την ιστορία με μικρές παραλλαγές, ώσπου πέθανε, κι εγώ την άκουγα σαν να ήταν η πρώτη φορά. Την έλεγε τόσο παραστατικά λες και την ζούσε κείνη την ώρα. Στον καιρό του πολέμου, μ’ έταξε να πάω να προσκυνήσω τη χάρη Της. Δυστυχώς ο πόλεμος κράτησε πολύ για μένα. Η μάνα, που θα μου θύμιζε το χρέος, πέθανε, πέρασαν τα χρόνια και δεν ξεπλήρωσα το τάμα. Και σκέφτομαι: Θα με βοηθήσει άραγε η Παναγία η Μπουρσότισσα να ξεπληρώσω το διπλό μου χρέος, στην Παναγία και στη Μάνα μου;


Read Full Post »

Older Posts »