Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Δικοί μας άνθρωποι’ Category

της ΓΙΩΤΑΣ ΦΩΤΙΑΔΟΥ-ΜΠΑΛΑΦΟΥΤΗ

Από τη μια ο Ιούλης και από την άλλη η τσιμεντένια πολιτεία, η ρυπαρή και μολυσμένη, μας τσουρούφλισαν. Το καυσαέριο λες και πύκνωσε παραπάνω και δεν έμπαινε με ευκολία στα ρουθούνια και στα ρουθούνια και στα πνευμόνια μας.

-Βουνό ή θάλασσα; Είπε κάποιος της παρέας.

-Βουνό ν’ ανασάνουμε.

Δεν χρειάστηκαν παρακάλια. Ήταν κάτι που είχαμε όλοι ανάγκη και ξεκινήσαμε.

Σε λίγες ώρες ανηφορίζαμε κιόλας. Οι κορφές των δέντρων μας καλωσόριζαν καθώς σάλευαν, οι καταπράσινες ρεματιές, τα σπαρμένα χωράφια των χωριών που ήταν το ‘να δίπλα στ’ άλλο. Ξεχάσαμε κιόλας τη μολυσμένη πόλη. Μερέψαμε!

Σταματήσαμε σ’ ένα κεφαλοχώρι. Ο μέγας πλάτανος που είχε η πλατεία του, μας κράτησε για ώρες. Το πυκνόφυτο δάσος με τις οξυές, τα έλατα και τις καστανιές σ’ όλους τους τόνους του πράσινου, μας καλούσε. Πήραμε κιόλας το δρόμο του, να ξεμουδιάσουμε. Αν ήταν καλοστρωμένος θα ήταν βατός κι από τα αυτοκίνητα. Βαδίζουμε μέσα στο ελατοδάσος και κάθε τόσο βαθιανασαίναμε, ν’ αποθηκεύσουμε τ’ οξυγόνο. Το κελαριστό τραγούδι των νερών της ρεματιάς συναγωνίζονταν το λάλημα των πουλιών. Γελούσαν τα’ αγριολούλουδα και τα πρόσωπά μας.

Σε μια στροφή, πήρε το μάτι μας μια μικρόσωμη χωρική με το ντορβά στον ώμο, στηριγμένη σε μια γκλίτσα όλο κόμπια, από ξύλο αγριελιάς. Σαν κουρασμένο τρένο έσερνε το βήμα της στον ανήφορο.

-Καλημέρα γιαγιά, της είπαμε.

-Όχι και γιαγιά, θεία, μας είπε κοφτά. Έλυσε το κεφαλομάντηλό της και το ξανάδεσε. Με θλιμμένο καλοσυνάτο πρόσωπο μας χαμογέλασε και μας ρώτησε:

-Θέλετε καφέ;

-Καφέ; Έχει κανένα καφενείο εδώ;

-Φτιάχνω εγώ. Παραπάνω έχει βρύση με παγωμένο νερό. Αν θέλετε πίνετε καφέ ή τρώτε λουκούμια.

-Τι λέει, τι λέει, ψιθύρισε κάποιος. Στον ντορβά τα κουβαλάει τα συμπράγκαλα;

Περπατούσαμε μαζί με την κυρά θεια και λέγαμε τα δικά μας, ώσπου φτάσαμε στη βρύση. Από μια κούπα πέτρινη έτρεχε κρυστάλλινο νερό. Τρέξαμε όλοι να δροσιστούμε. Δίπλα της μερικά σκαλοπάτια σκαλισμένα στη πέτρα και στο χώμα ανέβαζαν σ’ ένα πλατύσκαλο, φαρδύ και μεγάλο, σ’ έναν εξώστη. Ήλιος δεν έφτανε στο χώμα απ’ τα πανύψηλα έλατα που τόσκιαζαν. Μείναμε μ’ ανοιχτό το στόμα. Στον πεντακάθαρο εξώστη ήταν στημένο το καφενείο της κυρά-θειάς. Ξύλινα παγκάκια και τραπεζάκια με νάιλον καρέ, κι από ένα τασάκι για αποτσίγαρα, τοποθετημένα στη σειρά. Μια φουσκίνα κρεμασμένη στο έλατο πάνω σ’ ένα ξύλινο ριχτό νεροχύτη, με λίγα πιατάκια φρεσκοπλυμένα. Γλάστρες από δίπλα, ολάνθιστες ορτανσίες, και πιο άκρη η ξύλινη παράγκα, μ’ ένα ντιβάνι και τα σχετικά εφόδια. Δυο-τρία σκαλοπάτια ανέβαινες στο πασαλωτό παραγκάκι της κυρα-θειάς. Τ’ ανέβηκε κι έφερε ένα χράμι με πολύχρωμες ρίγες και το ‘ριξε στον καναπέ, έξω, να καθίσουμε.

Τα χάσαμε. Τόση ομορφιά! Τόση νοικοκυροσύνη! Στην πλάτη του καναπέ είχε καρφάκια στη σειρά και στο χράμι θηλιές. Τις πέρασε στα καρφάκια για να τα στεριώσει καλά. Όπως καθίσαμε έπεσε το μάτι μας στο μαγειρειό της  Ένας φυτρωμένος βράχος, μια σιδερόπετρα μολυβιά, μ’ ένα κοίλωμα καπνισμένο. Το παραγώνι της κυρά-Βαγγέλως θα το ζήλευαν καλλιτέχνες να το αποθανατίσουν. Μια παραστιά, μια γάστρα μικρή, ένας τεντζεράκος, ένα ταψάκι, ένας τζεβρές. Και στη συνέχεια καλοστρωμένες φέτες τα ξύλα της.

Πήρε δυο-τρεις φλούδες και τους έβαλε φωτιά. Μοσχοβολιά από ρετσίνι ο καπνός τους. Έφερε τα καφεκούτια, τα φλιτζάνια σ’ ένα δίσκο και κάθισε στο σκαμνάκι. Όλα γίνονταν σε αργό ρυθμό. Μπροστά στο τζάκι, έτσι καθιστή όπως ήταν, έπαιρνε τις παραγγελιές μας και φούσκωνε τον καφέ κι έτσι καθιστή γέμιζε τα φλιτζάνια. Που και που γύριζε και σε μας και μας κουβέντιαζε κι απαντούσε με χωρατά στις ερωτήσεις μας.

-Στάζει αίμα η καρδιά μου να τα μολαγάω.

Δεν ήθελε να πει. Είπε μόνο πως είναι 72 χρονών και κόρη. Έμεινε ανύπαντρη. Και σαν νούφαρο έκλεισε μ’ αυτά το στόμα της. Έπλυνε τα φλιτζάνια, τα σκούπισε με χαρτοπετσέτες και τα κλέδωσε.

-Τώρα θα κατέβω μαζί σας στη μισή στράτα, να περιμένω άλλους.

Βάδιζα στο βήμα της, καθώς οι άλλοι προχώρησαν, για να μου μιλήσει για το μεγάλο της έργο. Γι’ αυτό τ’ αψεγάδιαστο, που άξιζε πολλά.

-Όλα αυτά που βλέπεις μόνη μου τα έκαμα.

-Μόνη; Καλά, τόσο έξυπνη, τόσο προκομμένη και νοικοκυρά, γιατί έμεινες ανύπαντρη;

-Ε, όταν ήμουν στον καιρό μου, είχαμε πολέμους. Κοιτάζαμε να φυλαχτούμε. Εδώ που τα λέμε ήμουν και μοναχοκόριτσο και διάλεγα. Μετά μας έκαψαν οι Γερμανοί το σπίτι και ξεπέσαμε. Με διάλεγαν έπειτα οι γαμπροί, είπε γελώντας. Την προίκα σαν πασχαλιάτικο αυγό την περίμεναν στα χρόνια μου. Σάμπως και τώρα;

Γελάσαμε και τη ρώτησα πως το σκέφτηκε αυτό το μεγάλο τουριστικό πρόσφορο στον τόπο της.

-Α, να σου πω. Όταν έχασα και τον τελευταίο από τα γονικά μου κι απόμεινα ολομόναχη, δε με χώραγε το χωριό. Έπαιρνα των οματιών μου και ανέβαινα εδώ στη βρύση. Σ’ αυτή πάντα ξαποσταίναμε με τον πατερούλη μου, όταν γυρίζαμε απ’ τα χωράφια μας. Αγαπώ αυτόν τον τόπο. Μου θυμίζει τα παλιά. Μιλώ με τα πουλιά, με το νερό. Σαν πόσο ένας μοναχός μπορεί να μιλήσει με τους ανθρώπους; Έχουν τα δικά τους ο καθείς. Έτσι ξεμοναχιάζομαι εδώ και δεν γίνομαι φόρτωμα σε κανέναν. Πριν είκοσι χρόνια τ’ αποφάσισα να κάνω το καθιστικό. Πήρα ένα σκεπάρνι κι άρχισα να σκαλίζω το βουνό πιθαμή προς πιθαμή. Σκάψε-σκάψε μεγάλωνε τα’ αλώνι. Στην αρχή ερχόμουνα κι έσκαβα κρυφά. Μόλις άκουγα να περνά κανείς, έκρυβα το σκεπάρνι και όταν απομακρύνονταν πάλι άρχιζα. Ε, φανερώθηκε η δουλειά όσο μεγάλωνε και τότε ένα σωρό κουδούνια μου κρέμασαν. Και τι δεν είπαν, «παλάβωσε-παλάβωσε». Ναι, τους αστειευόμουνα. Η παλαβιά μου μόνο που φτάνει μέχρις εδώ. Στην κορυφή του βουνού δεν πάει. Στην αρχή τόκαμα για μένα. Κι όποιος περαστικός ξαπόσταζε, τον φίλευα ένα καφέ, ένα κομμάτι πίτα. Πάντα μου βρίσκονταν κάτι για φίλεμα. Μετά από τις δύσκολες χωραφίσιες δουλειές, εδώ ερχόμουνα για ευχαρίστηση. Τις γιορτάδες και τις Κυριακές έμενα ολημερίς. Μα τις τραχειές δουλειές δεν μπόρεσα να τις βγάλω πέρα όταν κόμπο-κόμπο φορτώθηκα τα χρόνια μου, μαζί με τα στολίδια τους. Ρεματικά και πίεση. Μού ‘δωσε μια σκουντιά και βάλαμε τα γέλια. Ένα μεγάλο παιδί ήταν η κυρά-Βαγγέλω.

-Εγώ τώρα θα καθίσω εδώ. Θα περιμένω άλλους μήπως έρθουν να τους προσφέρω καφέ. Ξέρεις τώρα το κάνω για να ζω. Πώς να ζούσα με τις τρακόσες δραχμές το μήνα σύνταξη; Ζωντανή ψυχή είμαι. Όλα τα θέλω. Έτσι άρχισα κοπέλα μου, με τον ξένο κοσμάκη. Να τον φιλεύω και να τους δίνω αυτή τη χαρά και να μ’ απλώνουν κάτι για να ζήση μου. Και δόξα τον Πανάγαθο, τα βγάζω μια χαρά πέρα.

-Μη το λες κυρα-Βαγγέλω και σε πάρει μυρωδιά η εφορία!…

1979

Οι φωτογραφίες είναι του Δημητρη Α. Γαρδίκη

Advertisements

Read Full Post »