Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Διηγήσεις απ’ το χωριό μας’ Category

katafr

-Άϊντε ουρέ να πάμε κατά την πλατεία να του φέρουμε κάνα σκοινί!

-Μπα δεν μπορώ Κώστα μου, είμαι τόσο στεναχωρημένος με εκείνον τον παλιάνθρωπο που τ’ άκουσες τι μου είπε σήμερα στο μαγαζί-δε σου δίνω δεκάρα, κάνε ότι θέλεις- Και τώρα είμαι αναγκασμένος να του κοινοποιήσω το γραμμάτιο.

-Ε βρε αδερφέ σήμερα είναι πίσιμος μέρα, Λαμπρή! Χαίρετε ο κόσμος σήμερα, πρέπει ο ένας να σχωράει τον άλλον.

Αυτά έλεγε ο Μήτρος ένας λεβεντοχωριάτης ως εκεί πάνω «Ξαναβγατισμένος» όπως τον έλεγαν οι χωρικοί. Με το σακάκι του ανάριχτα και με τη γκλίτσα του.

Το μικρό χωριό, ήταν απ’ άκρη σ’ άκρη χαρούμενο κείνη την ημέρα. Οι λιγηρές κοπελιές, ντυμένες με γιορτινά τους, φάνταζαν σαν νεράιδες. Παιδιά καθ’ ομίλους, γέροι, γριές, όλοι πήγαιναν στην πλατεία του χωριού, που θα γίνονταν ο χορός. Ο μπάρμπα-Στάθης που είχε μαγαζί στην πλατεία έτρεχε στα σπίτια να πάρει καρέκλες να τις βάλει να καθήσουν οι ομαδικώς καταφθάνοντες πανηγυρισταί.

Στη μέση του χοροστασίου κάθονται οι οργανοπαίχτες, μια κομπανία απαρτιζόμενη από ένα βιολί, ένα κλαρίνο κι ένα σαντούρι. Άρχιζαν να παίζουν το γελεκάκι για να βάνουν στο μεράκι τους χορευταράδες. Ήταν τρόπον τινά ένα ορεχτικό. Δε βάσταξε πολύ αυτό και πρώτος ο ανωτέρω μνημονευθείς Μήτρος έπιανε το χορό. Ο αητός και η ιτιά, τα κλασικά αυτά τραγούδια του χορού στην ημερήσια διάταξη.

Αφού χόρεψαν οι άνδρες, μπήκαν και οι γυναίκες στο χορό, σαν τις βαρκούλες στο γιαλό (που λέει και το τραγούδι) κι άρχισαν να σιώνται και να λιγιώνται. Χόρεψαν πέντε-έξι. Μα για μια στιγμή, ο χορός έπαψε κι όλοι κοίταζαν σ’ ένα μέρος απ’ όπου έρχονταν προς το χορό μια χωριατοπούλα καλοντυμένη και νόστιμη. Από το στόμα όλων βγήκε η λέξις Βούλα!!! Τι ήταν λοιπόν  αυτή που τη λέγαν έτσι και που στην εμφάνισή της σταμάτησε ο χορός. Μήπως καμιά  πλούσια; Καμιά ξένη αριστοκράτης; Καμιά ωραία; Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ήταν απλώς ένα φτωχό κορίτσι που ένας παπάς του πήρε την τιμή, και του οποίου έγινε η δίκη και ηθωώθει. Αυτή ήταν η γυναίκα που επροκάλεσε τα σχόλια και την προσοχή του κοινού.

-Καλέ αυτή είναι η Βούλα, κείνο το παλιοκόριτσο που έκανε το νόθο.

Και δώστου γέλια και χλευασμούς. Ήλθε λοιπόν κι αυτή στο χορό και κάθισε σ’ ένα κάθισμα, μόνη της. Κοίταζε τις άλλες που χόρευαν και το πρόσωπό της έπαιρνε διάφορες μορφές. Ήθελε να χορέψει, μα ντρέπονταν. Όλος ο κόσμος γι’ αυτή μιλούσε. Τέλος απεφάσισε, σηκώθηκε, έβγαλε το μαντήλι της και πήγε να πιαστεί στις τελευταίες. Μα οποία έκπληξις! Καμιά δεν της έδινε το χέρι της. Φυλάγονταν σαν να ήταν φίδι. Πήγε στη μια, στην άλλη, μα πουθενά δεν τις έδιναν μέρος. Τέλος, η Βούλα αγανακτισμένη, ντροπιασμένη, κατακόκκινη απ’ το θυμό της, έσπασε το χορό κι έπιασε μιας γυναίκας το χέρι με τη βία. Ήλθε η σειρά της να χορέψει μπροστά κι επειδή δεν είχε κανένα να κεράσει τους οργανοπαίκτες, έβγαλε απ’ το μαντήλι της λίγα κέρματα και τα έδωσε. Μόλις τελείωσε το χορό της, έφυγε μα δάκρυα στα μάτια της.

Μια γριούλα που ήταν κοντά μου και παρακολούθησε όλα αυτά μού είπε σιγά: «Αχ παιδάκι μ’ η τιμή, τιμή δεν έχει και χαρά στον που την έχει»

Τέλος

Γαρδικιώτης – Λαμία 1966

…………….

Το κείμενο το βρήκα σε φάκελο του πατέρα μου με κείμενα για τα «Γαρδικιώτικα Χρονικά». Δεν αναφέρονταν πουθενά ποιος το έγραψε. Στην τελευταία σελίδα υπήρχε μόνο μια γραπτή παράκληση του συγγραφέα προς τον Λ. Κ. να μην αναφερθεί το όνομά του «…για να μην δουν οι πατριώτες μας τα λάθη και πουν ότι δεν ξέρω γράμματα». Το κείμενο αναρτάται χωρίς καμιά διόρθωση. (Ι. Ε. Κ.)

Advertisements

Read Full Post »

του Ιωάννη Ε. Κορέλη

Το 1916 ξεκίνησε με τους χειρότερους οιωνούς για την πατρίδα μας. Οι έλληνες είχαν χωρισθεί σε δυο αντίπαλες παρατάξεις. Στους οπαδούς του Ελευθερίου Βενιζέλου (δηλ. τους Βενιζελικούς ή δημοκρατικούς) και σ’ αυτούς που ακολουθούσαν τον Βασιλιά Κωνσταντίνο (ονομάζονταν Κωσταντινικοί ή βασιλικοί). Οι διαφωνίες των δύο ανδρών είχαν ξεκινήσει από την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων. Ο διχασμός όμως οριστικοποιήθηκε με την έναρξη του Α’ Π.Π. και με το δίλλημα «Ειρήνη ή πόλεμος». Την ουδετερότητα και την ειρήνη επιζητούσε ο Βασιλιάς, κάτι που ευνοούσε την Γερμανία. Ο Βενιζέλος ήθελε την συστράτευση της Ελλάδας στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ. Αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να χωρισθεί στα δύο. Στο Νότο υπήρχε το κράτος των Αθηνών  με ηγέτη το Βασιλιά Κωνσταντίνο (Κυβέρνηση Ν. Καλογεροπούλου) και στο Βορά ο Βενιζέλος σχηματίζει την Προσωρινή Κυβέρνηση και αναλαμβάνει την ηγεσία της Εθνικής Άμυνας. Στην Παλιά (νότια) Ελλάδα άρχισαν οι διωγμοί των Βενιζελικών. Ξυλοδαρμοί, φυλακίσεις, φόνοι, λεηλασίες περιουσιών και στο τέλος Νοεμβρίου, αρχές Δεκεμβρίου, πραγματοποιήθηκε σε πόλεις και χωριά το «ανάθεμα του Βενιζέλου».

——————————————————————

Ήταν η πρώτη Κυριακή του Δεκεμβρίου του 1916. Συννεφιά και κρύο. Βροχερό ήταν το Φθινόπωρο, με χιόνι μπήκε ο Χειμώνας. Την προηγούμενη εβδομάδα, είχε πέσει λίγο χιόνι, αλλά το είχε λιώσει και μόνο στ’ απόσκια το κρατούσε. Τα τζάκια έκαιγαν απ’ το πρωί ως το βράδυ. Η μυρωδιά του καμέ νου ξύλου, γέμιζε την ατμόσφαιρα κι ο καπνός απ’ τις καμινάδες σχημάτιζε μια ελαφριά ομίχλη πάνω απ’ το χωριό. Ησυχία, και μόνο η παγωμένη πνοή αέρα που κατέβαινε απ’ το δάσος, έφερνε απόμακρες κουβέντες γυναικών, φωνές παιδιών, το βέλασμα απ’ τα πρόβατα και το γαύγισμα των σκύλων, απ’ τα σπίτια που βρίσκονταν κοντά στο δάσος. Κι ο αέρας περνώντας απ΄ τη πλατεία του Αϊ Θανασιού, έριχνε και τα τελευταία κιτρινισμένα φύλλα απ’ τον γερασμένο δέντρο της πλατείας και τα στριφογύριζε με δύναμη σπρώχνοντάς τα προς το ρέμα.

Πλησίαζε η «απόλυση» της λειτουργίας. Η εκκλησία του Άγιου Αθανάσιου, ήταν το καμάρι του χωριού. Μόλις είχε τελειώσει το κτίσιμο. Πανέμορφη, πετρόκτιστη και μ’ ένα ξυλόγλυπτο τέμπλο που όμοιό του δεν υπήρχε σ’ όλη τη Ρούμελη. Είχε κάνει καλή δουλειά ο Πεντόβολος, ήταν καλός μάστορας.  Όμως δεν έφτασαν τα λεφτά, κι έτσι ο τρούλος που ήταν σχεδιασμένος να γίνει, δεν έγινε. Όσο για το καμπαναριό, θα γίνονταν με τα πρώτα χρήματα που θα μαζεύονταν από τους πιστούς. Θα βοηθούσαν και οι Αμερικανοί.

Αρκετός κόσμος στην εκκλησία. Κυ ρίως γυναίκες και γέροι. Μετρημένοι στα δάκτυλα του ενός χεριού οι νέοι. Οι περισσότεροι ήταν στρατευμένοι. Οι μισοί σχεδόν στη Μακεδονία, με την «Άμυνα» και οι άλλοι σκορπισμένοι στην Αθήνα, στη Λαμία, μέχρι τη Λάρισα. Στο στρατό του Βασιλιά. Στην εκκλησία ήταν και οι δυο παπάδες του χωριού, ο παπά-Γρηγόρης της Παναγίας  και ο παπά-Γιώργης του Αι Θανασιού. Ειδικά αυτή τη Κυριακή δεν λειτουργούσαν στις δυο εκκλησίες, ξέχωρα, όπως συνέβαινε όλες τις άλλες φορές. Τη προηγούμενη μέρα, το Σάββατο, ο δήμαρχος είχε φωνάξει τους δυο παπάδες και τον αστυνόμο, για να συζητήσουν για τελετουργικό της Κυριακής. Μαζί τους ήταν και οι τρεις «επίστρατοι», από τη Λαμία. Τους είχε ζητήσει ο δήμαρχος να μείνουν ως την Κυριακή για να βοηθήσουν τον αστυνόμο. Το θεώρησαν υποχρέωσή τους, είπαν, και έμειναν για να μπει τάξη. Άλλωστε απ’ την ημέρα που έφθασαν στο χωριό-εδώ και τέσσερες μέρες-μαζί με τους χωροφύλακες είχαν σπείρει τον πανικό. Δημιούργημα παραστρατιωτικό των βασιλοφρόνων, οι «επίστρατοι», ανέλαβαν δράση σε πόλεις και χωριά, προπηλακίζοντας, κακοποιώντα ς, ακόμα και συλλαμβάνοντας Βενιζελικούς και λαφυραγωγώντας σπίτια και καταστήματα. Στο Γαρδίκι η δουλειά ήταν πιο εύκολη. Οι περισσότεροι κάτοικοι, φιλήσυχοι γεωργοί και κτηνοτρόφοι, λίγο τους απασχολούσε η πολιτική. Ένια τους ήταν μόνο αυτά που συνέβαιναν στο χωριό, στα χωράφια τους και στα ζωντανά τους. Έτσι το μόνο που έκαναν οι τρεις τους, γυρνώντας οπλισμένοι, ήταν να μπουν σ’ ένα –δυο μαγαζιά που οι ιδιοκτήτες δεν ήταν Βασιλικοί, να ξεκρεμάσουν φωτογραφίες του Βενιζέλου, και με απειλές και σπρωξίματα ανάγκασαν τους δυστυχισμένους μαγαζάτο ρες με τους πελάτες να φτύνουν και να ποδοπατούν την εικόνα. Τον υπόλοιπο καιρό τον περνούσαν πίνοντας από καφενέ σε καφενέ και τρώγοντας στις ταβέρνες, εις υγείαν του Βασιλιά και των ταβερνιάρηδων…

Περίεργη αυτή η Κυριακή του Δεκέμβρη. Άλλες Κυριακές οι πλατεία έσφυζε από κόσμο. Στα γύρω μαγαζιά η τσίκνα από το ψήσιμο των σφαχτών, από τα κοκορέτσια και τα σπληνάντερα ανέβαινε προς τον ουρανό σαν θυσία προς τον Κύριο, συμπλήρωμα στην Κυριακάτικη λειτουργία. Ά κουγες φωνές, γέλια, πειράγματα και με το «δι’ ευχών» ο Θανασούλας έπαιζε και το κλαρίνο. Στα παγκάκια γύρω απ’ την πλατεία καθισμένοι οι χωριανοί ντυμένοι με τα «καλά» τους, λέγαν τα νέα της εβδομάδας που πέρασε, μασουλώντας το αντίδωρο απ’ τη λειτουργία ή τρώγοντας απ’ τη χούφτα τους το σιτάρι απ’ το μνημόσυνο, «σχορώντας» το μακαρίτη. Και η πιτσιρικάδες τρέχαν απ’ άκρη σε άκρη στη πλατεία, κυνηγώντας ο ένας τον άλλον, φωνάζοντας.

Τώρα στη πλατεία τα μαγαζ ιά ήταν άδεια και μόνο έξω απ΄ του Αντωνόπουλου, σ’ ένα ξύλινο τραπεζάκι, κάθονταν δυο χωροφύλακες, καπνίζοντας κι αλλάζοντας που και που καμιά κουβέντα. Παρακολουθούσαν τη κίνηση και κυρίως ποιος περνούσε κι  αν έμπαινε στην εκκλησία. Ήταν από τα χαράματα εκεί, κι ο καταστηματάρχης τους είχε κεράσει δυο τσίπουρα «…έτσι, για το καλό». Αλλά μ’ αυτούς τους δυο απέξω απ’ το μαγαζί, που να δει «καλό» τ΄ αφεντικό, ποιος έμπαι νε μέσα για να κάτσει; Πονηρές μέρες κι ο κοσμάκης δεν ήθελε μπλεξίματα.

Μέσα στην εκκλησία μπροστά, δίπλα στους ψαλτάδες, στέκονταν ο Δήμαρχος, φορώντας γραβάτα, μαύρο κοστούμι και το καφετί κοντό παλτό του. Σοβαρός, είπε το «Πιστεύω», όπως σε κάθε λειτουργία. Εξουσία! Με αργές κινήσεις, έβγαλε από την τσέπη του δυο νομίσματα και τα’ άφησε να πέσουν με θόρυβο στο δίσκο, για να ακουσθεί από το εκκλησία σμα, όταν ο Κώτσος ο επίτροπος περιέφερε το δίσκο «…υπέρ της εκκλησίας». Δίπλα του –ένα βήμα πιο πίσω απ΄ τον Δήμαρχο- είχε σταθεί ο αστυνόμος, πιο κοντός, με στριφτό μουστάκι, τις μπότες καλογυαλισμένες κρατώντας το πηλίκιο στα χέρια. Ξενομερίτης απ’ τον κάμπο, τη Λειβαδιά. Με βλέμμα βλοσυρό, φαίνονταν νευρικός. Συνέχεια γυρνούσε το κεφάλι προς τα πίσω, πότε κοιτώντας προς την πόρτα και πότε προς το εκκλησίασμα. Σαν να μετρούσε κεφάλια, σαν να έπαιρνε απουσίες. Πίσω του ήταν οι τρεις «επίστρατοι» κι ο ξάδερφός του Δήμαρχου, ο γυμνασιάρχης. Ακολουθούσαν οι υπόλοιπες «αρχές». Ο γιατρός, ο τηλεγραφητής, ο γρα μματέας του δημαρχίας, ο διανομέας, ο αγροφύλακας, ο δασικός, ο φοροεισπράκτορας και δυο-τρεις αξιωματικοί. Είχαν πάρει μέρος στον «ατυχή» πόλεμο του ’97 και τώρα συνταξιούχοι ανέλυαν στα καφενεία τις πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις. Στο πίσω μέρος της εκκλησίας είχε στριμωχθεί το σχολείο, όπως κάθε Κυριακή. Κουρεμένα κεφάλια, στο ημίφως, σε μια συνεχή κίνηση, μ΄ ένα σιγανό μουρμουρητό, που διακόπτονταν κάθε τόσο, απ΄ τον ξερόβηχα και την άγρια ματιά του δασκάλου. Ξεχώριζε μόνο ο Μήτ ρος της Κωσταντίας, απ΄ το  ύψος του κι απ’ τη σημαία του σχολείου που κρατούσε. Στέκονταν όρθιος ο δάσκαλος ο Θεοφάνης, μπροστά στο στασίδι του. Ψηλός, ξερακιανός, ακουμπώντας στην ομπρέλα του, φορούσε γκρι-ριγέ μάλλινο κοστούμι, γραβάτα, κι από πάνω το  μαύρο του παλτό. Γέννημα-θρέμμα του Γαρδικιού, πρωτοδιορίστηκε στο χωριό κι έμεινε αμετακίνητος. Ήταν ξάδερφος του δήμαρχου, αλλά ποτέ δεν τα πήγαν καλά οι δυο τους. Διαφορετικοί χαρακτήρες. Αυστηρός και λιτοδίαιτος ο δάσκαλος, ζούσε με τρημένα. Πολυλογάς ο δήμαρχος, γλεντζές, έπαιζε το μάτι του. Χρόνια δήμαρχος, ήξερε πολλά τερτίπια! Όμως δεν ήταν αυτά που τους χώριζαν. Ο δάσκαλος ήταν Βενιζελικός, κι άλλος Κωσταντινικός. Το τελευταίο καιρό δεν ήταν λίγες οι φορές, που ο δήμαρχος περνώντας νύχτα έξω από την αυλόθυρά του ξαδέρφου του τραγουδούσε με τους φίλους του και τους «επίστρατους»: «Ο Βασιλιάς μας πάλι θα ζώσει το σπαθί, θα σφάξει Αγγλογάλλους και Βενιζελικούς μαζί…». Σαν προειδοποίηση…

-Δι’ ευχών των Αγίων… έψαλε ο παπά-Γιώργης. Σταυροκοπήθηκε και κρατώντας μια κόλα χαρτί, στάθηκε στη μέση της Ωραίας Πύλης, έχοντας πίσω του τον παπά-Γρηγόρη. Ξερόβηξε, έφερε ένα γύρω το βλέμμα του, φόρεσε τα μικρά στρόγγυλα γυαλιά του κι άρχισε να διαβάζει την εγκύκλιο που του είχε στείλει ο Μητροπολίτης.

«Ημείς οι υπογεγραμμένοι Μητροπολίται, εντολήν ελάβομεν παρά χιλιάδων εφέδρων και πολιτών να αναγνώσωμεν βαρύτατον αφορισμόν κατά του ενόχου εσχάτης προδοσίας Ελ. Βενιζέλου, του προδώσαντος το έθνος μας εις τους Αγγλογάλλους του, ατίμως συνεννοηθέντος μετ’ αυτών ίνα στείλωσι την προχθεσινήν νόταν είς την Ελλάδα, μόνον και μόνον δια να πικρανθεί ο λατρευτός μας Βασιλεύς και εκβιασθή όπως καλέση επί την αρχήν τον πουλημένον σενεγαλέζον τράγον ΒΕΝΙΖΕΛΟΝ, τον ηθικόν αυτουργόν της πυρπολήσεως του Τατοΐου , τον ηθικόν αυτουργόν των βασάνων ας υπέστησαν οι ανδραγαθήσαντες αξιωματικοί μας εις χείρας του ανάνδρου Σαράιγ.

Κατ’ αυτού όθεν του προδότου Βενιζέλου ανεγνώσαμεν αφορισμόν όπως ενσκήψωσι:

Τα εξανθήματα του Ιώβ! Το κήτος του Ιωνά! Η λέπρα του Ιεχωβά! Ο μαρασμός των νεκρών! Το τρεμούλιασμα των ψυχορραγούντων! Οι κεραυνοί της κολάσεως και αι κατάραι και τα αναθέματα των ανθρώπων.

Τας ιδίας άρας θα αναγνώσωμεν και κατ’ εκείνων, οίτινες κατά τας προσεχείς εκλογάς θέλουσι  δώσει λευκήν ψήφον προς τον κατάπτυστον προδότη Βενιζέλον και θα παρακαλέσωμεν, όπως μαραθώσιν οι οφθαλμοί και κωφαθώσι τα ώτα.

Γέννοιτο.»

Τελείωσε. Δίπλωσε το χαρτί κι έβγαλε τα γυαλιά του. Κανείς δεν κουνήθηκε. Σαν να κατάλαβαν τη βαρύτητα των λόγων κι ας μην ήξεραν γράμματα και καθαρεύουσα.

-Λοιπόν αδερφοί μου, συνέχισε ο πάπας, για να σώσουμε την πατρίδα μας, ο Άγιος Δέσποτας μας μαζί με τους άλλους δεσποτάδες, διατάζει όπως όλοι μας, κλήρος και λαός, αφορίσουμε τον καταραμένο προδότη Βενιζέλο. Να αναθεματίσουμε αυτόν που φυλακίζει παπάδες και θέλει να αφανίσει τους βασιλιάδες μας.  Το δολοφόνο αθώων πατριωτών που ο σατανάς τον έχει κυριέψει… Θα πάμε λοιπόν αδερφοί, εδώ πιο κάτω, στου Στεργιόπουλου για τον αφορεσμό και το ανάθεμα.

Ένα μουρμουρητό βγήκε απ’ το εκκλησίασμα. Έτριξε ανοίγοντας η πλαϊνή πόρτα του ναού, και πέντε-έξι χωριανοί γλίστρησαν έξω. Οι δυο ο Νάκος με το Δημητρό, ήταν κτηνοτρόφοι. Είχαν κατεβάσει τα πρόβατά τους απ’ τη Σαράνταινα στα μέσα Οκτωβρίου και τα πήγαιθναν στον κάμπο. Προσωρινά είχαν σταματίσει στο Γάβρο, και είχαν έρθει για να εκκλησιαστούν. Τι θα τους έκαναν λοιπόν; Φόρεσαν τις κάπες τους, πήραν το δρόμο για το βουνό κι άντε πιάσε τους. Οι άλλοι βγήκαν στη πλατεία, και με σκυφτό κεφάλι έφυγαν για τα σπίτια τους. Ότι ήταν να πάθουν το είχαν πάθει. Ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται.

Ο αστυνόμος προχώρησε προς τη δυτική πόρτα της εκκλησίας την άνοιξε και κάθισε απ’ την έξω πλευρά ελέγχοντας την έξοδο.  Απ΄ το ιερό ξεπρόβαλαν τα παιδιά με τα εξαπτέρυγα και οι παπάδες, προχώρησαν στο κέντρο της εκκλησίας και μαζί με το δήμαρχο, της αρχές και τους πιστούς βγήκαν απ΄ την εκκλησία, παίρνοντας το δρόμο προς την άκρη του χωριού. Κάτι γριές που κάθονταν με τις ρόκες τους γνέθοντας μαλλί, στα Παπαναγναίικα, ρωτούσαν να μάθουν που πάει όλος αυτός ο ντουνιάς. Νοικοκυρές που δεν είχαν πάει στην εκκλησία, βγήκαν στο δρόμο ανήσυχες. Προηγούνταν ο Κώτσος με το λάβαρο του Αγίου Αθανασίου, ακολουθούσαν τα εξαπτέρυγα, οι παπάδες, οι ψαλτάδες, οι αρχές, οι χωριανοί, ο Μήτρος με τη σημαία, τα παιδιά του σχολείου και τελευταίος ο δάσκαλος. Πέρασαν απ’ τη βρύση του Ντουβουρνά, άφησαν πίσω το Κρεμασμένο Δέντρο και το χάνι του Φλώρου και πήραν τον κατήφορο. Βγήκαν απ’ το χωριό, στο βάθος φαίνονταν καθαρά η χιονισμένη κορυφή του Βελουχιού, κι ένας παγωμένος αέρας φύσαγε τους ανάγκασε να επιταχύνουν το βήμα τους. Στη κουστωδία τώρα είχαν προστεθεί ο μαστρο-Χαράλαμπος, σαμαράς και πεταλωτής, σκυφτός απ’ τα 80 χρόνια του, φορώντας τη φουστανέλα του και ακουμπώντας στη ματσούκα του, ο κουτσο-Πάνος, ο νεροφόρος και πιτσιρίκια, που ξεγλιστρώντας απ’ τις αυλές των σπιτιών τους, ακολουθούσαν από περιέργεια το πλήθος. Στο σημείο που δρόμος χωρίζει, κι ένας πάει για Σπερχειάδα κι ο άλλος για Παλιοχώρι, ήταν ένα μικρό σπιτάκι, παλιό χάνι που το ‘χε αγοράσει τώρα ο Αντωνόπουλος και το χρησιμοποιούσε σαν αποθήκη. Μπροστά από το οίκημα ήταν ένα σιάδι, σαν αυλή, που ξεχώριζε από τα γύρω οργωμένα χωράφια με μια χαμηλή ξερολιθιά. Όρθιος, ακουμπισμένος στο τοίχο, περίμενε καπνίζοντας ένας χωροφύλακας. Δίπλα του αφημένο στο έδαφος, ήταν κάτι που έμοιαζε με σκιάχτρο. Μια κατασκευή από άχυρα, σαν ανθρώπινο σώμα, τυλιγμένο σε κάτι πολύχρωμα ρούχαα-κουρέλια. Άρχοντες κι εκκλησίασμα, έκαναν έναν κύκλο γύρω απ’ το σημείο που στέκονταν ο χωροφύλακας με την αχυρένια κούκλα. Οι παπάδες φόρεσαν τα πετραχήλια τους, τα μικρά σήκωσαν τα εξαπτέρυγα, ο Κώτσος, ο επίτροπος, ανέμισε το λάβαρο της εκκλησίας κι ο Μήτρος σήκωσε ψηλά τη σημαία. Μόνο ο δάσκαλος στέκονταν παράμερα, πίσω απ’ όλο αυτό το πλήθος, με την μαύρη ρεπούμπλικα κατεβασμένη σχεδόν μέχρι τα φρύδια. Σαν να μην ήθελε να δει.

-Ησυχία φώναξε ο δήμαρχος.

Έγινε σιωπή. Ο παπά-Γιώργης, έβγαλε ένα χαρτί απ’ την τσέπη του και κοίταξε προς το μέρος του δημάρχου.

-Ξεκίνα παπά, διέταξε ο αστυνόμος και γυρνώντας προς το χωροφύλακα που ήταν κοντά στην αχυρένια κούκλα του ‘κανε νόημα. Αυτός αμέσως της έβαλε φωτιά, κι απομακρύνθηκε. Άρπαξαν αμέσως τα’ άχυρα. Ο παπάς σήκωσε το χέρι του κρατώντας το σταυρό και με την ένρινη τρεμάμενη φωνή του, με στόμφο, άρχισε να διαβάζει:

-«Κατά Ελευθερίου Βενιζέλου συλλαμβάνοντος αρχιερείς και επιβουλευομένου Βασιλείαν και πατρίδαν, ανάθεμα έστω…»

Τελειώνοντας, έσκυψε, πήρε με το άλλο χέρι μια πέτρα και επαναλαμβάνοντας πιο δυνατά: «ανάθεμα» την πέταξε στο κέντρο του ανθρώπινου κύκλου, πάνω στον «φλεγόμενο Βενιζέλο». Πρώτος έσκυψε ο δήμαρχος, κρατώντας την άκρη του παλτού του για να μη λασπωθεί και πήρε μια πέτρα.

-Ανάθεμα στο σκύλο, φώναξε μ’ όλη του τη δύναμη και την έριξε.

Έδωσε το σύνθημα. Μικροί, μεγάλοι αρπάζοντας ότι λιθάρι βρίσκονταν κοντά τους άρχισαν το πετροβόλημα. «Ανάθεμα» φώναξε ο αστυνόμος ακολουθούμενος απ’ το γιατρό, τον τηλεγραφητή και του άλλους. Οι γυναίκες με λυμένες τις μαντήλες, ούρλιαζαν: «κατάρα στο προδότη, ανάθεμα στον τύραννο, θάνατος στο δολοφόνο των παιδιών μας, να βρικολακιάσει το παλιοτόμαρο, να μη λιώσει ποτέ ο αφορεσμένος, ουστ-ουστ…». Τα σχολιαρούδια το νόμισαν για πετροπόλεμο. Το διασκέδαζαν, προσπαθώντας να παραβγούν στο ποιος θα πετάξει τη πέτρα με περισσότερη δύναμη. Ο καπνός από τα άχυρα και τα κουρέλια που είχαν ντύσει τη κούκλα στροβιλίζονταν και γέμιζε την ατμόσφαιρα κάνοντας τα μάτια να κοκκινίζουν και να τσούζουν. Ο όχλος με κραυγές συνέχιζε το λιθοβολισμό, δημιουργώντας ένα βουναλάκι από πέτρες. Με πρόσωπα αγριεμένα, και μεσ’ το καπνό φάνταζαν σαν βρικόλακες, σαν ξωτικά.

Είχε περάσει κανένα τέταρτο. Ο δήμαρχος έβγαλε το ρολόι του απ’ το τσεπάκι του γιλέκου του, κοίταξε την ώρα. Δεν είχε προλάβει να πιεί καφέ το πρωί στο καφενέ. Η Λενιώ η γυναίκα του, είχε φύγει χαράματα για την εκκλησία, πριν χτυπήσει η δεύτερη καμπάνα παίρνοντας μαζί της και τη ψυχοκόρη που είχαν. Όταν βγήκε στη πλατεία, ο Παντελής τακτοποιούσε τις καρέκλες και ο γιός του το Θεμιστοκλής σκούπιζε μαγαζί τους. Δεν είχε ανάψει τα κάρβουνα για τον καφέ ακόμη κι αυτός δεν μπορούσε να περιμένει: «έλα όσο πρωί μπορείς, γιατί θα ‘χουμε δύσκολη μέρα Δήμαρχε…» του ‘χε πει ο αστυνόμος χθες το βράδυ. Έτσι έμεινε χωρίς καφέ. «Τουλάχιστο να πιώ έναν πριν το φαγητό» σκέφτηκε.

-Ωραία! Φτάνει, φώναξε προς τον αστυνόμο και τους άλλους.

Το πλήθος σιγά-σιγά σταμάτησε. Ο παπάς είπε κάτι σαν «δι’ ευχών…» κι έβγαλε το πετραχήλι. Οι γυναίκες  πρώτες κάνοντας το σταυρό τους ξεκίνησαν για τα σπίτια τους.  Άρχισε να διαλύεται η συγκέντρωση. Ο Κώτσος, με το λάβαρο στον ώμο και κρατώντας το ντορβά με τα πράγματα του παπά, πλησίασε τον αστυνόμο κι άρχισε το τραγούδι:

-Τ’ Αητού ο Γιός, πάει κι αυτός εμπρός…

Χαμογελώντας, το ξεκίνησε κι αστυνόμος με τους «επίστρατους». Τους ακολούθησαν κι άλλοι, με το δήμαρχο, να προσπαθεί να κάνει τον βαρύτονο.

Ο δάσκαλος πλησίασε τους μαθητές του. Τον είχαν ξεχάσει και είχαν αρχίσει να σπρώχνονται και να κλοτσιούνται μεταξύ τους.

-Στη γραμμή όλοι, φώναξε, φεύγουμε.

Ο δήμαρχος, σταμάτησε το τραγούδι. Γύρισε προς τα παιδιά που βιαστικά προσπαθούσαν να μπουν στη σειρά.

-Τραγουδάτε ρε λεβέντες! Τους παρότρυνε, και κοίταξε χαμογελαστός το Δάσκαλο. Ξεκίνησαν πέντε-έξι μαθητούδια να τραγουδάν σιγανά.

-Ποιο δυνατά ρε! Φώναξε. Δάσκαλε, δεν τους τόμαθες; ρώτησε ειρωνικά.

Δεν απάντησε ο δάσκαλος. Κρέμασε την ομπρέλα στο μπράτσο του, κούμπωσε το παλτό του και με γρήγορα βήματα πήρε τον ανήφορο. Πίσω του κρατώντας τη σημαία ακολουθούσε ο Μήτρος, και πίσω απ’ αυτόν τσαλαβουτώντας στο λασπωμένο δρόμο, οι υπόλοιποι μαθητές λαχανιασμένοι, ασύντακτοι και σχεδόν ουρλιάζοντας τραγουδούσαν «του Αϊτού το γιό». Είχε φτάσει σχεδόν στον Αι Θανάση ο δάσκαλος με το σχολείο και τότε φάνηκαν στη στροφή, στα Φλωρέικα, ο Δήμαρχος, ο Αστυνόμος κι οι παπάδες, ακολουθούμενοι από καμιά δεκαριά άλλους χωριανούς, που ανέβαιναν σιγά-σιγά κουβεντιάζοντας και γελώντας. Δείχναν  ευχαριστημένοι. Σαν να πήγε καλά η δουλειά τους.

-Πηγαίνετε σπίτια σας, διέταξε ο δάσκαλος, κι εσύ Μήτρο μην ξεχάσεις τη σημαία…

Συνέχισε στο δρόμο για το σπίτι του. Στους λιγοστούς χωριανούς που βρήκε στο δρόμο και τον χαιρέτησαν, το ανταπέδωσε μ’ ένα μουγκρητό. Φτάνοντας άνοιξε την βαριά δίφυλλη αυλόθυρα του σπιτιού του και μπήκε μέσα.

-Τι έγινε; τον ρώτησε η γυναίκα του.

-Τι να γίνει… θα μας πάρει όλους ο διάολος, απάντησε κι έβαλε το μάνταλο πίσω απ’ την πόρτα.

Read Full Post »

a-dscn0931ca

του Δημήτρη Ν. Παπανάγνου

Στον κεντρικό δρόμο που πηγαίνει στο μαχαλά της Παναγίας, (κάτω από το σημείο που είναι σήμερα ξενοδοχείο του Ντούβλη) βρίσκονταν και το μαγαζί του Χαράλαμπου Μακρή. Ήταν τσαγκαράδικο και μπακάλικο μαζί. Εκεί ήταν κι ένας μικρός, βοηθός στο μαγαζί, που η χαροκαμένη μάνα του δεν είχε τα μέσα για να τον στείλει στο γυμνάσιο. Είχε μόνο λίγα χρήματα για να πληρώσει το μάστορα να μάθει ο γιος της την τέχνη. Να γίνει τσαγκάρης.

Ο μικρός βέβαια είχε όνομα, όμως όλος ο κόσμος τον φώναζε «Μικρός», ενώ ο μπάρμπα-Στέλιος τον φώναζε «Μαστορίνα».

Ο Μικρός κάθε πρωί σκούπιζε το μαγαζί, την αυλή και τον δρόμο έξω. Εκείνη την ώρα, όταν σήκωνε το κεφάλι του προς το δάσος, έβλεπε να κατεβαίνει από την αστυνομία (βρίσκονταν τότε η αστυνομία, κάτω απ’ την εκκλησία του Αι Γιώργη), γιατί εκεί δίπλα ήταν το σπίτι του, ένα γεροντάκι 90 χρονών. Ο μπάρμπα-Γιάννης ο Μπούκιος. Με το μπαστούνι στο δεξί του χέρι, έψαχνε μήπως είναι μπροστά του καμιά πέτρα στο μονοπάτι και τον πεδικλώσει, γιατί δεν έβλεπε καλά.

Ο μπάρμπα-Γιάννης έκανε παρέα κι ερχόντουσαν μαζί στο μαγαζί, με το Δημήτρη Αναγνωστόπουλο (Μπαρμπαλή). Λεγόταν και μπατσανάκια γιατί οι γυναίκες τους ήταν απ’ το ίδιο χωριό, την Αρτοτίνα, και ήταν κι οι δυο δευτεροπαντρεμένοι.

Όταν έμπαινε στο τσαγκαρομπακάλικο, όλοι τον σέβονταν και τον καλοδέχονταν τον γέροντα.

– Ε, καλώς τον μπάρμπα-Γιάννη! Κάθισε. Μικρός, από ένα ούζο με τον μπάρμπα-Γιάννη! Παράγγελνε ο Χαράλαμπος.

Πάνω στο ποτό έλεγαν και κανένα αστείο.

-Μωρέ παιδιά, γέρασα κι έχασα τη σουγιά μου, έλεγε ο μπάρμπα-Γιάννης. Απαίτηση που την είχε στα 90 του χρόνια.

a-dscn0931ba

Το καλοκαίρι επειδή το μαγαζί δεν είχε χώρο, έβγαιναν στο μπαλκόνι. Εκεί έρχονταν κι ο άρχοντας του χωριού, ο Γρηγόρης ο Τσαρός –ήταν και Δήμαρχος- με τον γραμματικό του, τον Κώστα Καραγιάννη, που περισσότερο του άρεσε να πίνει παρά να κερνά. Σε λίγο έφτανε κι ο Παπαγρηγόρης και ρωτούσε να πέρασε το άλλο «τραγί». Εννοούσε τον άλλο παπά του χωριού, τον Παπαγιώργη!

– Μικρός! Δέκα κοκορέτσια απ’ τον Κωστάκη και λίγο τυρί απ’ το υπόγειο, διέταζε ο Χαράλαμπος. Στο υπόγειο του Μακρή, ήταν αραδιασμένα κάμποσα βαρέλια με τυρί, που το ‘φερναν ο Στούμπος κι ο Χοντρός, μεγάλοι τσελιγγάδες απ’ την Παλούκοβα. Υπήρχαν κι άλλα βαρέλια με μια-δυο χιλιάδες οκάδες κρασί από τη Φτέρη

Ο Μικρός δεν είχε ησυχία. Ύστερα απ’ όλα αυτά έπρεπε να φέρει και κρύο νερό απ’ την Ανέζα, το πιο καλό νερό που υπήρχε στο χωριό. Από ‘κει έπαιρνε όλος ο μαχαλάς της Παναγίας νερό. Η διαταγή ήταν: ώσπου να μετρήσουν ως το δέκα να είναι πίσω ο Μικρός.

Μια μέρα η χαρά του Μικρού ήταν απερίγραπτη. Στο τσαγκαράδικο ύστερα από έξι μήνες έμπαινε η μάνα του να δει πως πάει το παιδί της. Να χαρεί κι ο Μικρός που αισθάνονταν σαν ξένος μέσα στο περιβάλλον του μαγαζιού.

Η πρώτη κουβέντα της μάνας προς τον μάστορα ήταν να τον ρωτήσει:

– Πως πάει ο Μικρός κυρ-Χαράλαμπε?

– Καλός είναι, μα δεν ακούει, απάντησε σοβαρός εκείνος.

Και η αγράμματη μάνα βρήκε το αστείο που ταίριαζε στην περίπτωση:

– Πως δεν ακούει? Το πρωί όταν έφυγε απ‘ το σπίτι άκουε…

Read Full Post »