Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

AID-11

Σεραφείμ Κ. Τσιτσά

 Έχουν κι οι φτερωτοί μουσικοί το βασιλιά τους, τ’ αηδόνι. «Κλαίει ή τραγουδάει τ’ αηδόνι;» ρωτάει ο Στέφανος Γρανίτσας. Ο Ελληνικός λαός παραδέχεται και τα δύο. Κυριαρχεί όμως η χαρούμενη νότα. Γι’ αυτό σ’ εποχές πένθους και συμφορών γίνεται έκκληση στ’ αηδόνι να πάψει να κελαηδεί:

«Αηδόνια μη λαλήσετε, πουλιά να βουβαθείτε

και σεις  οι μαύροι Τσάμηδες στα μαύρα να ντυθείτε,

τι την Αγιά την πήρανε, την δόλια μας την Πάργα»

λέει το τραγούδι της Πάργας.

«Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λεν’ τ’ αηδόνια

κρυφά το λέει κι ο γούμενος από την Άγια Λαύρα

-Παιδιά για μεταλάβητε, για ξεμολογηθήτε…»

λέει άλλο τραγούδι των χρόνων του 1821.

Κάποτε όμως το κελάηδημα του αηδονιού γίνεται κλάμα για να θρηνήσει κάποια εθνική συφορά:

«Τ’ αηδόνια της Ανατολής, και τα πουλιά της Δύσης

κλαίνε αργά, κλαίνε ταχειά, κλαίνε το μεσημέρι

κλαίνε την Ανδριανούπολη την πολυκουρσεμένη»

Πολλοί μουσικοί ασχολήθηκαν με το τραγούδι του αηδονιού. Ο Μπετόβεν προσπάθησε να το αποδώσει στην έκτη συμφωνία του. Ο Ούγγρος μουσικολόγος Δρ. Ζόκε (η Ουγγαρία θεωρείτε η χώρα των πουλιών) λέει πως τ’ αηδόνι έχει στο λάρυγγά του ολόκληρη ορχήστρα κ’ οι μουσικοί του τόνοι καλύπτουν ολόκληρες οκτάβες. Το τραγούδι του είναι ολόκληρη όπερα, γεμάτη δραματικό χαρακτήρα. Κάποτε η λαϊκή μούσα αναθέτει στ΄ αηδόνι εωθινά καθήκοντα:

«Δεν λαλείς καημένο αηδόνι

την αυγούλα με δροσιά,

να ξυπνήσεις το αφέντη

να φιλήσει την κυρά»

AID-13

Αναφέρομε εδώ τις κυριότερες νεοελληνικές μυθολογικές παραδόσεις, που αιτιολογούν την προέλευση του τραγουδιού του αμίμητου αυτού φτερωτού σολίστα. Στην Ήπειρο η λαϊκή παράδοση διηγείται πως τ’ αηδόνι ήταν κάποτε τσέλιγκας κι έβοσκε ο ίδιος το τρανό κοπάδι με τα πρόβατα. Μια μέρα σ΄ ένα πανηγύρι γλέντησε τόσο πολύ, που το άλλο βράδυ έπεσε σε βαρύ ύπνο. Ένοιωθε τόσο κουρασμένο τον εαυτό του, ώστε πέφτοντας να κοιμηθεί είπε: «Θεέ μου κάνε να κοιμηθώ ίσα με τ’ Αγιωργιού. Τότε να ξυπνήσω». Ο Θεός ικανοποίησε το αίτημά του και κοιμήθηκε πραγματικά ολόκληρους μήνες. Το κοπάδι του ακυβέρνητο τόσο χρόνο, δεν έπαθε κακό, χάρις στα δυο άξια και πιστά σκυλιά του, την Τσίλα και το Τσιβέλι. Κι όχι μόνον δεν έπαθαν κακό αλλά πλήθυναν κι έγιναν αμέτρητα. Σαν τα είδε τ’ αηδόνι, όταν ξύπνησε χάρηκε και σαν δεν είχε τώρα τι να τα κάνει τόσα πολλά αποφάσισε και τα πούλησε. Έλειπαν τα σκυλιά την ώρα που τα πούλησε. Όταν το ‘μάθαν, του κάναν φριχτά παράπονα.  Ο τσέλιγκας κατάλαβε τότε το λάθος του. Μετάνιωσε κι αυτός για τη λύπη που πούδωκε στους δυο πιστούς του φύλακες.

«Θεέ μου –είπε τότε- κάνε με πουλί να πετώ ψηλά κι από κει ν’ αγναντεύω το κοπάδι μου».

Ο Θεός τον άκουσε πάλι και τον έκαμε αηδόνι. Από τότε κράζει, κάθε Άνοιξη τους φύλακες του κοπαδιού του…

«Τσίλα-Τσίλα! Τσιβέλι-Τσιβέλι! Τσα-Τσα!». Έτσι σφυρίζοντας και σαλαγώντας νομ’ιζει πως φιλάει ακόμα τα πρόβατα.

Μια παράδοση των Αγράφων που διηγείται ο Γρανίτσας, λέει πως το αηδόνι αποσταμένο ένα βράδυ του Απρίλη πήγε να κοιμηθεί πάνω σ’ ένα φράχτη. Μόλις το πήρε ο ύπνος, πήδησαν τα βάτα, οι αγράμπελες, ο κισσός και τ’ αγιόκλημα και το τύλιξαν από τη ζήλια τους με τα πυκνά βλαστάρι. Έσφιξαν τα φτερά του και τα πόδια του με τέτοιο τρόπο, που να μην μπορεί να ξετυλιχθεί. Όπως αγωνίζονταν να ξεδεθεί ορκίστηκε:

«Άντε μωρέ Απρίλη σε πίστεψα για φίλο. Ας ξετυλιχτώ τώρα κι όρκο κάμω να μην ξανακλείσω μάτι τις νύχτες σου. Θ’ αγρυπνώ ολονυχτίς…» Και φύλαξε τον όρκο του.

Από τότε λαλεί αδιάκοπα την άνοιξη από το βράδυ ως το πρωί για πείσμα του φίλου του, του Απρίλη.

Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία η Αηδόνα είχε σύζυγο το Βασιλιά Ζήθο. Φθονούσε όμως τη συννυφάδα της Νιόβη, επειδή εκείνη είχε πολλά παιδιά, ενώ αυτή –η Αηδόνα- είχε μονάχα ένα, τον Ίτυλο. Και μια μέρα θέλοντας να σκοτώσει το μεγαλύτερο παιδί της Νιόβης, σκότωσε κατά λάθος το δικό της. Οι Θεοί συγκινήθηκαν από τον μεγάλο της σπαραγμό και την μεταμόρφωσαν σε πουλί, το αηδόνι, που ως σήμερα κλαίει με πάθος το θάνατο του γιού της του μονάκριβου. Η τραγωδία της ετάραξε όλους τους δικούς της και παρακάλεσαν  κι αυτοί τους Θεούς να τους μεταμορφώσει σε πουλιά. Έτσι ο πατέρας της Αηδόνας, ο Πινδάρεως έγινε αετός της θαλάσσης (ο αλίετος), η μητέρα της έγινε αλκυών, η αδελφή της χελιδόνα, ο αδελφό της τσαλαπετεινός κι ο άνδρας της ο Ζήθος έγινε πελεκάνος.

AID-12

Το αηδόνι έρχεται στον τόπο μας κάθε άνοιξη. Είναι αποδημητικό. Γλυκύτερο και μελωδικότερο λαρύγγι δεν έπλασε ο Θεός. Οι μουσικές του τρίλιες παίρνουν μια ξεχωριστή γοητεία, χάρις στην ώρα που τελετουργείται το εαρινό αυτό ρεσιτάλ. Τ’ αηδόνια δηλαδή ψάλλουν τη νύχτα που είναι η ευνοϊκότερη ώρα για μουσική, όπως οι παλιοί κανταδόροι με τις προχωρημένες νυχτερινές ώρες της φεγγαράδας. Τόσο γοήτευαν κι αυτοί –οι κανταδόροι- την παλιά ρομαντική γενιά, ώστε κάποτε ο σκοπός χωροφύλακας, στο Σύνταγμα, αντί να συλλάβει περασμένα μεσάνυχτα τους κανταδόρους, που απαγορεύονταν να τραγουδούν αυτή την ώρα, τους πλησίασε σιγά-σιγά, όταν τελείωσαν και τους λέει:

-«Ξαναπέστε το, βρε παιδιά, κι ας πάμε ύστερα όλοι μαζί μέσα…»

Την νύχτα λοιπόν σωπαίνουν τ’ άλλα πουλιά και κανείς θόρυβος δεν ταράσσει τη την γαλήνη της εξοχικής λαγκαδιάς, της λόχμης, της κοιλάδας. Τότε το κελάηδημα τ’ αηδονιού παίρνει όλη τη λαμπρότητα μέσα στο μυστήριο του λόγγου, της φυλλωσιάς και της ποταμιάς, που φαντάζουν σαν να κρατούν κι αυτά την ανάσα τους για να μην ταράξουν τη μουσική μέθη της μυρωμένης ανοιξιάτικης νύχτας.

«Μούσαν λοχμαίαν» (1) ονομάζει τ’ αηδόνι ο Αριστοφάνης.

Τέλος μια παράδοση  πως, όταν οι Μαινάδες σπάραξαν τον Ορφέα και σκόρπισαν στη θάλασσα τα κομμάτια του, το κύμα του Αιγαίου πήρε το κεφάλι και τη λύρα του μάγου μουσικού, το κουβάλησε στο μακρινό νησί της Σαπφούς, στη Λέσβο και τ’ απίθωσε μαλακά πάνω στην ακρογιαλιά. Η άμμος σκέπασε το θεϊκό κεφάλι του Ορφέα, όμως η λύρα απόμεινε όρθια, πλάι στη γαλάζια θάλασσα. Κι όταν φυσούσε ο μπάτης ανάμεσα από τις χορδές, η λύρα του Ορφέα άρχιζε να τραγουδάει γλυκά και λυπητερά. Τ’ άκουσαν τ’ αηδόνια κι έμαθαν να το λένε από τότε με το ίδιο πάθος και την ίδια γλυκύτητα. Και θα το τραγουδούν αιώνια, ενόσω θ’ ανθίζει η άνοιξη και η αγάπη στην καρδιά της φύσης και της ζωής.

Αυτό βεβαιώνουν μερικοί διαλεχτοί στίχοι του Παύλου Νιρβάνα (2), στους οποίους η γιαγιά διηγείται στον μικρό εγγονό το παλιό και λησμονημένο παραμύθι του βασιλόπουλου, που αγάπησε κι έκαμε βασίλισσά του μια φτωχή παιδούλα:

Κι ύστερα, πώς να στο πω, καλέ μου;

Κι ύστερα…Το ξέχασα, γλυκέ μου,

το παλιό το παραμύθι…

 

– Κι αν το ξέχασες, το ξέρουν ταίρια ταίρια

ρώτα να στο πουν τα περιστέρια,

ρώτα να στο μάθουν τα τριγώνια,

να στο κελαϊδήσουνε τ’ αηδόνια…

κι ύστερα λησμόνα το, που ελησμονήθη!

κι η ζωή μας κι η αγάπη παραμύθι.

 

————

(1) Αριστοφάνη «Όρνιθες»

(2) Παύλου Νιρβάνα «Λησμονημένο Παραμύθι»

Advertisements

ARXAN-1a

του Κ. ΑΡΧΑΝΙΩΤΗ

Όπως είναι γνωστό σε όλους τους Φθιώτες, το Γαρδίκι Ομιλαίων ήταν παλιότερα, προ του Νόμου ΔΝΖ, πρωτεύουσα του ομωνύμου άλλοτε Δήμου. Στο Δήμο Ομιλαίων υπάγονταν και το χωριό Μούσδροβο (τώρα περιβόλι), που γεννήθηκε ο γράφων. Δεν είχα καταφέρει όμως να το επισκεφθώ και το γνωρίσω ενωρίτερα, παρά το 1933 σε ηλικία 38 χρόνων, σαν δικηγόρος. Επωφελήθηκα της ευκαιρίας μιας πταισματικής δικασίμου του περιοδεύοντος Πταισματοδικείου Σπερχειάδος, να το γνωρίσω, και σε συνέχεια και άλλα χωριά του τέως Δήμου Ομιλαίων, όπως η Στάγια, σημερινός Πλάτανος και το Κυριακοχώρι. Ξεκίνησα από τη Σπερχειάδα προ του μεσημεριού της προηγουμένης ημέρας της Διακαινησίμου, και τις πρώτες απογευματινές ώρες, έφτασα στη Λευκάδα, όπου συναντήθηκα με τον Ειρηνοδίκη και Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Σπερχειάδος, που θα ήταν ο δικαστής της έδρας και μαζί συνεχίσαμε έφιπποι την πορεία προς το Γαρδίκι, συνοδευθέντες από τη Λευκάδα με τον δικολάβον Ανδρέα Κούκιον, Λευκαδίτη, του οποίου ο υποφαινόμενος εννοείται θα του έκανα ζημιά με την παρουσία μου σαν ανταγωνιστού στο Δικαστήριο. Αυτό όμως δεν τον εψύχρανε τον μπάρμπα-Ανδρέα, γιατί ήταν αγαθός άνθρωπος. Του εδήλωσα άλλως τε ότι δεν ενδιαφέρομαι για την θήρευση πελατείας. Και ετήρησα τον λόγον. Συμβολικά παραστάθηκα σε τρεις έως τέσσερεις δίκες και αποσύρθηκα του Δικαστηρίου και ασχολήθηκα με την περιήγηση στο δάσος πάνω από το χωριό. Πήρα μάλιστα το μυλαύλακο της Ραχούταινας και πήγα μέχρι το ρέμα Νίσβαρι. Ύστερα επισκέφτηκα τη βρύση στα Μαγγάνια, την Παναγία, τον Αη-Θανάση. Αυτά όμως έγιναν την δεύτερη μέρα της άφιξής μου στο Γαρδίκι.

Το απόγευμα της προηγουμένης που φτάσαμε στην είσοδο του χωριού, αριστερά, ήτο ένα μαγαζί, πανδοχείο ίσως, όπου φιλότιμος και φιλόξενος μαγαζάτορας μας υποδέχτηκε και μας εκέρασε κοκορέτσι, κρασί και τυρί φέτα άγνωστης κατασκευής… για τα χρόνια τα σημερινά. Ήταν η πρώτη γεύση του φιλόξενου χωριού. Εκεί επλήρωσα τον αγωγιάτη και αναχώρησε για την Σπερχειάδα. Μπροστά ήταν ακόμα ημέρα. Ιούλιος μήνας. Τότε ξενοδοχείο για διανυκτέρευση δεν υπήρχε στο Γαρδίκι. Είχα υπ’ όψη μου να καταφύγω στο σπίτι του Θεοφάνη Τσάντζαλου, αδελφού της θείας μου Βασιλικής Κουφάκη. Ανηφορίζοντας όμως προς την κεντρική πλατεία και λίγα μέτρα προ αυτής, μπροστά στο σπίτι του έστεκε ο αείμνηστος λεβεντάνθρωπος Κώστας Ραχούτης, φίλος του πατέρα μου και γνωστός και σ’ εμένα. Μετά τα καλωσορίσματα μου λέγει το βράδυ θα έρθεις να κοιμηθείς εδώ και δεν θα πας πουθενά αλλού. Για φαγητό θα φας στο ισόγειο μαγαζί του σπιτιού μου, στον ανιψιό μου Κωστάκη. Έχω δώσει εντολή να σου ψήσει κρέας στη σχάρα, τυρί φέτα και κρασί. Δεν θα πληρώσεις πεντάρα, σε φιλεύω εγώ. Όταν θα είναι ώρα για ύπνο θ’ ανεβείς τη σκάλα και θα κτυπήσεις την πόρτα να σου ανοίξω. Μην βιαστείς. Είσαι νέος κι ας αργήσεις. Αυτό χρειάζεται είπα μέσα μου. Να φανούμε κι αδιάντροποι. Στο μαγαζί της πλατείας του μακαρίτη Θεμιστοκλή Τσιφτσή βρήκα και γνώρισα και άλλους Γρδικιώτες. Μεταξύ αυτών ήτο και ο μπάρμπα-Νίκος ο Μαλούκος ο δάκαλός που επέμενε να πάγω στο δικό του σπίτι. Έπρεπε, μου λέγει, ναρθείς κατ’ ευθείαν στο σπίτι μου. Αύριο το μεσημέρι θα είμαστε στο σπίτι μου χωρίς άλλη κουβέντα ή ειδοποίηση. Έτσι και έγινε. Εκτός της γνωριμίας του με τον πατέρα μου, τον είχα γνωρίσει και εγώ ως γυμνασιόπαις, όταν κάποτε στο χωριό Μούσδροβο ήρθε σαν Γραμματέας του Επιθεωρητού τότε Δημοτικής Εκπαίδευσης Γκιόλμα που έκανε επιθεώρηση του δασκάλου Θεοχάρη Θεοχαρόπουλου. Τους περιποιήθηκα εγώ, απουσιάζοντος του πατέρα μου με φαγητό που ετοίμασε η μάνα μου. Εφάγαμε στο σχολείο. Είχαν περάσει από τότε χρόνια. Δεν ήταν ανταπόδοση η προσφορά του, αλλά εκδήλωση της φιλόξενης διάθεσης και αρετής των ορεινών κατοίκων της Ρούμελης που είναι πάντα πρώτοι και στις θυσίες και στη φιλοξενία που την κληρονομήσαμε οι Έλληνες σαν πατρογονική αρετή από τους θεούς του Ολύμπου.

ARXAN-1b

Αυτή είναι η ζωηρή και αλησμόνητη ανάμνηση απ’ το δροσερότατο μεγαλοχώρι της περιφέρειάς μας. Το επισκέφθηκα λίγες ώρες διερχόμενος ως εκδρομέας, δύο άλλες φορές και μια άλλη προσκεκλημένος σε γάμο στον Αη-Θανάση. Πάντα με ευχάριστες εντυπώσεις. Κατά την πρώτη μάλιστα επίσκεψη συνάντησα στο Γαρδίκι ιδιωτεύοντα σαν συνταξιούχο τον αείμνηστο Καθηγητή μου στο Γυμνάσιο Λαμίας Νικόλαο Γαρδίκη που του οφείλω μεγάλο χρέος για την ταπεινή πνευματική μου υπόσταση. Ιδιαίτερα δε για την ηθική διαπαιδαγώγησή μας που στον τομέα αυτόν ήτο σωστή κολώνα. Μαίτρ όπως λένε οι Γάλλοι. Έξω από το καφενείο του Τσιφτσή με τη ευκαιρία που ήτο εκεί ο πλανόδιος φωτογράφος Παναγιώτου από το Ροβολιάρι, τον έβαλα και μας τράβηξε και την φωτογραφία που σας παραθέτω. Από αριστερα ο Περικλής Μαλούκος ενωμοτάρχης τότε επιτυχών για τη Σχολή Ανθυπομοιράρχων, τέως Αρχηγός Χωροφυλακής. Ο Κυρίτσης δασονόμος, ο υποφαινόμενος, ο δικολάβος Ανδρέας Κούκιος, ο Θεμιστοκλής Παπαστάμος, ο τότε Πρόεδρος Κοινότητυος Κουτκιάς και ο Σταθμάρχης Χωροφυλακής Γαρδικίου του οποίου ξεχνώ το ονοματεπώνυμο.

ΓΑΜΟΙ-1a

Ο γάμος του Διαδόχου Παύλου με τη Φρειδερίκη, έγινε στις 9 Ιανουαρίου του 1938. Τα ξημερώματα της Πέμπτης, 6 Ιανουαρίου, η βασιλική αμαξοστοιχία σταμάτησε στον σημαιοστολισμένο μεθοριακό σταθμό της Ειδομένης. Εκεί, ο Παύλος επιβιβάστηκε στην αμαξοστοιχία και συνέχισαν  προς την Αθήνα. Στο Λιανοκλάδι, (έφτασε το απόγευμα) όπου έγινε μια σύντομη στάση, ο δήμαρχος Λαμίας βρήκε την ευκαιρία να απευθύνει χαιρετισμό: «Σας περιμένουμε από τας 6 το πρωί και σας χαιρετίζουμε ρουμελιώτικα, ευχόμενοι το καλώς ήλθατε

Η επιστολή γράφτηκε στη Λαμία, τέσσερις μέρες μετά τον γάμο, αφού είχε επιστρέψει ο Ε.Κ., και στάλθηκε στον Γεώργιο Αναγνωστόπουλο, θείο του, απόστρατο αξιωματικό, που εκείνη την εποχή ζούσε στο Γαρδίκι.

 

 

Σεβαστέ μου Θείε

Υγιαίνομεν και επιθυμούμεν να υγιαίνετε.

Προ ημερών Σας έστειλα λακωνικοτάτην επιστολήν και τούτο διότι δεν είχομεν τακτοποιηθεί ακόμη. Φεύγοντας από το χωριό σας είχα υποσχεθεί εκτενή περιγραφήν των εντυπώσεών μου εκ της εν Αθήναις μεταβάσεώς μου επ’ ευκαιρεία των γάμων του Α.Β.Υ Διαδόχου.

Κατεβαίνοντας απ’ το χωριό εστάθμευσα το βράδυ στον Παπατσεκούρα (1) όπου έτυχον φιλοξενίας και περιποιήσεων αρκετών. Είμαι υποχρεωμένος να ομολογήσω ότι το σπίτι του παπά είναι αρχοντοχωριατόσπιτο.

Το πρωί της επομένης κατέβηκα στο Χάνι του Λιανού όπου βρήκα αυτοκίνητο και έλαβον την προς τον Σταθμόν του Λιανοκλαδίου άγουσα. Ήτο Πέμπτη 6 Ιανουαρίου, και στο σταθμό με επληροφόρησαν ότι η έκπτωσις δια την εις Αθήνας μετάβασήν μου αρχίζει από αύριον, είναι δε αυτή 50% επί του κοινού εισιτηρίου. Στην πλατφόρμα του σταθμού παρετήρει κανείς, σιδηροδρομικούς υπαλλήλους κινουμένους σπασμωδικώς και προετοιμαζομένους πυρετωδώς. Όμιλοι δε αστυνομικών περιεφέροντο, ενώ μία αστυνομική μουτοσικλέτα ήτο σταματημένη εις το προαύλιον. Ολ’ αυτά μ’ έκαμαν περίεργο, από την περιέργειά μου όμως μ’ έβγαλε πρώτα η φωνή ενός ανωτέρου σιδηροδρομικού υπαλλήλου ο οποίος έλεγε στους άλλους σιδηροδρομικούς δυνατά: «Γρήγορα μέσα! Μόνον οι καλώς ενδεδυμένοι δύναται να ευρίσκονται έξω» κι ακόμη δεύτερον ένας αστυνομικός ο οποίος με επλησίασε και μου είπε: «έχετε δουλειά κύριε εδώ;» όχι του απάντησα. «Θα σας παρακαλέσω να πάτε ποιο πέρα, γιατί θα περάση η αμαξοστοιχία των επισήμων» (2). Κατάλαβα λοιπόν ότι επρόκειτο περί σοβαρού γεγονότος και έστριψα αγρίως επανελθών εις το αυτοκίνητον του οποίου ο σωφέρ εκόρναρε καλώντας με συνεχώς. Θα εβλέπαμε τους επισήμους από εκεί, αλλά η κακή μοίρα, κι εδώ μπροστά ο ίδιος χωροφύλαξ, έρχεται και λέει στο σωφέρ στερεότυπα «έχεις ακόμη καμιά δουλειά;» Όχι του απαντά ο σωφέρ. «Ε λοιπόν να φύγεις γιατί θα περάσουν οι επίσημοι». Ο σωφέρ υπακούων έβαλε μπρος και σε λίγο βρισκόμαστε μακρυά από τους επισήμους, εις το Ζητούνιον, ανεπισήμως όντες μεταξύ ανεπισήμων. Τώρα ποιοί ήσαν οι επίσημοι; Ξέρω κι εγώ; Πρίγκιπες πάντως.

Την Παρασκευήν το απόγευμα 7 Ιανουαρίου μαζί μ’ έναν άλλον φίλο μου κατεβήκαμε στο σταθμό να βγάλωμε τα εισιτήρια και τούτο γιατί στο γραφείο πόλεως ήσαν πολλοί οι αναμένοντες. Κρίμα όμως! Πήγαμε για καλλίτερα, αλλά εδώ ήτο η συρροή. 500 άνθρωποι συνωθούντο περί την θυρίδα εις την οποίαν ήτο εις γέρων υπάλληλος αργοκίνητος. Εδέησα να φέρω τον Ν. Τσιτσιμπάκο για να μου βγάλει το εισιτήριο διότι ο φίλος μας Ασημάκης απουσίαζε τότε. Όταν μετ’ ολίγον ήλθε διευκόλυνα κι άλλους. Ώρα 2:30’ είμαστε στο σταθμό Λαμίας, μέσα σε βαγόνια εκδρομικά ανοικτά που τα χρησιμοποιούν δια τας εκδρομάς του θέρους. Και τούτο διότι δεν είχαν άλλα βαγόνια επιβατικά. Το τραίνο στις 3 μ.μ. μας έφερε στο Λιανοκλάδι όπου αλλάξαμε βαγόνια και αναμέναμεν την εκ Λαρίσσης αμαξοστοιχίαν (3). Τα βαγόνια είχον υπερπληρωθεί. Ο νόμος του αδιαχώρητου παρεβιάσθη και κατεπατήθη τόσον αυτός όσον και ημείς. Ωθών και ωθούμενος έφθασα σε ένα βαγόνι που ήσαν μέσα μερικοί εκ Νεοχωρίου Υπάτης και εκάθειντο σε καθίσματα ενώ εγώ ήμουν στον αέρα.

Σεβασθέντες του παλαιού των διδασκάλου, μου προσέφεραν μίαν θέσιν και έτσι ανεπαύθην-τρόπος του λέγειν-ενώ εις την πλάτην μου είχα καβάλα έναν άλλον ο οποίος ήτο μετέωρος. Κι ενώ ούτω είχον τα πράγματα, φτάνει μέχρις εμού φωνή καλούσα το όνομά μου. Ήτο ο φίλος μου ο οποίος με ανεζήτει με γοεράς κραυγάς που επρόδιδον κίνδυνον. Έφθασεν μέχρις εμού και κρυφά μου λέγει ότι μου έχει κρατημένη θέση σε καλή παρέα από νεαρούς και νεαρές και μάλιστα εις βαγόνιον κενόν Α’ θέσεως. Παρά τας διαμαρτυρίας μου ότι πιθανόν να μας πιάσουν και να μας ζητήσουν εισιτήριον ανάλογον με το διαμέρισμά μας, με παρέσυρε μέχρις εκεί αφού πρώτα μου υπεσχέθη ότι εις περίπτωσιν  ελέγχου θα κατέβαλε εκ του βαλαντίου του την διαφοράν.

Πήγα λοιπόν στη πρώτη θέση και ανεπαύθην επί ευρυχώρου θέσεως σουμιέ μετά βελούδινων καλυμάτων. Κοίταξα γύρω μου και διαπίστωσα ότι όλοι οι νεαροί και νεαρές ήσαν κι αυτοί λαθραίοι, ήνωσα λοιπόν κι εγώ την τύχην μου μ’ αυτούς και ευθυμήσας άρχισα εις υψηλόν τόνον να τραγουδάω, ενώ τα δόντια μου δεν σταματούσαν από το κρύο γιατί ξέχασα να σας πω ότι το κρύο ήτο τόσο πολύ που το θερμόμετρο έδειχνε ασφαλώς 2 ή 3 υπό το μηδέν έξω και 0 μέσα. Ώρα 6 μ.μ. δηλ. μετά πεντάωρον καθυστέρησιν την οποίαν εμείς τρέμοντας εκ του κρύου και εκ του φόβου μη μας βγάλουν έξω από τα βαγόνια της θέσης αυτής και τότε δεν μαίναμε πουθενά γιατί τις θέσεις μας που είχαμε πριν τις πήραν άλλοι, μετά πεντάωρον λοιπόν καθιστέρησιν δηλ. στις 6 μ.μ. (4) ενώ η νύκτα είχε απλώσει παντού το μαύρο πέπλο της νιφάδες δε χιόνος έστρωναν το δρόμο μας  με ροδοπέταλα για να περάσουμε εμείς οι ευτυχείς επιβάτες. Τέλος εσφύριξε η μηχανή, ένα κούνημα γερό μπρος πίσω και το μονότονο τάκα-τακ, τάκα-τακ έκανε όλους να αφίσουν ένα στεναγμό ανακουφίσεως. Τραγούδια, γέλια, καλαμπούρια, τσοκανίσματα δοντιών αντηχούσαν στο διαμέρισμα  μέχρι τις 12 μ.μ. Ύστερα έβλεπες κεφάλια με τα μάτια βαριά να γέρνουν μπροστά που και που δε καμιά βλαστημιά κανενός που καταριόταν την ώρα που ξεκίνησε.

Ώρα 3 π.μ. Αθήνα. Σταθμός. Γροθιές και ιαχές ξύπνησαν όσους κοιμώνταν. Το τραίνο σταματά. Ένα κούνημα μπρος-πίσω και δεύτερος στεναγμός ανακουφίσεως. Τραμ δεν υπήρχαν λόγω της προκεχωρημένης ώρας αλλά ταξί άνω των 300 στο σταθμό κόσμος πολύς μαζί μ’ εκείνους που περίμεναν τους δικούς των άνω των 5000 (5).

Ένα ταξί αντί 10 δραχμών έκαστον μετέφερε εμένα και τον φίλο μου εις την Ομόνοιαν όπου υπέστημεν επίθεσιν των ξενοδοχοϋπαλλήλων. Σωστή πολιορκία και μάχη εις το πεδίον της οποίας άφισε ο φίλος μου ένα κουμπί του παλτού του εγώ δε παρ’ ολίγον μισό μανίκι.

Τέλος ο περισσότερο ταχύς ενός ξενοδοχείου «Ωραία Θεσσαλία» μας επήρε ως λάφυρα και μας μετέφερε εις το ξενοδοχείο όπου μας παρεσχέθησαν αι πρώται βοήθειαι αίτινες συνίσταντο εις το ότι εκεί κοντά είναι πατσαντσίδικο διανυκτερεύον και όπου οδηγηθέντες κατεβροχθίσαμεν από ένα πατσάν.

Το πρωί ένας αστυνομικός μας εξύπνησε και μας εζήτησε τα πιστοποιητικά μας.(6) Είμασταν και οι δυο εν τάξει και ξεκινήσαμε για το παλάτι καθ’ ο βλάμηδες και ιδιαιτέρως προσκεκλημένοι.

Τα βήματα μας όμως μας έσυραν μέχρι γαλακτοπωλείου τινός όπου και εσταματήσαμε αναβάλλοντες την εις το παλάτι άφιξίν μας δια την Δευτέραν οπότε θα εκάμαμεν και την σχετική εκτίμησιν.

ΓΑΜΟΙ-1b

Το Σάββατο πέρασε έτσι. Που και που έβλεπες ανθρώπους ισταμένους και αναμένοντας, αστυνομικούς απαγορεύοντας την δίοδον, αυτοκίνητα με βασιλικούς θυρεούς ως σφαίρας διερχόμενα, και ερωτών επληροφορείσο ότι δεν συμβαίνει τίποτε αλλά σε λίγο θα περάσει το αυτοκίνητο του Μεγάλου Βοεβόδα Μηχαήλ. Προσετίθεσο και εσύ στο πλήθος και μετ’ ολίγον έβλεπες 2-3 μουτοσυκλέτας αστυνομικάς 1-2 αυτοκίνητα αστυνομικά και ύστερα ένα αυτοκίνητο με στέμμα μέσα σε διέκρινες ένα 17ετή νεαρό με κουστούμι ταξιδίου με μπερέ στο κεφάλι. Λίγα χειροκροτήματα. Το βασιλικό αυτοκίνητο μερικά ζήτω και η συγκέντρωσις διελύετο δια να σχηματισθεί μετ’ ολίγου ότε επληροφορείσο και πάλιν  ότι απλούστατα δεν συμβαίνει τίποτε σπουδαίον παρά ότι θα περάση ο Αντιβασιλεύς Παύλος ή ο Πρίγγιπας Κνούδ (7), ή η Πριγγίπισσα Αλεξάνδρα συνήθη πλέον φαινόμενα που δεν μας απασχολούν.

Το εσπέρας του Σαββάτου οφείλω να σου γράψω ότι παρέστην εις δεξίωσιν εις τον (όχι παλάτι) «Έλατον» Σταθμός Λαυρίου όπου παρέστησαν η Α.Β.Υ ο Κοχιάς (8), η Α.Β.Υ. ο Θανασάκης (9) και  ημετέρα εξοχότης υπό τους ήχους δε του κλαρίνου του Γιαούζου (10) εφέραμεν από ένα σκοινάκι (11). Αφού εδοκιμάσαμε πολλάκις την αξία του Φιξ εξήλθαμε ανά τας οδούς ώρα 1 μ.μ. ότε και πάλιν εις την οδόν Αγίου Κωνσταντίνου παρετηρήσαμεν μίαν συγκέντρωσιν ανθρώπων. Προστέθημεν και ημείς. Εις ερώτησίν μας επληροφορήθημεν ότι δεν συμβαίνει τίποτε σοβαρόν αλλ’ απλώς σχολάζει το Βασιλικόν Θέατρο. Όλα βλέπεις τόσον απλά ήσαν αυτές τις ημέρες για τους Αθηναίους. Μετ’ ολίγον πάλιν μοτοσυκλέτες αστυνομικές και ύστερα αυτοκίνητα που είχαν μέσα το Βασιληά μας, τον Διάδοχο, τη Φρειδερίκη, τον Μεταξά και όλους τους εν τοις ανακτόροις συγγεντρωθέντας πρίγγιπας κ.τ.λ.

Η συγκέντρωσις διελύθη και ημείς μετέβημεν εις την Ομόνοιαν όπου ευρόντες άπλας αρχίσαμε να τραγουδάμε το «σουρωμένος ήλθες πάλι…» τραγούδι που βγήκε τώρα.

Κυριακή ότι διαβάσατε στην εφημερίδα. Τίποτε περισσότερον, πράγματα βέβαια που δεν είδαν όλοι αλλά οι έχοντες το θείον χάρισμα να είναι διόροφοι (ιδέ Μάκραν, Γιάννην Κουτκιάν, Γεωργ. Μπότσην) και οι έχοντες την Ιώβειον υπομονήν να περιμένουν από τις 6 σε κανέναν εξώστη.

Δευτέρα ησυχία τάξις ασφάλεια.

Τρίτη πρωί στο σταθμό 5000 άνθρωποι, μέσα σ’ αυτούς εγώ, ο Θανασάκης και ο Κοχιάς. Επειδή οι πόρτες του τραίνου ήσαν πολύ μακρυά από μας, ο Θανασάκης και ο Κοχιάς αφού με εσήκωσαν στα χέρια με τρύπωσαν μέσα από ένα παράθυρο ενός βαγονιού Α’ θέσεως πάλι και αφού επανελήφθησαν αι σκηναί του πηγαιμού μας εφθάσμεν εις Λαμίαν, πόλιν οικουμένην από Γύφτους και χωρίου Στάγιας την έκτασιν εν σχέση προς την Αθήναν. Συνέχεια περιπετειών στο προσεχές. Γράψτε μας τι γίνεστε, έχετε χιόνι.

Ο Λωνίδας; Το λουκάνικο έδωσα στο Δημητριάδη.

Σ’ όλους φιλιά

Την δεξιάν σου ασπάζομαι

ο ανειψιός σας

Λ. Κορέλης

Υ.Γ. Η παρούσα μου ας αναγνωσθή και εις επήκοον άλλων ίνα πληροφορηθούν τα των γάμων του Διαδόχου μας.

………

  1. Πιθανόν να πρόκειται για το παπά των Καμπιών ή της Φτέρης μια και την επόμενη το πρωί βρίσκονταν στου Λιανού το Χάνι, και τα χωριά αυτά είναι πολύ κοντά. Τα χωρίζει το ποτάμι με το χάνι.
  2. Οι μετακινήσεις από την κεντρική Ευρώπη προς την Ελλάδα γίνονταν κυρίως με το τρένο. Οι δρόμοι ήταν στενοί, όλο στροφές και σε πολλά σημεία το χειμώνα αποκόπτονταν. Από την υπόλοιπη Ευρώπη η συγκοινωνία γίνονταν ακτοπλοϊκώς.
  3. Τα βαγόνια θα προσκολλούνταν στη αμαξοστοιχία που θα έρχονταν από Λάρισα.
  4. Είναι λάθος ο υπολογισμός της καθυστέρησης. Σε όλη την επιστολή υπάρχει μπέρδεμα με τις ώρες.
  5. Μάλλον υπερβολικοί οι αριθμοί αλλά σίγουρα ο κόσμος ήταν πολύς.
  6. Μεταξική Δικτατορία. Η αστυνομία «μπουκάριζε» στα δωμάτια των ξενοδοχείων και έκανε έλεγχο των πελατών. όπως φαίνεται από την αντίδραση εθεωρείτο κάτι το φυσιολογικό.
  7. Πρίγκηπας Knud (Κnud Christian Frederik Michael Schleswig-Holstein-Sonderburg-Glόcksburg), Πρίγκηπας της Δανίας (1900 – 1976) γιος του βασιλιά της Δανίας Χριστιανού του Χ.
  8. Κοχιάς ήταν το παρατσούκλι του Βασίλη Μαγουλά
  9. Ο Θανασάκης Γαρδίκης
  10. Κώστας Γιαούζος. (Πετρομαγούλα ή Μαρτίνο Βοιωτίας, 1896-1957). Διάσημος λαϊκός οργανοπαίκτης (κλαρίνο). Ασχολήθηκε από μικρός με το όργανο και σχετικά νωρίς είχε κάνει «μεγάλο όνομα». Συνεργάστηκε δισκογραφικά με τον Παπασιδέρη και διαμόρφωσε προσωπικό «σολιστικό» ύφος. Με τον έξοχο Νίκο Καρακώστα σχημάτισαν το καλύτερο δίδυμο κλαρίνων που πέρασε από το πάλκο του «`Ελατου». Ήταν από τους λίγους που έπαιζε τις εισαγωγές όλων των κλέφτικων τραγουδιών και από αυτόν τις έμαθαν οι νεότεροι.
  11. «το φέραμε ένα σκοινάκι» δηλ. χορέψαμε, φέραμε ένα γύρo…

Τραχανάς

TRAX1της Βίβιαν Ευθυμιοπούλου

Η ιστορία μάλλον δεν είναι αληθινή αλλά όπως συμβαίνει με όλες τις ιστορίες που αφορούν το φαγητό, είναι ωραία ειπωμένη. Μια φορά κι ένα καιρό, λοιπόν, σε τόπο που οι γυναίκες τις νύχτες μπορούν ν’ αφηγηθούν ίσαμε και χίλιες διαφορετικές ιστορίες και οι μετακινήσεις γίνονται με ιπτάμενα χαλιά, ένας χαλίφης, παρέα με τον καλύτερό του φίλο, αποφάσισαν να μασκαρευτούν ώστε να μην τους αναγνωρίσουν και να κάνουν μια βόλτα στην πόλη για να τσεκάρουν πώς περνάει ο κόσμος. Ήταν Ραμαζάνι κι όπως ξέρουμε στο Ραμαζάνι, οι μουσουλμάνοι τρώνε μετά τη Δύση του ηλίου.

Κατά τη βόλτα χαλίφης και συνοδός πείνασαν πολύ και μόλις άκουσαν τον πυροβολισμό που σήμανε τη Δύση του ηλίου, μπήκαν στο πρώτο σπίτι που βρήκαν, ζητώντας ένα πιάτο φαγητό. Η τύχη τους οδήγησε σ’ ένα πολύ φτωχό άνθρωπο, ο οποίος τους σέρβιρε μια σούπα που έδειχνε σαν χυλός από ψωμί. Ήταν όμως πολύ νόστιμη. “Χαλίφη μου!”, αναφώνησε ο ακόλουθος “Δεν έχω ξαναφάει πιο νόστιμη σούπα!”. Στο άκουσμα του τίτλου, ο οικοδεσπότης σηκώθηκε έντρομος, λέγοντας στον Χαλίφη: “Χαλίφη μου, ήρθες σ’ ένα πολύ φτωχό σπίτι γιαυτό τρως τη σούπα του φτωχού, τη σούπα του darhane!”.

Από τότε, μπορεί το όνομα της σούπας ν’ άλλαξε από “νταρχανέ” σε “τραχανάς” αλλά παραμένει ένα από τα πιο αγαπημένα εδέσματα των λαών που κατοικούν στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή.

Τραχανάς ή ταρχανάς στα Τουρκικά, λέξη με αβέβαιη ετυμολογική προέλευση. Το ελληνικό “τραχανάς” ίσως και να προέρχεται από το “τραγανός” με την επίδραση του “τραχύς”. Όπως και να έχει, ο τραχανάς, πρέπει να είναι ένα από τ’ αρχαιότερα ζυμαρικά, τα οποία, ως γνωστόν, ανακαλύφθηκαν από τους Άραβες. Η παρασκευή αυτού του ζυμαρικού αποσκοπούσε στη συντήρηση του γάλακτος και η υφή του που βοηθούσε πολύ την αποθήκευσή τους, τον έκανε ιδανικό φαγητό για τους βοσκούς και τους εμπόρους που μετακινούνταν σε Μέση Ανατολή και Βαλκάνια.

Υπάρχουν δυο είδη τραχανά: Ο ξυνός και ο γλυκός, με πιο δημοφιλή, τον πρώτο. Ο ξυνός τραχανάς, είναι μια ζύμη από αλεύρι και γάλα ή γιαούρτι η οποία μένει μια μέρα για να “ξυνίσει”. Στη συνέχεια, τον στεγνώνουν στον ήλιο και τον σπάνε σε μικρά κομματάκια. Αφού πάρει την τελική του μορφή, τον στεγνώνουν για λίγες ημέρες ακόμα στον ήλιο. Ο ξυνός τραχανάς, μαγειρεύεται ως σούπα. Ο γλυκός τραχανάς, παρασκευάζεται από κοπανισμένο καλαμπόκι βρασμένο σε γάλα. Μόλις το καλαμπόκι “πιεί” όλο το γάλα και γίνει μια μάζα, πρέπει να στεγνώσει. Όταν στεγνώσει, τρίβεται όπως και ο ξυνός. Ο γλυκός τραχανάς χρησιμοποιείται ως γέμιση και ως συνοδευτικό κρέατος, κυρίως κοτόπουλου.

Τον καλύτερο τραχανά μακράν, τον έφτιαχνε η πεθερά μου από την Αρκαδία όπου ο τραχανάς είναι ένα από τα φαγητά που τιμούν πολύ. Ταιριάζει στο κρύο, εσωστρεφές και αύθαδες τοπίο της Αρκαδίας, έτσι κι αλλιώς. Υπάρχουν διάφορες παραλλαγές. Προσωπικά τον φτιάχνω απλό και στο τέλος χτυπάω λίγο blue cheese με ελαφρώς καβουρντισμένα καρύδια (ελαφρώς γιατί το καρύδι πικρίζει αν το πολυψήσετε, προσοχή!) και τον σερβίρω έτσι. Άλλες φορές, λίγο τριμμένο τυρί φέτα μου αρκεί ενώ δεν με ενθουσιάζει καθόλου ο τραχανάς με ντομάτα, άντε μην αρχίσω τα μπινελίκια μ’όλα τα άσχετα που βλέπω. Εδώ είναι σκέτος. Δωρικός.

Λένε ότι στη Συρία εάν κατά την εποχή της μελιτζάνας μια γυναίκα ρωτήσει τί φαγητό να φτιάξει να φάνε εκείνος έχει δικαίωμα να τη χωρίσει. Λέω να το εφαρμόσω από την ανάποδη. Εάν ξανακούσω “Πάλι τραχανά;”…

Θέλουμε και συνταγή; Είναι πανεύκολη. Βουαλά.

TRAX2

4 φλιτζάνια τραχανά ξυνό.

4 φλιτζάνια νερό (εγώ βάζω 2 φλιτ. νερό και 2 φρέσκο γάλα)

1 κουταλάκι φρέσκο βούτυρο.

Αλάτι (λίγο)

Σε μέτρια κατσαρόλα, βάζουμε τα νερό και ζεσταίνουμε. Όταν γίνει χλιαρό προσθέτουμε τον τραχανά κι ανεβάζουμε, λίγο τη θερμοκρασία. Προσθέτουμε το βούτυρο και το αλάτι και ανακατεύουμε. Σε 20 – 30 λεπτά και όταν αυτός χυλώσει το τραβάμε από τη φωτιά, προσθέτουμε το τυρί (αν θέλουμε) και το σερβίρουμε.

Πίνουμε Ραψάνη του Τσάνταλη 2014

—————

Το κείμενο το αναδημοσιεύουμε από το blog «Αθήναιος-Άρτος και Θεάματα» της κας Βίβιαν Ευθυμιοπούλου την οποία κι ευχαριστούμε.

www.athinaios.wordpress

 

HMER-0

Από το ημερολόγιο εκστρατείας του Έφεδρου Λοχία στο έφιππο τμήμα του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων Γεώργιου Αναστασίου Γιαννόπουλου από το Καραμανώλι (νυν Γλυφάδα)Πυλίας Μεσσηνίας (1893-1944).

25η Αυγούστου

(σημείωση: με το νέο ημερολόγιο 7.9.1921)

Την νύκτα και περί ώραν μία μετά το μεσονύχτιον, ο εχθρός ενήργησε αιφνιδιασμόν εφ όλου του τομέως του νοτίου μετώπου. Το 1ον Τάγμα του Συντάγματος μας (σημείωση: 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων) κατέχων τας προφυλακάς, είχε επί τινος προκεχωρημένου φυλακίου προς φύλαξιν του τον 2ον λόχον όστις κυκλωθείς και μη βλέπων ενισχύσεις, αφού αντέταξε ισχυράν άμυναν και ήλθεν εις μετά του εχθρού ηναγκάσθη να υποχωρήση, εγκαταλείψας τους μέχρι τότε τραυματίας και νεκρούς και δύο οπλοπολυβόλα εύχρηστα ως και δύο κατεστραμμένα από τα εχθρικάς οβίδας. Κατερχόμενοι όμως του υψώματος και φεύγοντες ατάκτως, συνήντησαν τους έτερους δύο λόχους του τάγματος μεταβαίνοντας προς ενίσχυσιν του, ο εχθρός όμως είχε ακολουθήσει τον λόχον  υποχωρούντα μαχόμενον. Ενεπλάκη εις την πάλην ολόκληρον το τάγμα και η μάχη διεξήγετο στήθος  προς στήθος δια της λόγχης αγρία και φονικωτάτη. Τα πυρά πεζικού εβόϊζον αδιάκοπα κελαϊδουντα μια φρικτή τραγωδία και το πυροβολικόν με τον εκκωφαντικόν του κρότον συνταράσσει τον τόπον. Ο Ταγματάρχης Καραθανάσης Γεώργιος ανδρέιος γέρων μετ αφαντάστου ηρωισμού δίδων το παράδειγμα πρώτος αυτός εις τους άνδρας του, αρπάζει το όπλον φονευθέντος στρατιώτου του, εφορμών δια της λόγχης κατά του εχθρού και φονεύει δύο, έτερος Τούρκος επιτίθεται κατά του ακαταβλήτου ήρωος, αλλά ο υπηρέτης του Ταγματάρχου προλαμβάνει και φονεύει τον Τούρκον. Έτερος Τούρκος εν τω μεταξύ μέσα σαυτή την

HMER-1

παραζάλη και στην σπαρακτική τραγωδία, δια της λόγχης του ξεσχίζει τα γεροντικάς σάρκας, αυτού του ημίθεου προς απόγνωσιν και μεγάλην λύπην των ανδρών του Τάγματος. Κατόρθωσε το τάγμα μας αυτό να ανακαταλάβει δια της λόγχης το προκεχωρημένον φυλάκιο και μετά οκτάωρον νυκτερινήν, με σκότος αγρίαν και λυσσώδη πάλην να εκδιώξη εκείθεν τον εχθρόν υποστάντα πανωλεθρίαν. Ημείς δε έσχομεν 3 αξιωματικούς νεκρούς μεταξύ των οποίων ο Ταγματάρχης Καραθανάσης και οκτώ τραυματίας και τεσσαράκοντα περίπου οπλίτας νεκρούς και 153 τραυματίας μεταξύ των οποίων και ολίγους αιχμαλώτους. Εις την αιφνιδιαστικήν αυτή επίθεσιν του εχθρού έλαβεν μέρος και, το άκρον δεξιόν του τομέως μας, κατέχον 44ο Πεζ. Σύνταγμα της 5ης Μεραρχίας  όπερ συνέλαβε τριακόσιους περίπου εχθρούς αιχμαλώτους . Τα εγκαταληφθέντα αρχικώς τέσσερα πολυβόλα παρελήφθησαν παρά του εχθρού. Εχθρικόν αεροπλάνον έρριψεν σήμερον επί του τομέως της Μεραρχίας μας προκηρύξεις δι ων μας προτρέπει να παραδοθωμεν και θα μείνωμεν ευχαριστημένοι, κατηγορεί την κυβέρνησιν μας και τον Βασιλέαν μας ότι δια των ιμπεριαλιστικών

HMER-2

κατακτήσεων των, μας οδηγούσιν εις την καταστροφήν._

HMER-3

——–

Το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων είχε διοικητή τον Συνταγματάρχη Νικόλαο Πλαστήρα, ανήκε στην 13η Μεραρχία με διοικητή τον Στρατηγό Κίμωνα Διγενή και αυτή με την σειρά της στο Β Σώμα Στρατού υπό τον Πρίγκιπα Ανδρέα (πεθερό της Βασίλισσας Ελισάβετ της Μεγάλης Βρετανίας και γιο του Βασιλέα των Ελλήνων Γεώργιου του 1ου). Το Β Σ.Σ κατείχε με τις δυνάμεις το νότιο τμήμα του μετώπου στην μάχη του Σαγγάριου ποταμού. Η μάχη που περιγράφεται διεξήχθη στο διάστημα που η επιθετική δράση του Ελληνικού στρατού έχει πάψει και πριν την αποχώρηση από τον Σαγγάριο σε θέσεις δυτικότερα και επί της γενικής γραμμής: Προύσα- Εσκί Σεχήρ- Αφιόν Καραχισάρ- ρους Μαιάνδρου ποταμού.

Το «Εν Γαρδικίω» ευχαριστεί θερμά τον Κύριο Γεώργιο Θεοδώρου Γιαννόπουλο – εγγονό   του   συγγραφέα του ημερολογίου – για την εξαιρετική/πολύτιμη προσφορά του στην ιστορία του Γαρδικιού

1838του Ιωάννη Ε. Κορέλη

Τον Νοέμβριο του 1838, ο μοναχός Κωνσταντίνος τελείωσε τις έξι εικόνες  για το τέμπλο καθώς και τις εικόνες που θα κοσμούσαν την Ωραία Πύλη, και τις πλευρικές θύρες: της Προθέσεως και του Διακονικού. Στις αρχές του  χρόνου, είχε συναντηθεί με τους δυο ιερείς, το πρόεδρο της Κοινότητας και τον πρόεδρο του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ενός ορεινού χωριού της Φθιώτιδας. Είχαν συμφωνήσει στην τιμή και στο χρόνο παράδοσης. Ο Κωνσταντίνος είχε τη φήμη καλού ζωγράφου. Είχε μάθει την τέχνη στο εργαστήριο αγιογραφίας στη Σχολή της Φουρνάς. Διατείνονταν δε, ότι ήταν μαθητής του μεγάλου αγιογράφου Διονυσίου εκ Φουρνά. Υπερέβαλε, γιατί ο Διονύσιος (1670-1746) έζησε πολύ πιο πριν από αυτόν. Μέσα στο σακούλι του όμως πάντα κουβαλούσε μερικές ταλαιπωρημένες σελίδες –κύριος οίδε που τις βρήκε-  από το μοναδικό για την εποχή του βιβλίο «Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης και αι κύριαι πηγαί αυτής» του Διονυσίου.

Το 1983 ανακάλυψα τυχαία πίσω από την Αγία Τράπεζα στο ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, πεταμένες και με κατεστραμμένο μεγάλο μέρος της επιφάνειάς τους από τους ανθρώπους και από την υγρασία τρεις μεγάλου μεγέθους εικόνες. Του Χριστού, της Βρεφοκρατούσας Παναγίας και του Βαπτιστή Ιωάννη. Μου τράβηξε την προσοχή η ποιότητα και ο τρόπος κατασκευής τους, που μαρτυρούσε ότι ο εικονογράφος είχε γνώση της βυζαντινής τεχνικής. Οι κάθετες σανίδες -πιθανόν από καστανιά-  είχαν επίστρωση από γύψο και πάνω εκεί είχε σχεδιαστεί η εικόνα. Εντύπωση μου έκανε και η βυζαντινή αισθητική που αναδύονταν απ’ αυτές. Πιο προσεκτικά παρατηρώντας, στο κάτω μέρος, είδα μια ημερομηνία κι ένα όνομα: «δια χειρός Κωνσταντίνου – 1838».

Τις φωτογράφισα και τις ξανατοποθέτησα στο μέρος που τις βρήκα. Μίλησα τότε γι’ αυτές τις εικόνες, στο Σύλλογο, στους υπεύθυνους της εκκλησίας και σε ανθρώπους της Κοινότητας. Τους εξήγησα πως πρέπει να τις διαφυλάξουμε και να τις συντηρήσουμε. Θα ερμηνεύσω την αδιαφορία τους, εκείνη την εποχή, ως άγνοια της συναισθηματικής, ιστορικής αλλά κυρίως της καλλιτεχνικής αξίας των εικόνων αυτών. Κατά καιρούς μιλούσα στο Συμβούλιο του Συλλόγου και έγραφα στα «Γαρδικιώτικα Χρονικά» για την τις εικόνες. Και όταν ο δρόμος μ’ έφερνε ως το μικρό ξωκλήσι, άναβα ένα κερί, κι έριχνα μια ματιά στο Ιερό για να δω αν παρέμεναν εκεί. Ήταν ακόμη οι εποχές που οι εκκλησίες ήταν ανοιχτές στους πιστούς και κανείς δεν τολμούσε να αφαιρέσει κάτι… Στο μέσον της δεκαετίας του ’90 πληροφορήθηκα ότι τελικά οι εικόνες μεταφέρθηκαν από τον παπά και τους επιτρόπους σε μια από τις εκκλησίες του χωριού. Θεώρησα ότι ήταν πλέον ασφαλείς και δεν ασχολήθηκα άλλο.

Τον Αύγουστο του 2007 σε μια αίθουσα του σχολείου τοποθετήθηκαν μερικά αντικείμενα. «Μουσείο» νομίζω ονομάστηκε! Πίστευα ότι από τα πρώτα πράγματα που θα είχαν θέση σ’ αυτόν το χώρο, θα ήταν οι παλιές εικόνες κι άλλα αντικείμενα από τις εκκλησίες μας. Θα έπρεπε –κατά τη γνώμη μου- να βρίσκονται εκεί οι ξυλόγλυπτες πόρτες της Ωραίας Πύλης, κι αυτές από την παλιά εκκλησία της Παναγίας, πιθανόν τις ίδιας χρονολογίας με τις εικόνες.  Σαπίζουν πεταμένες στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, αλλά τουλάχιστον υπάρχουν μέχρι σήμερα.

Κρίμα!

Προκαλεί απογοήτευση που ιστορία διακοσίων ετών αγνοήθηκε. Ζωγραφικά έργα-αγιογραφίες- μιας εποχής, ενός χώρου και μιας τεχνικής που αποτελεί εδώ και χρόνια, αντικείμενο έρευνας και μελέτης από ειδικούς, καταστρέφονται. Κανείς από τους σημερινούς φιλίστορες γαρδικιώτες δεν έχει ιδέα γι’ αυτόν τον θησαυρό. Η ιστορική τους γνώση για την περιοχή μας, περιορίζεται συνήθως σε δυο σημεία: στον μύθο της εκστρατείας του Γιουσουφ Αράπη στην Οξυά και στον «καλαματιανό» του Άρη με τον Ζέρβα στην πλατεία. Η πορεία ενός χωριού ανάμεσα σ’ έναν μύθο και μια φωτογραφία!

Πριν από μερικούς μήνες μίλησα για τις εικόνες στο Συμβούλιο του Συλλόγου της Αθήνας. Για τον Λαμιώτικο Σύλλογο ούτε καν μου πέρασε απ’ το μυαλό. Αυτοί δουλεύουν άλλα projects. Άλλωστε το ένα Συμβούλιο δεν θέλει να βλέπει το άλλο, οπότε έπρεπε να επιλέξω πλευρά. Το «έπαιξα» Αθήνα! Τους είπα λοιπόν να τις βρούμε, να τις συντηρήσουμε και να τις διαφυλάξουμε. Με κοίταξαν με συγκαταβατικό χαμόγελο. Μουρμούρισαν κάτι «ναι… θα φροντίσουμε, να δούμε και που είναι… μήπως βρίσκονται στην επισκοπή Λαμίας;».

Πριν διακόσια χρόνια! Το 1838! Μόλις έξι χρόνια μετά από την ίδρυση του νέου Ελληνικού κράτους! Φτωχοί Γαρδικιώτες, επιλέγουν έναν από τους καλύτερους αγιογράφους της περιοχής να διακοσμήσει την μικρή εκκλησία του χωριού τους. Το πρώτο και μοναδικό «δημόσιο» κτήριο την εποχή εκείνη, η εκκλησία της Παναγίας, θέλουν να αποτελεί το κόσμημα του τόπου τους. Και κατάφεραν μαζί με την υπέροχη αισθητική να συνυπάρχει και ο ποιμαντικός χαρακτήρας στην τέχνη. Διακόσια χρόνια μετά οι απόγονοι τους, αγοράζουν από το Μοναστηράκι για το «Μουσείο» έτοιμους τσολιάδες και βλαχοπούλες σε τιμή ευκαιρίας για να δείξουν και να διδάξουν στις μελλοντικές γενιές την ιστορία, την πρόοδο, την αισθητική, την πορεία δηλαδή, του χωριού μας μέσα στο χρόνο…

GORGOP-1

Ντίνας Τσαντζάλου

Το Γαρδίκι είναι ξαπλωμένο νωχελικά στην ποδιά της Οξυάς, του βουνού που ανταμώνουν η Φθιώτιδα, η  Ευρυτανία, η Αιτολωακαρνανία και η Φωκίδα. Ένα γύρω βουνά που τρυπάνε με τις κορφές τους τ’ ακροούρανα, στέκουν ακούνητα, φορτωμένα με όσα πάνω τους άφησαν οι αιώνες και διατηρούν ζωντανή την ιστορία του τόπου. Ένα τοπίο με τα πυκνά δάση από βελανιδιές, καστανιές, έλατα, οξυές, τα ποτάμια, οι ρεματιές, τα πλάγια, φτιάχνουν τον πιο όμορφο πίνακα που ζωγραφίζεται στα πρόσωπα των ανθρώπων του. Κοιτάζεις τριγύρω σου και κα νοιώθεις τη σιγουριά της δύναμης, σ’ ένα πραγματικά φυσικό καταφύγιο.

Επί τουρκοκρατίας η Οξυά ήταν το λημέρι των κλεφτών. Την Άνοιξη του 1942 ο Άρης Βελουχιώτης μετά την καλύβα του Στεφανή στη Σπερχειάδα, εγκαταστάθηκε στην Οξυά, με σκοπό τον ένοπλο αγώνα εναντίον των Γερμανών. Οι Γαρδικιώτες, που είχαν συγκροτηθεί στην οργάνωση του ΕΑΜ από τον Ιούλιο του 1941, βοήθησαν υλικά – τροφοδοσία – και ηθικά, έκαναν σοβαρή δουλειά για τη: δημιουργία και συγκρότηση της πρώτης αντάρτικης ομάδας του Άρη Βελουχιώτη.

Την 20η Νοεμβρίου 1942, οι Γαρδικιώτες άκουσαν εμβατήρια και σάλπιγγες, είδαν ελληνικές σημαίες ν’ ανεμίζουν και στρατιώτες να κάνουν παρέλαση στον κεντρικό δρόμο. Ρίγη ενθουσιασμού, συγκίνησης και πατριωτικής έξαρσης προκάλεσε στους χωριανούς μας η εμφάνιση του μικρού στρατού της ελευθερίας και της επαναστατημένης Ελλάδας, σε λίγα λεπτά ολόκληρο το χωριό άντρες, γυναίκες, παιδιά, μικροί, μεγάλοι, με δάκρυα χαράς αγκάλιαζαν και φιλούσαν τους σταυραετούς αντάρτες. Όταν ηρέμησαν έστρωσαν τραπέζια να τους παραθέσουν γεύμα, οι ταβέρνες έψηνα αρνιά, οι νοικοκυρές έφερναν από το σπίτι τους ότι καλύτερο, πίτες, ψωμί, κρασί, τσίπουρο. Αφού έφαγαν εκφωνήθηκαν λόγοι. Πρώτος μίλησε ο Ζέρβας καπετάνιος του ΕΔΕΣ, δεύτερος ο Άγγλος Συνταγματάρχης Κρις Γκουντχάουζ, τρίτος ο Άρης Βελουχιώτης, καπετάνιος του ΕΛΑΣ. Όλοι μιλούσαν  για ένοπλο αγώνα εναντίον των κατακτητών και για την πολυπόθητη λευτεριά. Χειροκροτήματα και «Ζήτω»από τους Γαρδικώτες και τους αντάρτες που ονόμασαν το Γαρδίκι Ομόνοια. Οι τοπικοί οργανοπαίχτες έπαιζαν και ο χορός άρχισε. Ο Έντι Μάγιερς ενθουσιασμένος πήρε μια αναμνηστική φωτογραφία που ευτυχώς σώζεται μέχρι σήμερα. Η συγκέντρωση κράτησε έως αργά. Οι αντάρτες έφυγαν νύχτα.

Την 26η Νοεμβρίου το βράδυ οι Γαρδικιώτες άκουσαν από το B.B.C. την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου που υπήρξε διπλά κορυφαία αντιστασιακή πράξη. Πρώτον καθυστέρησε για ένα μήνα την αποστολή πολεμοφοδίων στον Ρόμελ στη Μέση Ανατολή και δεύτερον ότι υπήρξε αποτέλεσμα συνεργασίας της Ενωμένης Εθνικής Αντίστασης ΕΛΛΑΣ και ΕΔΕΣ, με την συνεργασία των Άγγλων κομάντος. Τον Δεκέμβριο του 1942, ο Βελουχιώτης επέστρεψε στο Γαρδίκι μαζί με τον Τάσο Λευτεριά και ομάδα ανταρτών. Έγινε Γενική Συνέλευση του χωριού και πάρθηκαν οι κάτωθι αποφάσεις.

  1. Καταργήθηκε το διορισμένο από τους Ιταλούς Κοινοτικό Συμβούλιο και ψηφίστηκε νέο
  2. συγκροτήθηκε στο χωριό Λαϊκό Δικαστήριο
  3. Λαϊκή Ασφάλεια και Λαϊκός Επίτροπος
  4. Καταργήθηκε ο Σταθμός Χωροφυλακής. Ο ενωμοτάρχης του σταθμού και οι χωροφύλακες αφού παρέδωσαν τον οπλισμό τους στους ΕΛΑΣίτες έφυγαν.

Κατά το χρονικό διάστημα 1940-44, το Γαρδίκι σήκωσε στους ώμους του  το μεγαλύτερο μέρος του βάρους της Εθνικής Αντίστασης την οποία υπέθαλψε και στήριξε με αίμα και θυσίες. Δεκαπέντε Γαρδικιωτόπουλα έπεσαν υπέρ πατρίδος, είκοσι επτά εντάχθηκαν στον ένοπλο αγώνα του ΕΛΑΣ. Όλοι σχεδόν οι Γαρδικιώτες, γιατροί δικηγόροι, δάσκαλοι, αγρότες ήταν γραμμένοι στις οργανώσεις του ΕΑΜ και προσέφεραν πολλά, καταλύματα, τρόφιμα, μετέφεραν πολεμοφόδια από χωριό σε χωριό με τα ζώα τους, σύνδεσμοι μεταξύ των ανταρτικών ομάδων. Οι γυναίκες ζύμωναν και έψηνα ψωμί, μαγείρευαν, έπλεναν, μπάλωναν και ξεψύριζαν τα ρούχα των ανταρτών εθελοντικά και με ενθουσιασμό. Το καλοκαίρι του 1943, στο Γαρδίκι είχαν την έδρα τους

  1. Η 13η Μεραρχία του ΕΛΑΣ και το Τάγμα Θανάτου
  2. Το αρχηγείο της Συμμαχικής Αποστολής
  3. Νοσοκομείο που διέθετε κρεβάτια για ασθενείς, έναν γιατρό, έναν φοιτητή της Ιατρικής και νοσοκόμες
  4. Η Επιμελητεία του Αντάρτη (ΕΤΑ). Που είχε συγκροτηθεί από επονίτες και επονίτισσες, με σκοπό τον εφοδιασμό των ανταρτών με τρόφιμα.
  5. Ομάδα εθνικής αλληλεγγύης
  6. Στα υψώματα του Γαρδικιού έγιναν ρίψεις πολεμοφοδίων από αεροπλάνα της Μέσης Ανατολής

Από το Γαρδίκι πέρασαν όλοι σχεδόν οι ηγέτες της Εθνικής Αντίστασης. Το καλοκαίρι του 1944 από εξέδρας μίλησε προς τους Γαρδικώτες, ο Επίσκοπος Κοζάνης Ιωακείμ. Οι Γερμανοί με δυο διμοιρίες, τη 12η Αυγούστου 1944 έκαψαν το μισό χωριό. Από τα 265 σπίτια, τα 102 καταστράφηκαν ολοσχερώς και άλλα 5 με πολλές ζημιές. Αυτά έδωσε το Γαρδίκι στην Εθνική Αντίσταση εναντίον των κατακτητών.

——————–

Τα ανωτέρω στοιχεία τα πήρα: Από αφηγήσεις του Θανάση Γαρδίκι, Γιάννη Πρωτοπαπά, Οδυσσέα Τσάντζαλο, Ευθυμιο Φλέγγα και Θέμη Μαρίνο. Από τα γραπτά του Μήτσου Μαλούκου και το βιβλίο «Το χωριό μου το Γαρδίκι» του Λευτέρη Κορέλη

genna-1a

της Δέσποινας ΦούκαΡεζέ

Ένα φθινόπωρο(1) οι γονείς μου άρχισαν τη σπορά του σταριού, από εκείνο το μακρινό χωράφι της Λαούς(2). Ξεκίνησαν καμιά ώρα πρώτου φέξει, μπροστά το ζευγάρι(3), πίσω ο πατέρας σέρνοντας το μουλάρι φορτωμένο τ’ απαραίτητα. Δίπλα του η μάνα μου με την κοιλιά ως πέρα, ήταν ο μέρες της να γεννήσει κι είπαν να προλάβουν.

Τις δυο μέρες δούλεψα καλά, την τρίτη κρέμασαν σύννεφα κι άρχισε να ψιλοβρέχει. Φόρεσαν ότι είχαν, έβαλαν κι από ένα τσουβάλι κατσούλα στο κεφάλι και συνέχιζαν. «Μπόρα είναι θα περάσει», είπαν. Ο πατέρας με το ζευγάρι, η μάνα με τη σκεπαρνιά όσο μπορούσε. Η βροχή αντί να σταματήσει δυνάμωνε, το χώμα λάσπωνε, τα πόδια δεν ξεκόλλαγαν, το ζευγάρι δεν τράβαγε και αναγκάστηκαν να ξεζέψουν και να πάνε στη ταράτσα να στρεχιάσουν. Δεν είχαν κάνει συντήρηση και τα νερά έσταζαν μέσα και μούσκεψαν τα πράγματα τους, οι ίδιοι μούσκεμα ως το κόκαλο. Ο καιρός χειροτέρεψε, άστραψε και βρόνταγε, έριχνε με το τσουκάλι. Πυκνή αντάρα τους τύλιξε δεν έβλεπαν πέρα απ’ τα πέντε μέτρα. Οι γελάδες και το μουλάρι βρεγμένα, τρομαγμένα και νηστικά, έχωναν τα κεφάλια τους μέσα την ταράτσα ζητώντας προστασία.

Τη μάνα μου την έζωσαν οι πόνοι στη μέση και την κοιλιά, που να ακουμπήσει και που να σταθεί… Είχε παγώσει. Ο πατέρας τα ‘χε χαμένα. Αδέξιος και ασυνήθιστος από τέτοιες καταστάσεις, στην ξενιτιά μεγάλωσε. Το μάτι της μάνας έπεσε σε κάτι στεγνά ξυλάκια στη γωνιά. Ανακουφίστηκε. Έκανε νεύμα στον πατέρα μου κι άναψε φωτιά, έφερναν γύρω-γύρω και τα ρούχα άχνιζαν πάνω τους, σα να ‘βγαινε καπνός.

Στέγνωσαν τα τσουράπια, έτριψαν τις λάσπες, τα ξαναφόρεσαν κι έδεσαν σφιχτά στα πόδια τους τα γουρνοτσάρουχα. Οι πόνοι της μάνας καλμάρισαν απ’ τη ζέστα, έβαλαν στο στόμα τους μια χαψιά ψωμί, συνήλθαν. Οι ώρες περνούσαν, τα ξύλα κάηκαν, φωτιά χαμήλωσε. Οι γονείς μου κοιτάζονταν στα μάτια με απόγνωση.

– Τι θα κανουμ’ Θανάση;

– Τι θα κάνουμ’ Αγγελική; Αν ξενυχτήσουμε εδώ τα πράματα θα ψοφήσουν όλη τη νύχτα στη βροχή κι αν πέσει λύκος στο σκοτάδι αλίμονό μας. Σ’ αυτά κρέμεται η ζωή μας.

– Και τούτοι οι πόνοι, έλεγε η μάνα.

– Νύχτα μες την ερημιά, συμπλήρωνε ο πατέρας.

Στα μακρινά σπιτάκια των Μποτσαίων λάλαγαν κοκόρια, προμήνυμα αλλαγής καιρού. Ανακουφίστηκαν. Η βροχή άρχισε να κοπάζει και οι αντάρες τραβιόνταν. Βγήκαν από την ταράτσα, υπολόγισαν μια-δυο ώρες μέρα. Αποφάσισαν να φύγουν, να προλάβουν να βγουν απ’ τον λόγγο και την ανηφόρα προτού σκοτεινιάσει.

Κουκουλώθηκαν, σαλάιξαν τα πράματα στη στράτα, ξεκίνησαν και «ο θεός βοηθός», είπε η μάνα κάνοντας το σταυρό της. Τα γουρνοτσάρουχα γλίστραγαν στη λάσπη και την ανηφόρα κι αντί μπροστά πήγαιναν πίσω. Ο πατέρας τράβαγε τη μάνα απ’ το χέρι, γλιστρώντας και πέφτοντας ποτ’ ο ένας ποτ’ ο άλλος. Πιάνονταν απ’ τις ουρές των ζώων, απ’ τους φράχτες και τα χαμόκλαρα, μπήχνοντας τα ματσούκια τους στη γη. Για να ‘μπαινε καβάλα στο μουλάρι, η μάνα, ούτε χώραγε στο σαμάρι, ούτε ήταν λογικό γιατί κι αυτό γλίστραγε, αν την έριχνε θα χάνονταν δυο ζωές.

Ο δρόμος δεν χτούραγε, η ώρα περνούσε, η βροχή συνέχιζε, η αντάρα κι ο λόγγος τους τύλιξαν στο σκοτάδι. Άναψαν το λαδοφάναρο, ο αέρας το ‘σβηνε κι όλο το άναβαν. Κάποτε βγήκαν στον αι Θόδωρο. Αγνάντεψαν το χωριό, δεν φώτιζε παράθυρο, ποιος ξέρει τι ώρα να ‘ταν! Πήρανε τον κατήφορο και νόμιζαν καλύτερα.

Μα όχι η μάνα, νόμιζε ότι θα τις πέσει η κοιλιά, την κρατούσε με τα δυο της χέρια. Οι πόνοι αβάσταχτοι, έσφιγγε τα δόντια, δάγκωνε τα χείλη. Ο πατέρας πάντα δίπλα, αμίλητες σκιές μέσα στο σκοτάδι, σαν φαντάσματα.

Σαν έφτασαν στο σπίτι, ο πατέρας έτρεξε στην κάτω γειτονιά κι έφερε τη γριούλα μαμή. Όταν είδε την γκαστρωμένη τρόμαξε. Ξύπνησε κι η γιαγιά Γιαννούλα, άναψαν φωτιά, της έβγαλαν τα βρεγμένα ρούχα που έσταζαν νερό, έστρωσαν δίπλα στο τζάκι, την ξάπλωσαν και την γύριζαν σαν αρνί στη σούβλα να ζεσταθεί από παντού. Ήταν παγωμένη και σπάραζε απ’ τους πόνους. Το παιδί είχε πέσει χαμηλά, η έγκυος εξαντλημένη δεν έκανε καμιά προσπάθεια, και το χειρότερο, η γιαγιά μαμή (πρακτική), διαπίστωσε πως το παιδί έρχονταν ανάποδα, με τα πόδια αντί με το κεφάλι. Σήκωσαν την έγκυο όρθια, ο πατέρας την κρατούσε απ’ τις μασχάλες κι η μαμή γονατιστή πάλευε να γυρίσει το παιδί, πράγμα αδύνατο.

Βγήκαν τα ποδαράκια, σιγά-σιγά γλίστρησε το κορμάκι, μετά τίποτα, κρέμονταν απ’ το λαιμό. Έξω μαύρα μεσάνυχτα, άστραφτε και βρόνταγε κι ο αέρας μούγκριζε. Κατ’ απ’ το λιγοστό φως του λυχναριού, ανθρώπινες σκιές χλωμές σαν το κερί, πάλευαν να σώσουν μάνα και παιδί που χαροπάλευαν.

Η δόλια μάνα, μάζεψε τις τελευταίες της δυνάμεις να βγάλει το κεφαλάκι του μωρού που κινδύνευε να πνιγεί… Δυστυχώς, το κορμάκι έπεσε χωρίς το κεφάλι. Το παιδάκι χάθηκε μα κι η μάνα κινδύνευσε.

– Τα παιδάκια μου θα μείνουν ορφανά, είπε και σωριάστηκε στο πάτωμα.

Η γριούλα μαμή που είχαν δει πολλά τα μάτια της, δεν τα έχασε.

– Τρέξτε, φέρτε την καναβδιά, φώναξε.

Δώδεκα οριές χοντρό σκοινί που φόρτωναν το μουλάρι.

Σήκωσαν όρθια τη μάνα, τύλιξαν γρήγορα και σφιχτά το σκοινί, από πάνω προς τα κάτω, σ’ όλη τη κοιλιά της δίνοντας της συγχρόνως μια μεγάλη μπουκάλα να φυσάει μέσα, με όλη της τη δύναμη. Το κεφαλάκι του μωρού πετάχτηκε κι έπεσε κάτω σαν μπαλίτσα. Χίλια και άλλα εύγε στη γριούλα μαμή. Οι γυναίκες απ’ την ώρα που έμεναν έγκυες, έβαζαν το ένα πόδι στον τάφο, έλεγαν.

———————-

  1. Όπως η ίδια αφηγούνταν αυτό συνέβηκε το 1915
  2. Λαού. Περιοχή στα ανατολικά της κορυφής του Αι Θόδωρου.
  3. Ζευγάρι λέγονταν τα δυο ζώα που τραβούσαν το άροτρο με το οποίο όργωναν τα χωράφια.