Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

HMER-0

Από το ημερολόγιο εκστρατείας του Έφεδρου Λοχία στο έφιππο τμήμα του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων Γεώργιου Αναστασίου Γιαννόπουλου από το Καραμανώλι (νυν Γλυφάδα)Πυλίας Μεσσηνίας (1893-1944).

25η Αυγούστου

(σημείωση: με το νέο ημερολόγιο 7.9.1921)

Την νύκτα και περί ώραν μία μετά το μεσονύχτιον, ο εχθρός ενήργησε αιφνιδιασμόν εφ όλου του τομέως του νοτίου μετώπου. Το 1ον Τάγμα του Συντάγματος μας (σημείωση: 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων) κατέχων τας προφυλακάς, είχε επί τινος προκεχωρημένου φυλακίου προς φύλαξιν του τον 2ον λόχον όστις κυκλωθείς και μη βλέπων ενισχύσεις, αφού αντέταξε ισχυράν άμυναν και ήλθεν εις μετά του εχθρού ηναγκάσθη να υποχωρήση, εγκαταλείψας τους μέχρι τότε τραυματίας και νεκρούς και δύο οπλοπολυβόλα εύχρηστα ως και δύο κατεστραμμένα από τα εχθρικάς οβίδας. Κατερχόμενοι όμως του υψώματος και φεύγοντες ατάκτως, συνήντησαν τους έτερους δύο λόχους του τάγματος μεταβαίνοντας προς ενίσχυσιν του, ο εχθρός όμως είχε ακολουθήσει τον λόχον  υποχωρούντα μαχόμενον. Ενεπλάκη εις την πάλην ολόκληρον το τάγμα και η μάχη διεξήγετο στήθος  προς στήθος δια της λόγχης αγρία και φονικωτάτη. Τα πυρά πεζικού εβόϊζον αδιάκοπα κελαϊδουντα μια φρικτή τραγωδία και το πυροβολικόν με τον εκκωφαντικόν του κρότον συνταράσσει τον τόπον. Ο Ταγματάρχης Καραθανάσης Γεώργιος ανδρέιος γέρων μετ αφαντάστου ηρωισμού δίδων το παράδειγμα πρώτος αυτός εις τους άνδρας του, αρπάζει το όπλον φονευθέντος στρατιώτου του, εφορμών δια της λόγχης κατά του εχθρού και φονεύει δύο, έτερος Τούρκος επιτίθεται κατά του ακαταβλήτου ήρωος, αλλά ο υπηρέτης του Ταγματάρχου προλαμβάνει και φονεύει τον Τούρκον. Έτερος Τούρκος εν τω μεταξύ μέσα σαυτή την

HMER-1

παραζάλη και στην σπαρακτική τραγωδία, δια της λόγχης του ξεσχίζει τα γεροντικάς σάρκας, αυτού του ημίθεου προς απόγνωσιν και μεγάλην λύπην των ανδρών του Τάγματος. Κατόρθωσε το τάγμα μας αυτό να ανακαταλάβει δια της λόγχης το προκεχωρημένον φυλάκιο και μετά οκτάωρον νυκτερινήν, με σκότος αγρίαν και λυσσώδη πάλην να εκδιώξη εκείθεν τον εχθρόν υποστάντα πανωλεθρίαν. Ημείς δε έσχομεν 3 αξιωματικούς νεκρούς μεταξύ των οποίων ο Ταγματάρχης Καραθανάσης και οκτώ τραυματίας και τεσσαράκοντα περίπου οπλίτας νεκρούς και 153 τραυματίας μεταξύ των οποίων και ολίγους αιχμαλώτους. Εις την αιφνιδιαστικήν αυτή επίθεσιν του εχθρού έλαβεν μέρος και, το άκρον δεξιόν του τομέως μας, κατέχον 44ο Πεζ. Σύνταγμα της 5ης Μεραρχίας  όπερ συνέλαβε τριακόσιους περίπου εχθρούς αιχμαλώτους . Τα εγκαταληφθέντα αρχικώς τέσσερα πολυβόλα παρελήφθησαν παρά του εχθρού. Εχθρικόν αεροπλάνον έρριψεν σήμερον επί του τομέως της Μεραρχίας μας προκηρύξεις δι ων μας προτρέπει να παραδοθωμεν και θα μείνωμεν ευχαριστημένοι, κατηγορεί την κυβέρνησιν μας και τον Βασιλέαν μας ότι δια των ιμπεριαλιστικών

HMER-2

κατακτήσεων των, μας οδηγούσιν εις την καταστροφήν._

HMER-3

——–

Το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων είχε διοικητή τον Συνταγματάρχη Νικόλαο Πλαστήρα, ανήκε στην 13η Μεραρχία με διοικητή τον Στρατηγό Κίμωνα Διγενή και αυτή με την σειρά της στο Β Σώμα Στρατού υπό τον Πρίγκιπα Ανδρέα (πεθερό της Βασίλισσας Ελισάβετ της Μεγάλης Βρετανίας και γιο του Βασιλέα των Ελλήνων Γεώργιου του 1ου). Το Β Σ.Σ κατείχε με τις δυνάμεις το νότιο τμήμα του μετώπου στην μάχη του Σαγγάριου ποταμού. Η μάχη που περιγράφεται διεξήχθη στο διάστημα που η επιθετική δράση του Ελληνικού στρατού έχει πάψει και πριν την αποχώρηση από τον Σαγγάριο σε θέσεις δυτικότερα και επί της γενικής γραμμής: Προύσα- Εσκί Σεχήρ- Αφιόν Καραχισάρ- ρους Μαιάνδρου ποταμού.

Το «Εν Γαρδικίω» ευχαριστεί θερμά τον Κύριο Γεώργιο Θεοδώρου Γιαννόπουλο – εγγονό   του   συγγραφέα του ημερολογίου – για την εξαιρετική/πολύτιμη προσφορά του στην ιστορία του Γαρδικιού

Advertisements

1838του Ιωάννη Ε. Κορέλη

Τον Νοέμβριο του 1838, ο μοναχός Κωνσταντίνος τελείωσε τις έξι εικόνες  για το τέμπλο καθώς και τις εικόνες που θα κοσμούσαν την Ωραία Πύλη, και τις πλευρικές θύρες: της Προθέσεως και του Διακονικού. Στις αρχές του  χρόνου, είχε συναντηθεί με τους δυο ιερείς, το πρόεδρο της Κοινότητας και τον πρόεδρο του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ενός ορεινού χωριού της Φθιώτιδας. Είχαν συμφωνήσει στην τιμή και στο χρόνο παράδοσης. Ο Κωνσταντίνος είχε τη φήμη καλού ζωγράφου. Είχε μάθει την τέχνη στο εργαστήριο αγιογραφίας στη Σχολή της Φουρνάς. Διατείνονταν δε, ότι ήταν μαθητής του μεγάλου αγιογράφου Διονυσίου εκ Φουρνά. Υπερέβαλε, γιατί ο Διονύσιος (1670-1746) έζησε πολύ πιο πριν από αυτόν. Μέσα στο σακούλι του όμως πάντα κουβαλούσε μερικές ταλαιπωρημένες σελίδες –κύριος οίδε που τις βρήκε-  από το μοναδικό για την εποχή του βιβλίο «Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης και αι κύριαι πηγαί αυτής» του Διονυσίου.

Το 1983 ανακάλυψα τυχαία πίσω από την Αγία Τράπεζα στο ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, πεταμένες και με κατεστραμμένο μεγάλο μέρος της επιφάνειάς τους από τους ανθρώπους και από την υγρασία τρεις μεγάλου μεγέθους εικόνες. Του Χριστού, της Βρεφοκρατούσας Παναγίας και του Βαπτιστή Ιωάννη. Μου τράβηξε την προσοχή η ποιότητα και ο τρόπος κατασκευής τους, που μαρτυρούσε ότι ο εικονογράφος είχε γνώση της βυζαντινής τεχνικής. Οι κάθετες σανίδες -πιθανόν από καστανιά-  είχαν επίστρωση από γύψο και πάνω εκεί είχε σχεδιαστεί η εικόνα. Εντύπωση μου έκανε και η βυζαντινή αισθητική που αναδύονταν απ’ αυτές. Πιο προσεκτικά παρατηρώντας, στο κάτω μέρος, είδα μια ημερομηνία κι ένα όνομα: «δια χειρός Κωνσταντίνου – 1838».

Τις φωτογράφισα και τις ξανατοποθέτησα στο μέρος που τις βρήκα. Μίλησα τότε γι’ αυτές τις εικόνες, στο Σύλλογο, στους υπεύθυνους της εκκλησίας και σε ανθρώπους της Κοινότητας. Τους εξήγησα πως πρέπει να τις διαφυλάξουμε και να τις συντηρήσουμε. Θα ερμηνεύσω την αδιαφορία τους, εκείνη την εποχή, ως άγνοια της συναισθηματικής, ιστορικής αλλά κυρίως της καλλιτεχνικής αξίας των εικόνων αυτών. Κατά καιρούς μιλούσα στο Συμβούλιο του Συλλόγου και έγραφα στα «Γαρδικιώτικα Χρονικά» για την τις εικόνες. Και όταν ο δρόμος μ’ έφερνε ως το μικρό ξωκλήσι, άναβα ένα κερί, κι έριχνα μια ματιά στο Ιερό για να δω αν παρέμεναν εκεί. Ήταν ακόμη οι εποχές που οι εκκλησίες ήταν ανοιχτές στους πιστούς και κανείς δεν τολμούσε να αφαιρέσει κάτι… Στο μέσον της δεκαετίας του ’90 πληροφορήθηκα ότι τελικά οι εικόνες μεταφέρθηκαν από τον παπά και τους επιτρόπους σε μια από τις εκκλησίες του χωριού. Θεώρησα ότι ήταν πλέον ασφαλείς και δεν ασχολήθηκα άλλο.

Τον Αύγουστο του 2007 σε μια αίθουσα του σχολείου τοποθετήθηκαν μερικά αντικείμενα. «Μουσείο» νομίζω ονομάστηκε! Πίστευα ότι από τα πρώτα πράγματα που θα είχαν θέση σ’ αυτόν το χώρο, θα ήταν οι παλιές εικόνες κι άλλα αντικείμενα από τις εκκλησίες μας. Θα έπρεπε –κατά τη γνώμη μου- να βρίσκονται εκεί οι ξυλόγλυπτες πόρτες της Ωραίας Πύλης, κι αυτές από την παλιά εκκλησία της Παναγίας, πιθανόν τις ίδιας χρονολογίας με τις εικόνες.  Σαπίζουν πεταμένες στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, αλλά τουλάχιστον υπάρχουν μέχρι σήμερα.

Κρίμα!

Προκαλεί απογοήτευση που ιστορία διακοσίων ετών αγνοήθηκε. Ζωγραφικά έργα-αγιογραφίες- μιας εποχής, ενός χώρου και μιας τεχνικής που αποτελεί εδώ και χρόνια, αντικείμενο έρευνας και μελέτης από ειδικούς, καταστρέφονται. Κανείς από τους σημερινούς φιλίστορες γαρδικιώτες δεν έχει ιδέα γι’ αυτόν τον θησαυρό. Η ιστορική τους γνώση για την περιοχή μας, περιορίζεται συνήθως σε δυο σημεία: στον μύθο της εκστρατείας του Γιουσουφ Αράπη στην Οξυά και στον «καλαματιανό» του Άρη με τον Ζέρβα στην πλατεία. Η πορεία ενός χωριού ανάμεσα σ’ έναν μύθο και μια φωτογραφία!

Πριν από μερικούς μήνες μίλησα για τις εικόνες στο Συμβούλιο του Συλλόγου της Αθήνας. Για τον Λαμιώτικο Σύλλογο ούτε καν μου πέρασε απ’ το μυαλό. Αυτοί δουλεύουν άλλα projects. Άλλωστε το ένα Συμβούλιο δεν θέλει να βλέπει το άλλο, οπότε έπρεπε να επιλέξω πλευρά. Το «έπαιξα» Αθήνα! Τους είπα λοιπόν να τις βρούμε, να τις συντηρήσουμε και να τις διαφυλάξουμε. Με κοίταξαν με συγκαταβατικό χαμόγελο. Μουρμούρισαν κάτι «ναι… θα φροντίσουμε, να δούμε και που είναι… μήπως βρίσκονται στην επισκοπή Λαμίας;».

Πριν διακόσια χρόνια! Το 1838! Μόλις έξι χρόνια μετά από την ίδρυση του νέου Ελληνικού κράτους! Φτωχοί Γαρδικιώτες, επιλέγουν έναν από τους καλύτερους αγιογράφους της περιοχής να διακοσμήσει την μικρή εκκλησία του χωριού τους. Το πρώτο και μοναδικό «δημόσιο» κτήριο την εποχή εκείνη, η εκκλησία της Παναγίας, θέλουν να αποτελεί το κόσμημα του τόπου τους. Και κατάφεραν μαζί με την υπέροχη αισθητική να συνυπάρχει και ο ποιμαντικός χαρακτήρας στην τέχνη. Διακόσια χρόνια μετά οι απόγονοι τους, αγοράζουν από το Μοναστηράκι για το «Μουσείο» έτοιμους τσολιάδες και βλαχοπούλες σε τιμή ευκαιρίας για να δείξουν και να διδάξουν στις μελλοντικές γενιές την ιστορία, την πρόοδο, την αισθητική, την πορεία δηλαδή, του χωριού μας μέσα στο χρόνο…

GORGOP-1

Ντίνας Τσαντζάλου

Το Γαρδίκι είναι ξαπλωμένο νωχελικά στην ποδιά της Οξυάς, του βουνού που ανταμώνουν η Φθιώτιδα, η  Ευρυτανία, η Αιτολωακαρνανία και η Φωκίδα. Ένα γύρω βουνά που τρυπάνε με τις κορφές τους τ’ ακροούρανα, στέκουν ακούνητα, φορτωμένα με όσα πάνω τους άφησαν οι αιώνες και διατηρούν ζωντανή την ιστορία του τόπου. Ένα τοπίο με τα πυκνά δάση από βελανιδιές, καστανιές, έλατα, οξυές, τα ποτάμια, οι ρεματιές, τα πλάγια, φτιάχνουν τον πιο όμορφο πίνακα που ζωγραφίζεται στα πρόσωπα των ανθρώπων του. Κοιτάζεις τριγύρω σου και κα νοιώθεις τη σιγουριά της δύναμης, σ’ ένα πραγματικά φυσικό καταφύγιο.

Επί τουρκοκρατίας η Οξυά ήταν το λημέρι των κλεφτών. Την Άνοιξη του 1942 ο Άρης Βελουχιώτης μετά την καλύβα του Στεφανή στη Σπερχειάδα, εγκαταστάθηκε στην Οξυά, με σκοπό τον ένοπλο αγώνα εναντίον των Γερμανών. Οι Γαρδικιώτες, που είχαν συγκροτηθεί στην οργάνωση του ΕΑΜ από τον Ιούλιο του 1941, βοήθησαν υλικά – τροφοδοσία – και ηθικά, έκαναν σοβαρή δουλειά για τη: δημιουργία και συγκρότηση της πρώτης αντάρτικης ομάδας του Άρη Βελουχιώτη.

Την 20η Νοεμβρίου 1942, οι Γαρδικιώτες άκουσαν εμβατήρια και σάλπιγγες, είδαν ελληνικές σημαίες ν’ ανεμίζουν και στρατιώτες να κάνουν παρέλαση στον κεντρικό δρόμο. Ρίγη ενθουσιασμού, συγκίνησης και πατριωτικής έξαρσης προκάλεσε στους χωριανούς μας η εμφάνιση του μικρού στρατού της ελευθερίας και της επαναστατημένης Ελλάδας, σε λίγα λεπτά ολόκληρο το χωριό άντρες, γυναίκες, παιδιά, μικροί, μεγάλοι, με δάκρυα χαράς αγκάλιαζαν και φιλούσαν τους σταυραετούς αντάρτες. Όταν ηρέμησαν έστρωσαν τραπέζια να τους παραθέσουν γεύμα, οι ταβέρνες έψηνα αρνιά, οι νοικοκυρές έφερναν από το σπίτι τους ότι καλύτερο, πίτες, ψωμί, κρασί, τσίπουρο. Αφού έφαγαν εκφωνήθηκαν λόγοι. Πρώτος μίλησε ο Ζέρβας καπετάνιος του ΕΔΕΣ, δεύτερος ο Άγγλος Συνταγματάρχης Κρις Γκουντχάουζ, τρίτος ο Άρης Βελουχιώτης, καπετάνιος του ΕΛΑΣ. Όλοι μιλούσαν  για ένοπλο αγώνα εναντίον των κατακτητών και για την πολυπόθητη λευτεριά. Χειροκροτήματα και «Ζήτω»από τους Γαρδικώτες και τους αντάρτες που ονόμασαν το Γαρδίκι Ομόνοια. Οι τοπικοί οργανοπαίχτες έπαιζαν και ο χορός άρχισε. Ο Έντι Μάγιερς ενθουσιασμένος πήρε μια αναμνηστική φωτογραφία που ευτυχώς σώζεται μέχρι σήμερα. Η συγκέντρωση κράτησε έως αργά. Οι αντάρτες έφυγαν νύχτα.

Την 26η Νοεμβρίου το βράδυ οι Γαρδικιώτες άκουσαν από το B.B.C. την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου που υπήρξε διπλά κορυφαία αντιστασιακή πράξη. Πρώτον καθυστέρησε για ένα μήνα την αποστολή πολεμοφοδίων στον Ρόμελ στη Μέση Ανατολή και δεύτερον ότι υπήρξε αποτέλεσμα συνεργασίας της Ενωμένης Εθνικής Αντίστασης ΕΛΛΑΣ και ΕΔΕΣ, με την συνεργασία των Άγγλων κομάντος. Τον Δεκέμβριο του 1942, ο Βελουχιώτης επέστρεψε στο Γαρδίκι μαζί με τον Τάσο Λευτεριά και ομάδα ανταρτών. Έγινε Γενική Συνέλευση του χωριού και πάρθηκαν οι κάτωθι αποφάσεις.

  1. Καταργήθηκε το διορισμένο από τους Ιταλούς Κοινοτικό Συμβούλιο και ψηφίστηκε νέο
  2. συγκροτήθηκε στο χωριό Λαϊκό Δικαστήριο
  3. Λαϊκή Ασφάλεια και Λαϊκός Επίτροπος
  4. Καταργήθηκε ο Σταθμός Χωροφυλακής. Ο ενωμοτάρχης του σταθμού και οι χωροφύλακες αφού παρέδωσαν τον οπλισμό τους στους ΕΛΑΣίτες έφυγαν.

Κατά το χρονικό διάστημα 1940-44, το Γαρδίκι σήκωσε στους ώμους του  το μεγαλύτερο μέρος του βάρους της Εθνικής Αντίστασης την οποία υπέθαλψε και στήριξε με αίμα και θυσίες. Δεκαπέντε Γαρδικιωτόπουλα έπεσαν υπέρ πατρίδος, είκοσι επτά εντάχθηκαν στον ένοπλο αγώνα του ΕΛΑΣ. Όλοι σχεδόν οι Γαρδικιώτες, γιατροί δικηγόροι, δάσκαλοι, αγρότες ήταν γραμμένοι στις οργανώσεις του ΕΑΜ και προσέφεραν πολλά, καταλύματα, τρόφιμα, μετέφεραν πολεμοφόδια από χωριό σε χωριό με τα ζώα τους, σύνδεσμοι μεταξύ των ανταρτικών ομάδων. Οι γυναίκες ζύμωναν και έψηνα ψωμί, μαγείρευαν, έπλεναν, μπάλωναν και ξεψύριζαν τα ρούχα των ανταρτών εθελοντικά και με ενθουσιασμό. Το καλοκαίρι του 1943, στο Γαρδίκι είχαν την έδρα τους

  1. Η 13η Μεραρχία του ΕΛΑΣ και το Τάγμα Θανάτου
  2. Το αρχηγείο της Συμμαχικής Αποστολής
  3. Νοσοκομείο που διέθετε κρεβάτια για ασθενείς, έναν γιατρό, έναν φοιτητή της Ιατρικής και νοσοκόμες
  4. Η Επιμελητεία του Αντάρτη (ΕΤΑ). Που είχε συγκροτηθεί από επονίτες και επονίτισσες, με σκοπό τον εφοδιασμό των ανταρτών με τρόφιμα.
  5. Ομάδα εθνικής αλληλεγγύης
  6. Στα υψώματα του Γαρδικιού έγιναν ρίψεις πολεμοφοδίων από αεροπλάνα της Μέσης Ανατολής

Από το Γαρδίκι πέρασαν όλοι σχεδόν οι ηγέτες της Εθνικής Αντίστασης. Το καλοκαίρι του 1944 από εξέδρας μίλησε προς τους Γαρδικώτες, ο Επίσκοπος Κοζάνης Ιωακείμ. Οι Γερμανοί με δυο διμοιρίες, τη 12η Αυγούστου 1944 έκαψαν το μισό χωριό. Από τα 265 σπίτια, τα 102 καταστράφηκαν ολοσχερώς και άλλα 5 με πολλές ζημιές. Αυτά έδωσε το Γαρδίκι στην Εθνική Αντίσταση εναντίον των κατακτητών.

——————–

Τα ανωτέρω στοιχεία τα πήρα: Από αφηγήσεις του Θανάση Γαρδίκι, Γιάννη Πρωτοπαπά, Οδυσσέα Τσάντζαλο, Ευθυμιο Φλέγγα και Θέμη Μαρίνο. Από τα γραπτά του Μήτσου Μαλούκου και το βιβλίο «Το χωριό μου το Γαρδίκι» του Λευτέρη Κορέλη

genna-1a

της Δέσποινας ΦούκαΡεζέ

Ένα φθινόπωρο(1) οι γονείς μου άρχισαν τη σπορά του σταριού, από εκείνο το μακρινό χωράφι της Λαούς(2). Ξεκίνησαν καμιά ώρα πρώτου φέξει, μπροστά το ζευγάρι(3), πίσω ο πατέρας σέρνοντας το μουλάρι φορτωμένο τ’ απαραίτητα. Δίπλα του η μάνα μου με την κοιλιά ως πέρα, ήταν ο μέρες της να γεννήσει κι είπαν να προλάβουν.

Τις δυο μέρες δούλεψα καλά, την τρίτη κρέμασαν σύννεφα κι άρχισε να ψιλοβρέχει. Φόρεσαν ότι είχαν, έβαλαν κι από ένα τσουβάλι κατσούλα στο κεφάλι και συνέχιζαν. «Μπόρα είναι θα περάσει», είπαν. Ο πατέρας με το ζευγάρι, η μάνα με τη σκεπαρνιά όσο μπορούσε. Η βροχή αντί να σταματήσει δυνάμωνε, το χώμα λάσπωνε, τα πόδια δεν ξεκόλλαγαν, το ζευγάρι δεν τράβαγε και αναγκάστηκαν να ξεζέψουν και να πάνε στη ταράτσα να στρεχιάσουν. Δεν είχαν κάνει συντήρηση και τα νερά έσταζαν μέσα και μούσκεψαν τα πράγματα τους, οι ίδιοι μούσκεμα ως το κόκαλο. Ο καιρός χειροτέρεψε, άστραψε και βρόνταγε, έριχνε με το τσουκάλι. Πυκνή αντάρα τους τύλιξε δεν έβλεπαν πέρα απ’ τα πέντε μέτρα. Οι γελάδες και το μουλάρι βρεγμένα, τρομαγμένα και νηστικά, έχωναν τα κεφάλια τους μέσα την ταράτσα ζητώντας προστασία.

Τη μάνα μου την έζωσαν οι πόνοι στη μέση και την κοιλιά, που να ακουμπήσει και που να σταθεί… Είχε παγώσει. Ο πατέρας τα ‘χε χαμένα. Αδέξιος και ασυνήθιστος από τέτοιες καταστάσεις, στην ξενιτιά μεγάλωσε. Το μάτι της μάνας έπεσε σε κάτι στεγνά ξυλάκια στη γωνιά. Ανακουφίστηκε. Έκανε νεύμα στον πατέρα μου κι άναψε φωτιά, έφερναν γύρω-γύρω και τα ρούχα άχνιζαν πάνω τους, σα να ‘βγαινε καπνός.

Στέγνωσαν τα τσουράπια, έτριψαν τις λάσπες, τα ξαναφόρεσαν κι έδεσαν σφιχτά στα πόδια τους τα γουρνοτσάρουχα. Οι πόνοι της μάνας καλμάρισαν απ’ τη ζέστα, έβαλαν στο στόμα τους μια χαψιά ψωμί, συνήλθαν. Οι ώρες περνούσαν, τα ξύλα κάηκαν, φωτιά χαμήλωσε. Οι γονείς μου κοιτάζονταν στα μάτια με απόγνωση.

– Τι θα κανουμ’ Θανάση;

– Τι θα κάνουμ’ Αγγελική; Αν ξενυχτήσουμε εδώ τα πράματα θα ψοφήσουν όλη τη νύχτα στη βροχή κι αν πέσει λύκος στο σκοτάδι αλίμονό μας. Σ’ αυτά κρέμεται η ζωή μας.

– Και τούτοι οι πόνοι, έλεγε η μάνα.

– Νύχτα μες την ερημιά, συμπλήρωνε ο πατέρας.

Στα μακρινά σπιτάκια των Μποτσαίων λάλαγαν κοκόρια, προμήνυμα αλλαγής καιρού. Ανακουφίστηκαν. Η βροχή άρχισε να κοπάζει και οι αντάρες τραβιόνταν. Βγήκαν από την ταράτσα, υπολόγισαν μια-δυο ώρες μέρα. Αποφάσισαν να φύγουν, να προλάβουν να βγουν απ’ τον λόγγο και την ανηφόρα προτού σκοτεινιάσει.

Κουκουλώθηκαν, σαλάιξαν τα πράματα στη στράτα, ξεκίνησαν και «ο θεός βοηθός», είπε η μάνα κάνοντας το σταυρό της. Τα γουρνοτσάρουχα γλίστραγαν στη λάσπη και την ανηφόρα κι αντί μπροστά πήγαιναν πίσω. Ο πατέρας τράβαγε τη μάνα απ’ το χέρι, γλιστρώντας και πέφτοντας ποτ’ ο ένας ποτ’ ο άλλος. Πιάνονταν απ’ τις ουρές των ζώων, απ’ τους φράχτες και τα χαμόκλαρα, μπήχνοντας τα ματσούκια τους στη γη. Για να ‘μπαινε καβάλα στο μουλάρι, η μάνα, ούτε χώραγε στο σαμάρι, ούτε ήταν λογικό γιατί κι αυτό γλίστραγε, αν την έριχνε θα χάνονταν δυο ζωές.

Ο δρόμος δεν χτούραγε, η ώρα περνούσε, η βροχή συνέχιζε, η αντάρα κι ο λόγγος τους τύλιξαν στο σκοτάδι. Άναψαν το λαδοφάναρο, ο αέρας το ‘σβηνε κι όλο το άναβαν. Κάποτε βγήκαν στον αι Θόδωρο. Αγνάντεψαν το χωριό, δεν φώτιζε παράθυρο, ποιος ξέρει τι ώρα να ‘ταν! Πήρανε τον κατήφορο και νόμιζαν καλύτερα.

Μα όχι η μάνα, νόμιζε ότι θα τις πέσει η κοιλιά, την κρατούσε με τα δυο της χέρια. Οι πόνοι αβάσταχτοι, έσφιγγε τα δόντια, δάγκωνε τα χείλη. Ο πατέρας πάντα δίπλα, αμίλητες σκιές μέσα στο σκοτάδι, σαν φαντάσματα.

Σαν έφτασαν στο σπίτι, ο πατέρας έτρεξε στην κάτω γειτονιά κι έφερε τη γριούλα μαμή. Όταν είδε την γκαστρωμένη τρόμαξε. Ξύπνησε κι η γιαγιά Γιαννούλα, άναψαν φωτιά, της έβγαλαν τα βρεγμένα ρούχα που έσταζαν νερό, έστρωσαν δίπλα στο τζάκι, την ξάπλωσαν και την γύριζαν σαν αρνί στη σούβλα να ζεσταθεί από παντού. Ήταν παγωμένη και σπάραζε απ’ τους πόνους. Το παιδί είχε πέσει χαμηλά, η έγκυος εξαντλημένη δεν έκανε καμιά προσπάθεια, και το χειρότερο, η γιαγιά μαμή (πρακτική), διαπίστωσε πως το παιδί έρχονταν ανάποδα, με τα πόδια αντί με το κεφάλι. Σήκωσαν την έγκυο όρθια, ο πατέρας την κρατούσε απ’ τις μασχάλες κι η μαμή γονατιστή πάλευε να γυρίσει το παιδί, πράγμα αδύνατο.

Βγήκαν τα ποδαράκια, σιγά-σιγά γλίστρησε το κορμάκι, μετά τίποτα, κρέμονταν απ’ το λαιμό. Έξω μαύρα μεσάνυχτα, άστραφτε και βρόνταγε κι ο αέρας μούγκριζε. Κατ’ απ’ το λιγοστό φως του λυχναριού, ανθρώπινες σκιές χλωμές σαν το κερί, πάλευαν να σώσουν μάνα και παιδί που χαροπάλευαν.

Η δόλια μάνα, μάζεψε τις τελευταίες της δυνάμεις να βγάλει το κεφαλάκι του μωρού που κινδύνευε να πνιγεί… Δυστυχώς, το κορμάκι έπεσε χωρίς το κεφάλι. Το παιδάκι χάθηκε μα κι η μάνα κινδύνευσε.

– Τα παιδάκια μου θα μείνουν ορφανά, είπε και σωριάστηκε στο πάτωμα.

Η γριούλα μαμή που είχαν δει πολλά τα μάτια της, δεν τα έχασε.

– Τρέξτε, φέρτε την καναβδιά, φώναξε.

Δώδεκα οριές χοντρό σκοινί που φόρτωναν το μουλάρι.

Σήκωσαν όρθια τη μάνα, τύλιξαν γρήγορα και σφιχτά το σκοινί, από πάνω προς τα κάτω, σ’ όλη τη κοιλιά της δίνοντας της συγχρόνως μια μεγάλη μπουκάλα να φυσάει μέσα, με όλη της τη δύναμη. Το κεφαλάκι του μωρού πετάχτηκε κι έπεσε κάτω σαν μπαλίτσα. Χίλια και άλλα εύγε στη γριούλα μαμή. Οι γυναίκες απ’ την ώρα που έμεναν έγκυες, έβαζαν το ένα πόδι στον τάφο, έλεγαν.

———————-

  1. Όπως η ίδια αφηγούνταν αυτό συνέβηκε το 1915
  2. Λαού. Περιοχή στα ανατολικά της κορυφής του Αι Θόδωρου.
  3. Ζευγάρι λέγονταν τα δυο ζώα που τραβούσαν το άροτρο με το οποίο όργωναν τα χωράφια.

ANTARSIA

του Λευτέρη Κορέλη

Ήταν ένα όμορφο κι ήσυχο απόγευμα του Ιουνίου του 1942. Η φύση στην καλύτερή της ώρα! Οι φραουλιές, σκαρφαλωμένες στις κλάρες τους, αγκαλιασμένες με τις κολοκυθιές. Τα μαρούλια, ο μαϊδανός, τα κρεμμυδάκια κι οι ντομάτες σκέπαζαν τους κήπους… Τα χωράφια όλα καλλιεργημένα! Χλόιζαν τα τριφύλλια, κυμάτιζαν τα στάχυα, πρασίνιζαν τα αμπέλια! Θρόιζαν τα φύλλα της λεύκας, ζουζούνιζαν οι μέλισσες στα άνθη της καστανιάς και μυριάδες ρουμπίνια κρέμονταν στα φύλλα της κερασιάς! Ο κούκος το ‘λεγε στο δάσος και τ αηδόνια ερωτεύονταν στις ρεματιές!…

Έτσι ακριβώς ήταν εκείνο το απόγευμα, που το αναστάτωσε στην αρχή το γρήγορο χτύπημα της μικρής καμπάνας του «Σταυρού»(1), κι αμέσως μετά οι καμπάνες της Παναγίας και του Άι Θανάση.

Οι χωριανοί, άνδρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, που εργάζονταν εκείνη την ώρα στα χωράφια, παράτησαν έντρομοι τη δουλεία τους και στύλωσαν αυτιά και μάτια προς το χωριό. Κάποιοι σκέφτηκαν τα μικρά παιδάκια τους, που ήταν μόνα, άλλοι γέροντας και ανήμπορους που άφησαν πίσω φεύγοντας το πρωί, μα κανένας δεν σκέφτηκε το απρόσμενο, που ήταν μια επιδρομή των Ιταλών καταχτητών!

Ως εκείνη την ώρα, στους Γαρδικιώτες θύμιζε τη σκλαβιά, μόνο η ανέχεια που τους στέρησε  από τα απαραίτητα: το λαδάκι, τη ζάχαρη, τη «ντυμασιά», την «ποδεσιά»(2), ακόμα και το κινίνο.

Αυτή τη φτώχεια τη λογάριαζαν, γι’ αυτό και ρίχτηκαν με τα μούτρα στην καλλιέργεια της γης, που την θυμήθηκαν τώρα κι άνθρωποι που είχαν χρόνια να ‘ρθουν στο χωριό κι άλλοι, που τα χέρια τους ήταν «απ’ την πένα» μαλακά κι άσπρα σαν το βαμπάκι. Άλλα λοιπόν λογάριαζαν οι άνθρωποι κι άλλα τους βρήκαν.

Εκείνο το καλοκαιριάτικο απόγευμα ένας λόχος Ιταλών με Έλληνες συνεργάτες, έφτασαν στο Γαρδίκι, ερχόμενοι από την Σπερχειάδα, όπου είχε την έδρα του ένα ολόκληρο ιταλικό τάγμα. Ο επικεφαλής αξιωματικός ζήτησε να δει τον πρόεδρο της Κοινότητας και τον διέταξε:

– Σε μια ώρα Πρόεδρε, όλοι οι άνδρες του χωριού, από 18 χρονών και πάνω, να συγκεντρωθούν στο σχολείο. Όσοι δεν έρθουν θα συλληφθούν και θα τιμωρηθούν σκληρά για απείθεια στις αρχές κατοχής.

– Μα λείπουν στα χωράφια, ψιθύρισε τρέμοντας ο Πρόεδρος.

– Να τους ειδοποιήσεις μ’ όποιο μέσο μπορείς, τον συμβούλεψε ένας προδότης Δωδεκανήσιος που τον έλεγαν Στέλλα κι έκανε τον διερμηνέα.

– Τις καμπάνες! διέταξε ο Πρόεδρος. Τις καμπάνες! Χτυπάτε τις καμπάνες! Και καταράστηκε από μέσα του, την ώρα και τη στιγμή που δέχονταν να πάρει το αξίωμα του Προέδρου…

Κι άρχισαν οι καμπάνες του «Σταυρού», της Παναγίας και τα Άι Θανασιού, να χτυπούν δαιμονισμένα. Μικρά παιδάκια αποσταλμένα από το Πρόεδρο, έτρεχαν στα χωράφια να φέρουν τους γονείς τους στο χωριό

– Πατέρα, φώναζαν από μακριά, ήρθαν Ιταλοί! Είπε ο Πρόεδρος να ‘ρθεις στο χωριό. Όλοι οι άντρες να παν’ στο σχολειό. Γρήγορα…

Σε μια ώρα γέμισε ανθρώπους το χωριό κι οι άντρες, νομοταγείς κι υπάκουοι τραβούσαν για το σχολείο. Οι νέοι όμως δίσταζαν, κι αντί για το σχολείο τραβούσαν προς το δάσος.

Με τον Θανάση Τσαρό, ήρθαμε αμέσως σ’ επαφή στην αρχή, με τους λίγους μυημένους στο Κόμμα, και στην συνέχεια με τους άλλους νέους του χωριού, και πήραμε την απόφαση: Όχι στο σχολείο, όλοι στον «Κρυάλο» (3).

Μαζευτήκαμε καμιά εικοσαριά παιδιά. Ο Κώστας ο Κουσουρής, είχε κι έναν «γκρα»(4) με δυο-τρία φυσίγγια. Σταθήκαμε πρώτα στα Αλώνια, στη Ράχη. Από κει βλέπαμε το σχολείο κι ελέγχαμε το δρόμο από το χωριό προς τη Ράχη. Βράδιασε,   άναψαν τα λυχνάρια και οι λάμπες, κι εμείς βλέπαμε τα φωτισμένα παράθυρα των σπιτιών αλλά και του σχολείου.  Αργά το βράδυ πήραμε το δρόμο προς την Οξυά και σταματήσαμε στο σύρραχο στον Κρυάλο. Κι από δω παρατηρούσαμε το δρόμο κι όλη τη νύχτα προσέχαμε κάθε κίνηση. Θυμάμαι, βάλαμε και σκοπούς.

Όταν έφεξε, σαν οργανωμένο στρατιωτικό τμήμα, τραβήξαμε πιο ψηλά, προς τη Βίγλα και «στρατοπεδεύσαμε» κάτω από μια συστάδα με πυκνά έλατα. Εκεί μας ήρθε και μας βρήκε ο Γιάννης Σακελλάρης που τον λέγαμε «Κωσταντάκη». Ήταν σε κακό χάλι, δαρμένος από τους Ιταλούς. Κλείστηκε μαζί με τους άλλους στο σχολείο και είδε κι έπαθε ώσπου να ξεφύγει. Μας διηγήθηκε λοιπόν τι συνέβηκε.

– Γέμισε, που λέτε, το σχολείο από άνδρες. Ένας Ιταλός αξιωματικός έβγαλε λόγο και τους είπε «…εμείς εδώ ήρθαμε με καλές προθέσεις. Θέλουμε να ας βοηθήσουμε να περάσει χωρίς δυσκολίες για σας ο πόλεμος, για τον οποίον φταίνε οι Άγγλοι και οι Ρώσοι. Πρέπει όμως κι εσείς να δείξετε καλοσύνη. Και πρώτα-πρώτα να μας παραδώσετε τα όπλα που, όπως μας είπαν, έχετε κρυμμένα. Τα όπλα δεν σας χρειάζονται. Εμείς θα σας υπερασπιστούμε από τους εχθρούς σας, τους Άγγλους και τους Ρώσους αλλά και από τους φυγάδες, τους δικούς σας αρχηγούς, που έφυγαν με τους Άγγλους πήγαν σε άλλες χώρες και αφήνοντάς σας μόνους. Σας δίνω μιας ώρας άδεια να πάτε και να τα φέρετε. Όποιος παραδίδει όπλο, θα ναι ελεύθερος να φύγει και δεν θα τον ενοχλήσει κανένας.

Έβγαλε απ’ το τσεπάκι του το ρολόι του, το κοίταξε και το άφησε πάνω στο τραπέζι λέγοντας:

-Η ώρα είναι έξι. Στις επτά να γυρίσετε με τα όπλα.

Κάθισε στην καρέκλα του, αλλά κανείς δεν έφευγε. Ο Ιταλός άναψε τσιγάρο και βγήκε στην αυλή του σχολείου. Ύστερα από λίγο ξαναγύρισε στην αίθουσα και τους είδε όλους στις θέσεις τους, σιωπηλούς και αμήχανους. Κάτι είπαν με τον Στέλλα, κι αμέσως διέταξε τον πρώτο που είδε μπροστά του:

-Έλα ‘δω εσύ.

Τρέμοντας, σηκώθηκε απ’ το θρανίο και προχώρησε προς την έδρα, ο Γαρδικιώτης. Ο Ιταλός τον πλησίασε, κρατώντας στο χέρι του ένα μαστίγιο που το χτυπούσε με δύναμη στο πάτωμα κάνοντας να κροταλίζει.

– Έκει όπλο; τον ρώτησε με σπαστά Ελληνικά

– Δεν έχω, απάντησε ο Γαρδικιώτης.

– Βγκάλε σακάκι, του είπε ο Ιταλός.

Το έβγαλε φοβισμένος και το κρατούσε στα χέρια του. Αμέσως δέχτηκε ένα χτήπημα στην ράχη από τον Ιταλό. Το μαστίγιο πλατάγισε και σχεδόν του τύλιξε το κορμί του σκίζοντας το πουκάμισο. Το πρόσωπό του έγινε κατακόκκινο. Από το πόνο; Από τη ντροπή; Από το θυμό; Ποιος ξέρει…

– Έκει όπλο; ξαναρώτησε.

– Όχι, σ’ ορκίζομαι.

– Βγκάλε ποκάμισο, ήρθε η απάντηση.

Το μαστίγιο έπεσε στην πλάτη ξανά.

– Έκει όπλο; ξαναρώτησε.

– Όχι, κυρ-αξιωματικέ απάντησε ξέπνοα.

– Βγκάλε πανταλόν.

Το μαστίγιο κτύπησε πάλι το βασανισμένο κορμί του χωριανού. Έτσι συνεχίστηκε η ανάκριση. Με το μαστίγιο να ματώνει τη πλάτη. Όμως όπλο ούτε είχε ούτε παρέδωσε. Με μια κλωτσιά τον πέταξε στο πάτωμα κι από κει τον τράβηξαν οι άλλοι έξω απ’ την αίθουσα. Ακολούθησε δεύτερος, τρίτος, τέταρτος με την ίδια μεταχείριση. Ένας δύστυχος απ’ τον Αι Θανάση, δεν άντεξε και πολύ. Κουρασμένος, νηστικός απ’ το πρωί μια και το μόνο που είχε φάει ήταν μια κλάρα κεράσια απ΄ το δέντρο που είχε στο χωραφάκι του στο Νορήτικο δεν άντεξε. Θες ο φόβος, θες ο πόνος, θες τα πολλά κεράσια στο τρίτο κτύπημα του βούρδουλα, ξεχείλισαν απ’ τα μπατζάκια του παντελονιού και γέμισαν το πάτωμα της αίθουσας κουκούτσια και ότι άλλο απέμεινε από τα κεράσια μαζί με μυρωδιές… Στο θέαμα αυτό κανείς απ’ τους χωριανούς δεν γέλασε. Τρόμαξαν όλοι.

– Έχω εγώ ένα παλιό σκουριασμένο όπλο, φώναξε κάποιος. Να πάω να το φέρω;

– Ναι να πας και να ‘ρθεις γρήγορα. Μετάφρασε ο Στέλλα.

– Έχω κι εγώ είπε ένας άλλος.

– Να πας κι εσύ….

– Κι εγώ…

– Κι εγώ… άρχισαν να ακούγονται φωνές.

– Κι εσύ κι όλοι όσοι έχετε. Άντε, θέλατε πρώτα ξύλο.

Ο Στέλλα έδειχνε ικανοποιημένος που έσπασε το πείσμα τούτων των ξεροκέφαλων χωρικών. Αλλά κι ο αξιωματικός ανακουφίστηκε γιατί σκέφτηκε ασφαλώς τι θα γίνονταν αν συνεχίζονταν η άρνηση και η σιωπή των ανθρώπων. Να τους σκοτώσει δεν είχε όπως φαίνεται διαταγή.

Βγήκαν απ’ το σχολείο μερικοί και σε λίγο ξαναγύρισαν κρατώντας άλλος μια καραμπίνα, άλλος κανένα παλιοπίστολο μαυροβουνιώτικο κι άλλος καριοφίλι του ’21. Ένας έφερε μια κάνη σκουριασμένη κι άλλος μια ξιφολόγχη!

Ήταν πλέον μεσάνυχτα. Είδαν κι απόειδαν οι Ιταλοί πως δεν έβγαινε τίποτα και τους άφησαν να φύγουν, δίνοντάς τους εντολή να μαζευτούν την άλλη μέρα στη πλατεία.

Καταχαρούμενοι, εκτός απ’ αυτόν που χέστηκε, γύρισαν στα σπίτια τους και διηγιόντουσαν τα πάθη τους. Έτσι πήραν οι Γαρδικιώτες μια πρώτη γεύση της Κατοχής.

Την άλλη μέρα το πρωί μαζεύτηκαν πάλι στη πλατεία, αλλά το μόνο που ήθελαν ήταν άλογα και μουλάρια για να τους μεταφέρουν στον επόμενο σταθμό τους.

Εμείς ακούγαμε την διήγηση του Κωσταντάκη κι αισθανόμασταν σαν να έπεφταν στην πλάτη μας οι βουρδουλιές του Ιταλού! Συμφωνήσαμε πως σωστά πράξαμε που δεν παρουσιαστήκαμε στο σχολείο και δεν υπακούσαμε στον κατακτητή. Και αποφασίσαμε το ίδιο να κάνουμε σε παρόμοια περίπτωση στο μέλλον.

Με τον Τσαρό βρήκαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε τώρα ανοιχτά στα παιδιά για αντίσταση κι αγώνα. Τα λόγια μας εκείνη τη στιγμή εύρισκαν το πιο πρόσφορο έδαφος.

Κατά στις δέκα το πρωί την άλλη μέρα, οι Ιταλοί και οι συνεργάτες τους, με ζώα που επιτάξανε απ’ το χωριό για να καβαλικέψουν οι αξιωματικοί τους, έφυγαν προς τη Ναυπακτία. Πέρασαν ως πεντακόσια μέτρα μακριά μας χωρίς να μας δουν. Εμείς βλέποντας να ανηφορίζουν πέσαμε μέσα σε μια ρεματιά και καλυφθήκαμε κάτω απ τα δέντρα.

Το απόγευμα κατεβήκαμε προς το χωριό και κρυφτήκαμε στο Κεφαλάρι. Εκεί από τους χωριανούς μας Γιάννη Χ. Μαλούκο και Νίκο Θέο μάθαμε λεπτομέρειες για τα γεγονότα του σχολείου. Κι ενώ είμασταν έτοιμοι να επιστρέψουμε στα σπίτια μας, έφτασε τρέχοντας η Τασία του Γκέκα. Είχαμε μαζί μας και τον αδερφό της. Έτρεξε να μας πει ότι στο χωριό ήρθαν κι άλλοι Ιταλοί. Αναβάλαμε λοιπόν την κάθοδο και τραβηχτήκαμε προς το δάσος. Αργότερα άλλος αγγελιοφόρος, ο Πάνος Τσικριπής μας πληροφόρησε ότι οι νέοι επιδρομείς δεν πείραξαν κανένα. Ήταν της Επιμελητείας και ζητούσαν απ’ τους χωριανούς μαλλιά, τυρί, αλεύρι και άλλα εφόδια.

Με μέτρα προφύλαξης μπήκαμε στο χωριό και τραβήξαμε για τα σπίτια μας. Εγώ όμως κι ο Τσαρός δεν κοιμηθήκαμε σ’ αυτά εκείνο το βράδυ, γιατί όπως και στα περισσότερα σπίτια το χωριού ο Πρόεδρος είχε στείλει τους Ιταλούς για κατάλυμα.

Ήταν αυτό το επεισόδιο η πρώτη επαφή του χωριού μας με τον κατακτητή κι η πρώτη δική μας ανταρσία. Ο θείος του Θανάση Τσαρου, ο Γρηγόρης Τσαρός κι δικός μου θείος Γιώργος Αναγνωστόπουλος, μας εξόρκισαν να μην το ξανακάνουμε, γιατί θα «κάψουμε» το χωριό, κι αυτό κανένας δεν θα μας το συγχωρέσει. Ίσως είχαν δίκιο. Αυτοί μιλούσαν με την πείρα της ηλικίας τους. Μα εμείς σκεφτόμασταν και δρούσαμε με την ορμή και το φρόνημα της νιότης μας

————

  • 1. Σταυρός: η πλατεία στο κέντρο του χωριού, όπου απ’ το κλωνάρι του πλάτανου κρέμεται ακόμα και σήμερα μια μικρή καμπάνα για να καλεί τους πιστούς στην εκκλησία και καλεί τα σχολιαρούδια στο μάθημα.
  • 2. «ντυμασιά»-«ποδεσιά»: λέξεις που σημαίνουν ένδυση και υπόδηση. Δηλ. ρούχα και παπούτσια.
  • 3. Κρυάλος: Τοποθέσια έξω απ’ το χωριό στο δρόμο προς την Οξυά, σε απόσταση μιας περίπου ώρας με τα πόδια, από το χωριό.
  • 4. Γκρας: Πολεμικό τουφέκι από την εποχή του πολέμου του 1897.

Φωτογραφία: Νέοι του Γαρδικιού στην πλατεία του Σταυρού την περίοδο της Κατοχής

tseligas-1

του Μάρκου Γκιόλια

Παράλληλα προς το οικογενειακό συμβούλιο και τις εξουσίες του, στο πατριαρχικό τσελιγκάτο λειτουργεί και δεύτερο σημαντικό όργανο. Είναι ο τσέλιγκας, που στην κατά τόπους ελληνική παράδοση καταγράφεται ως αρχηγός της κτηνοτροφικής πατριάς (1). Είναι η ηγετική προσωπικότητα της στάνης, ο άνθρωπος από τον οποίον εξαρτάται η καλή φήμη του τσελιγκάτου, γιατί και αυτή παίζει ρόλο στην οικονομική φερεγγυότητα του θεσμού προς τα έξω. Ό,τι είναι το  οικογενειακό συμβούλιο για την εσωτερική ζωή του τσελιγκάτου, το ίδιο θεωρείται και ο τσέλιγκας για την καλλιέργεια των σχέσεων του θεσμού με την περιβάλλουσα κοινωνία. Κυρίως ο ρόλος του αφορά στις οικονομικές και νομικές δεσμεύσεις του τσελιγκάτου προς τρίτους.

Ο τσέλιγκας αποτελεί την ίδια την ταυτότητα θεσμού στις οικονομικές συναλλαγές και τις δημόσιες σχέσεις: Ήτο ο υπό των άλλων ποιμένων αναδεικνυόμενος πρώτος, όπως αντιπροσωπεύει αυτούς ενώπιον των αρχών (2). Η οικονομική  ανάπτυξη του τσελιγκάτου είναι αναπόσπαστα συνυφασμένη με την ικανότητα του αρχηγού του. Ως πρόσωπο ο τσέλιγκας είναι ένα προικισμένο και ταλαντούχο άτομο, που χαίρει μεγάλου σεβασμού στον πληθυσμό της στάνης: διαθέτει αναγνωρισμένα διοικητικά προσόντα, κύρος, εξυπνάδα, πείρα, σοβαρότητα. Επιπλέον έχει κοινωνικές γνωριμίες και διασυνδέσεις και ξέρει τουλάχιστον γραφή και ανάγνωση. Όλοι σχεδόν οι ισχυροί τσέλιγκες γνώριζαν στοιχειώδη γράμματα. Μερικά μάλιστα άτομα, προερχόμενα από τα τσελιγκάτα, αναδείχτηκαν λόγιοι και δάσκαλοι του Γένους κατά την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας.

Ένας διαπρεπείς Άγγλος ιστορικός και αρχαιολόγος, ο Nicholas Hammond, προσωπικός γνώστης των τσελιγκάτων της Ηπείρου και της Μακεδονίας κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σημειώνει για την σύνθεση της ποιμενικής κοινότητας και της εξουσίας του αρχηγού της: «Η κοινωνία είναι συμπαγής με αναπτυγμένη τη συνείδηση των υποχρεώσεων και της φιλοτιμίας. Μέσα  στο πλαίσιο της κοινότητας ο καθένας προάγει το κοινό συμφέρον. Τόσο ο ατομικισμός όσο και η δουλοπαροικία είναι άγνωστα. Υπάρχει εντούτοις ισχυρή πατριαρχική εξουσία. Ο αιρετός αρχηγός της ομάδας ή της πατριάς έχει πλήρεις εξουσίες, τις οποίες ασκεί για να διατηρεί τη συνοχή της “παρέας” και να διαπραγματεύεται εν ονόματί της. Αποκαλείται δε  “τσέλνικου” από τους Βλάχους, “τσέλιγκας“ από τους Σαρακατσάνους και «φύλαρχος» από τον Κατακουζηνό κατά την βυζαντινή περίοδο» (3).

Στο αξίωμα του τσέλιγκα αναδεικνύεται το εμπειρότερο άτομο, συνήθως ο εκπρόσωπος της αρχαιότερης γενιάς. Ο παροιμιακός κανόνας δικαίου αποδοκιμάζει την ανάθεση της εκτελεστικής και διαχειριστικής εξουσίας σε πρόσωπα που δεν έχουν πείρα και γνώση. Ο στόχος είναι να αποκλεισθεί ενδεχόμενη διακινδύνευση του τσελιγκάτου από την απειρία: Όλα του πρέπουνε του νιου, έξω από το κουμάντο (4). Ωστόσο ο κανόνας αυτός δεν είναι απόλυτα δεσμευτικός, εφόσον το γηραιό πρόσωπο κρίνεται ακατάλληλο ή ανίκανο προς άσκηση των καθηκόντων του. Για την ανάδειξη του τσέλιγκα στο αξίωμά του, ισχύει το κριτήριο της ικανότητας και όχι οπωσδήποτε της αρχαιότητας, αρχή που επικρατεί και στο διευρυμένο τσελιγκάτο.

Το θέμα δεν είναι συναισθηματικό ούτε μαρτυρεί έλλειψη του οφειλόμενου σεβασμού στο γηραιό πρόσωπο. Αφορά στην άμεση οικονομική επιβίωση των ποιμνίων και των ανθρώπων της κοινότητας. Και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα του τσέλιγκα με το αξίωμά του. Ο ίδιος ο τσέλιγκας έχει το δικαίωμα να παραιτηθεί ή να ζητήσει αντικατάστασή του εξαιτίας γήρατος ή άλλου σπουδαίου λόγου. Επομένως, ο τσέλιγκας δεν είναι ισόβιος στο αξίωμά του. Εφόσον ανταποκρίνεται με επάρκεια στις υποχρεώσεις του, δεν υπάρχει λόγος αλλαγής του. Πάντως και μετά την αποχώρησή του φέρει τιμητικά τον τίτλο του τσέλιγκα, όπως και ο καπετάνιος στην κλεφτοαρματολική ομάδα. Συχνά μάλιστα τον προσφωνούν καπετάνιο. Ο τίτλος του είναι η ιστορία του.

Τα καθήκοντα του τσέλιγκα είναι ποικίλα.  Συνδέονται με συγκεκριμένες ενέργειες και πρακτικές. Καταρχήν είναι το εκτελεστικό όργανο του τσελιγκάτου. Έχει την ευθύνη για την εκτέλεση όλων των εντολών και αποφάσεων του οικογενειακού συμβουλίου. Αποδώ πηγάζει και το διατακτικό του δικαίωμα προς όλα τα μέλη του τσελιγκάτου. Αυτός κρατάει τη διαχείριση και ενημερώνει το επίσημο τεφτέρι του τσελιγκάτου με τις εισπράξεις και τις πληρωμές. Κανένα μέλος δεν έχει το δικαίωμα να προβαίνει σε διαχειριστικές και οικονομικές πράξεις χωρίς την δική του εντολή. Οι εκταμιεύσεις για την αγορά των απαραίτητων προϊόντων διατροφής και ειδών ένδυσης ή υπόδησης, γίνονταν με την συγκατάθεσή του και ανάλογα με τα υπάρχοντα χρηματικά αποθέματα του κοινού ταμείου.

Ανάμεσα στα καθήκοντα του τσέλιγκα είναι και οι ενέργειες και επαφές για την εξασφάλιση των λιβαδιών παραχείμασης ή ξεκαλοκαιριού. Με την προσωπική του ευθύνη συνάπτονται οι διάφορες μισθωτικές συμφωνίες και οι διακανονισμοί της πληρωμής. Για τον λόγο αυτό ο τσέλιγκας βρίσκεται  σε μια διαρκή κατά κάποιον τρόπο μετακίνηση: Ταξιδεύει σε πόλεις και χωριά για να πετύχει πλουσιότερη σε χορτονομή λιβάδια και ευνοϊκότερους όρους συμφωνιών. Ο ίδιος είναι επίσης επιφορτισμένος με την διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων για τις πωλήσεις των προϊόντων: Τη συμφωνία στον καθορισμό των τιμών, τον τρόπο πληρωμής, τον χρόνο εξόφλησης και άλλα συναφή ζητήματα. Προς τον σκοπό αυτό έρχεται σε επικοινωνία με εμπόρους, καλλιεργεί γνωριμίες και φροντίζει για το κοινό συμφέρον του τσελιγκάτου.

Για τις οικονομικές και διαχειριστικές πράξεις του, ο τσέλιγκας δεν είναι ανεξέλεγκτος. Λογοδοτεί στο οικογενειακό συμβούλιο στο τέλος κάθε εξαμήνου. Σε αυτό αναφέρει λεπτομερώς τις ανειλημμένες οικονομικές υποχρεώσεις του τσελιγκάτου για το μέλλον, τις συμφωνίες που συνάπτει, καθώς και τα ενδεχόμενα δικαιώματα εισπράξεων. Η λογοδοσία είναι πανηγυρική ενώπιον όλων των ενηλίκων μελών της στάνης. Οι συμφωνίες ή οι υπογραφές του τσέλιγκα δεσμεύουν ολόκληρο το τσελιγκάτο ως ολότητα περιουσίας. Κανένα μέλος δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει εξαίρεση ή να αρνηθεί την υποχρέωσή του. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις είναι συλλογικά.

tseligas-2

Περίπτωση κατάχρησης ή απόκρυψης εσόδων από τον τσέλιγκα είναι μάλλον απίθανη, αφού στα πατριαρχικά τσελιγκάτα δεν επιτρέπετε η ατομική περιουσία. Τα έξοδα εξάλλου του τσέλιγκα κατά τις μετακινήσεις του επιβαρύνουν το κοινό ταμείο. Σημαντικό είναι το εισηγητικό δικαίωμα του τσέλιγκα στο οικογενειακό συμβούλιο, για τη λήψη αποτελεσματικότερων οικονομικών και διοικητικών μέτρων. Στο πλαίσιο των εθιμικών του αρμοδιοτήτων, ο τσέλιγκας ασκεί καθήκοντα «προέδρου» του οικογενειακού συμβουλίου και αντιπροσωπεύει το τσελιγκάτο απέναντι σε κάθε Αρχή: φορολογική, δικαστική, αστυνομική. Έχει ακόμα δικαίωμα να συγκαλεί το συμβούλιο και να παραπέμπει οποιοδήποτε μέλος δεν εκτελεί τις εντολές του.

Το διευθυντικό δικαίωμα του τσέλιγκα συνοδεύεται συγχρόνως με την διαρκή φροντίδα του για την ασφάλεια της ποιμενικής κοινότητας. Προς τον σκοπό αυτό οι ποιμένες φέρουν πάντα όπλα, σύμφωνα με την καταγραφή του Κασομούλη: Υποχρεωμέναι αι ομάδες αυταί, ως εκ της διανομής και χωρητικότητος των λιβαδιών και των ποιμνίων, να σχηματίζωνται εις τόσα κόμματα και τόσας κοινότητας σκηνιτών, και έχουσαι η κάθε μία εξ αυτών ανά ένα αρχιποιμένα (τζέλνικα), όστις διευθύνων τα πάντα και αντιπροσωπεύων το κοινόν των, επροσταύτευεν τα συμφέροντά των, υπό την διεύθυνσιν τούτου, οπλοφορούντες αείποτε, εις τα ορεινά μέρη και πεδιάδας, η φυλή των Γραικοβλαχων, όταν εν καιρώ ανοίξεως ή χινοπώρου συναθροίζετο να αλλάξη θέσεις […], εσχημάτιζεν τόσους οπλοφόρους, όσους επροξενούσαν εις την διάβασίν των πολλάκις φόβον. (5)

Οι εκτελεστικές εξουσίες του τσέλιγκα είναι αναμφισβήτητα πολλές. Αλλά αυτές δεν υπερβαίνουν τα όρια της εθιμικής νομιμότητας. Ασκούνται μέσα σε καθορισμένο πλαίσιο κανόνων. Ο ίδιος ο τσέλιγκας είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στην άσκηση των δικαιωμάτων του. Το εθιμικό καθεστώς, που βιώνει και προασπίζει προσωπικά ως όργανο, δεν μπορεί αυθαίρετα να το ακυρώνει για τους άλλους. Ενδεχόμενη υπέρβαση εξουσίας ή καταχρηστική άσκηση δικαιώματος συνεπιφέρει ολέθρια αποτελέσματα, διασαλεύει ολόκληρη την εθιμική τάξη της ποιμενικής κοινότητας. Πρακτικά συνεπάγεται τη διάσπαση ή διάλυση του τσελιγκάτου.

Το γεγονός ότι υπάρχει δυνατότητα αλλαγής ή αντικατάστασης του τσέλιγκα, αποτελεί μια ασφαλιστική δικλείδα για την αποτροπή φαινομένων εξουσιαστικής αυταρχίας. Οι ποιμένες του τσελιγκάτου έχουν πλήρη συνείδηση αυτής της δυνατότητας, αλλά και γνώση του παροιμιακού κανόνα για την αντικατάσταση της αυταρχικής διοίκησης: Η χώρα βάνει τον παπά, κι η χώρα τον εβγάνει (6). Ωστόσο, οι ποιμένες τρέφουν μεγάλη εκτίμηση στη σοφία και στη γνώση: Κάλλιο άδεια τσέπη, παρά άδειο κεφάλι (7). Στην πραγματικότητα, ο τσέλιγκας είναι ιδιαίτερα αγαπητός στον κόσμο της στάνης. Γι’ αυτό και εξυμνείται όσο λίγα πρόσωπα στη λαϊκή παράδοση. Ακόμα και η κοινή περιουσία του τσελιγκάτου προσγράφεται στο αξίωμά του: Του τσέλιγκα ‘ν τα μαντριά τα καγκελοπλεγμένα/ του τσέλιγκα ‘ν τα πρόβατα τ’ αργυροκουδουνάτα (8).

———————–

 (1) ΑΙΛ, (Αρχείο Ιστορικού Λεξικού Ακαδημίας Αθηνών) χφ. 585 (Μακεδονία), χφ. 315 σ. 85 (Ήπειρος). Πρβλ. D. Maurogiannis, L’ association Cooperative d’ Ampelakia, 1975, σσ 23-25.

(2) ΑΙΛ, χφ. 293, σ. 28, πρβλ. χφ. 1041, σ. 741, χφ. 552, σ. 320, χφ. 137 α, σ. 91, χφ. 679, σ. 4, χφ. 1010, σ. 87, χφ. 1033, σ. 154

(3) N. G. Hammond, Κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί, σ. 80

(4) Π. Αραβαντινού, Παροιμιαστήριον, σ. 85 no 873

(5) Ν. Κ. Κασομούλης, Ενθυμήματα, 1, σ.105

(6) Π. Αραβαντινού Παροιμιαστήριον, σ. 151, no 1687

(7) Ν. Τσοολοδήμου-Τ. Δημητρακάκη, Δερβέκιστα. 1978, σ. 701

(8) ΑΙΛ, χφ. 696, σ. 12 (Θεσσαλία). Πρβλ. και χφ. 100, σ. 120

———————–

Το κείμενο είναι από το μοναδικό στο είδος του βιβλίο του Μάρκου Γκιόλια «Παραδοσιακό Δίκαιο και Οικονομία του Τσελιγκάτου» Εκδόσεις ΠΟΡΕΙΑ, Αθήνα 2004

H πρώτη φωτογραφία είναι από το αρχείο Λ. Παπαλεξανδρή/ iteanet.wordpress.com  και η δεύτερη από  sarakatsanoi.blogspot.gr.

Blog-1a

του Γιάννη Δημ. Παπαναγιώτου

Το Παλιοχώρι στην απογραφή του 1896 έχει περίπου 250 κατοίκους. Εξακολουθεί όμως, για αρκετά χρόνια ακόμα να εξυπηρετείται Κοινοτικώς και Εκκλησιαστικώς, από τα Πουγκάκια.

Στα 1930 οι Παλιοχωρίτες αποκτούν δική τους Ενορία, το δε Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία μετατρέπεται σε Ενοριακό Ναό της ενορίας Παλιοχωριού. Στις 4 δε Αυγούστου του αυτού έτους χειροτονείται και διορίζεται, ο πρώτος ιερέας της Ενορίας τους, Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου, από τα Πουγκάκια, ο οποίος υπηρέτησε με πίστη και αφοσίωση μέχρι σήμερα(1) τον ιερό Ναό του Προφήτη Ηλία.

Στις 20 Ιουλίου 1936 στον παλιό Ναό του Μοναστηριού έγινε η τελευταία λειτουργία. Λίγες μέρες αργότερα ο παλιός Ναός του Μοναστηριού κατεδαφίστηκε, από τους κατοίκους της Ενορίας, γιατί φαίνεται πως μετά την διάλυση του Μοναστηριού(2) ο Ναός εγκαταλείφτηκε στην τύχη του και οι βροχές διάβρωσαν τη σκεπή και τους τοίχους του και επιδείνωσαν τα ανοίγματα που είχε προκαλέσει η φωτιά που είχε βάλει ο Γιουσούφ Αράπης το 1794 και επανέλαβαν οι Οθωμανοί κατά την Εθνική μας Εξέγερση, και χτίστηκε κατ’ απομίμηση αυτού, άλλος Ναός, στην ίδια σχεδόν θέση και από τις ίδιες καλλίγραμμες πέτρες του παλιού του Μοναστηριού με ανάλογη χάρη και επιβλητικότητα, για να συνεχίσει την ιστορία Εκείνου, του αξιόλογου και λαμπρού παλιού Ναού του Μοναστηριού. Με την κατεδάφιση του, ο τόπος αναμφίβολα, έχασε ένα αξιόλογο και μεγάλης αξίας καλλιτεχνικό, ιστορικό και αρχαιολογικό μνημείο της Χριστιανοσύνης, το οποίο κατόρθωσε μέσα από τα βάθη της Τουρκοκρατίας, να ξεπεράσει το μίσος και τη φωτιά του Γιουσούφ, να ξεφύγει τη μανία των Τούρκων στα χρόνια της Εθνικής μας Εξέγερσης, να επιζήσει και να φτάσει μέχρις εμάς, επιβλητικό και ακτινοβόλο προπύργιο της Εθνικής μας ζωής στα μαύρα χρόνια της πικρής σκλαβιάς.

Ο προϋπολογισμός της δαπάνης του νέου Ναού του Προφήτη Ηλία, καθώς προκύπτει από την 16/5-7-1936 πράξη της Ενοριακής Επιτροπής ανέρχεται σε 58.000 δραχμές. Ο απολογισμός όμως του έργου, φτάνει στις 60.000 δραχμές, και καλύφτηκε από χρήματα ου συγκεντρώθηκαν, από τον έρανο επισκευής του ιερού Ναού Προφήτη Ηλία, από την τελευταία λειτουργία που έγινε στον παλιό ιερό Ναό του Μοναστηριού στις 20-7-1936, όπου συμμετείχαν και τα περίχωρα, από την πούληση των Λειβαδιών-Καρυάς και Παλαμονίδας, από την προαιρετική εισφορά των κατοίκων και από τη χρηματική δωρεά των δέκα χιλιάδων δρ. του αείμνηστου Παλιοχωρίτη, Ιωάννη Ευ. Παπαναγιώτου  ο οποίος μόλις τότε είχε φτάσει στο χωριό από την Αμερική. Δυστυχώς ο πρόωρος θάνατός του στην Αμερική, δεν τον άφησε να κάνει τίποτα περισσότερο για το χωριό του. Ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή του!…

Η σχετική πράξη του Προϋπολογισμού της δαπάνης του νέου ιερού Ναού του Προφήτη Ηλία έχει ως εξής:

Blog-1b

Πράξις 16/5-7-1936

Η Ενοριακή Επιτροπή Παλαιοχωρίου Τυμφρηστού, συγκείμενη εκ των κάτωθι υπογεγραμμένων μελών αυτής, συνελθούσα εις συνεδρίασιν σήμερον την 5η Ιουλίου 1936, ημέραν Κυριακήν εν τω Ενοριακώ Ναό ημών, Προφήτου Ηλιού μετά την Θείαν Λειτουργίαν και ακούσασα του Διευθύνοντος περί επισκευής του ημικαταρρεύσαντος Ναού ημών Προφήτου Ηλιού, όστις πρόκειται να κατάρρευση τελείως, συγκατατεθέντων και των Ενοριτών περί εισφοράς προαιρετικής, ήτις εμφαίνεται εν τω καταλόγω ον συνυποβάλλομεν μετά των λοιπών εγγράφων εις τον οποίον εμφαίνεται το ποσόν των εισφορών το οποίον θα ανέλθη εις 30.000 δρχ. παρά των Ενοριτών και 10.000 δρχ. αίτινες ευρίσκονται εν τω Ταμείω εξ εράνων δι’ επισκευήν του ως άνω Ναού, σκεφθείσα ότι θα εισπράξωμεν 30.000 δρχ. παρά των ενοριτών και 10.000 δρχ. παρά των ενοριτών και 10.000 δρχ. εξ εράνων (3), συνολικά 40.000 δρχ.

Το έργον εν τω Προϋπολογισμώ δαπάνης θα ανέλθη εις 58.000 δρχ. όθεν περί τας 10.000 δρχ. υπολογίζεται η εισφορά των περιχώρων θα εισπράξωμεν κεφάλαιον 50.000 δρχ. το υπόλοιπον του έργου θα μείνει χρέος του Ναού ήτοι, 8.000 δρχ.

Αποφαίνεται ομοφώνως

επί της Επισκευής του έργου (4) και παρακαλεί το Σεβαστόν Μητροπολιτικόν Συμβούλιον, όπως ευαρεστηθή και επιτρέψη την επισκευήν του έργου, την περαιτέρω ενέργειαν ανατίθημεν του διευθύνοντος.

Η Ενοριακή Επιτροπή Παλαιοχωρίου

(τ.σ.υ.) Δημ. Παπαναγιώτου ιερεύς, Γεωργ. Τσεκούρας, Νικολ. Πιλάτος

Σήμερα οι Παλαιοχωρίτες σαν αντικρίζουν τις άσπρες πέτρες της Εκκλησίας του Προφήτη Ηλία, με τον επιβλητικό  τρούλο στη μέση, νοιώθουν περηφάνια, ασφάλεια και σιγουριά, γιατί πιστεύουν πως κοντά τους βρίσκεται σύσσωμος ο ‘Άγιος με τ’ άσπρα και μακριά γένια του, με τη Βιβλική δικαιοσύνη του δυνατός και πρόθυμος να τιμωρήσει το κακό και την παρανομία και να προστατεύσει τους αδυνάτους και κατατρεγμένους από την απανθρωπιά των  δυνατών της ημέρας… να διώξει «νόσους» και να τους δώσει «ιάματα».

————————————-

  1. Το κείμενο γράφτηκε το 1978.
  2. Το μοναστήρι διαλύθηκε το 1835 όταν παραδόθηκε η σφραγίδα της Μονής στον Μητροπολίτη Φθιώτιδας
  3. Ο έρανος καθώς προκύπτει από το βιβλίο Ταμείου, έχει ως εξής: Από Περίχωρα Στυλίδας, Επιτροπή Δημ. Παπαναγιώτου ιερέας, Ιω. Μπούρας και Γεώργιος Μπούρας, καθαρά έσοδα 2.276 δρχ. Από περίχωρα Λαμίας, Επιτροπή Νικόλαος Αλεξίου και Αθανάσιος Αλεξίου, καθαρά έσοδα, 866 δρχ. Από Λαμία. Επιτροπή Φώτιος Μπούρας και Κων/νος Αλεξίου καθαρά έσοδα 2.754. Από Λαμία υπόλοιπη. Επιτροπή Δημ. Παπαναγιώτου ιερέας, Φώτιος Μπούρας και Κων. Αλεξίου, καθαρά έσοδα 1.575 δρχ. Από χωριά Δήμου Ομιλαίων. Επιτροπή Ελευθ. Παπαγιάννης και Αναστάσιος Αλξίου, καθαρά έσοδα 900 δρχ. Ωστόσο το γενικό σύνολο των καθαρών εσόδων του εράνου του 1934 για την επισκευή του ιερού Ναού ανέρχεται, βάσει του Βιβλίου Ταμείου, στο ποσό των 13.156 δρχ.
  4. Η πράξη μιλάει για επισκευή του Ιερού Ναού ενώ στην πραγματικότητα έγινε κατεδάφιση και ανέγερση νέου Ιερού Ναού.

Το κείμενο και οι φωτογραφίες είναι από το εξαίρετο βιβλίο του Γιάννη Δημ. Παπαναγιώτου «ΑΪ ΛΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΧΩΡΙΟΥ-Χτες και σήμερα», Αθήνα 1978.

1η φωτογραφία: Το Καθολικό της Μονής πριν τη κατεδάφιση, Ιούλιος 1936

2η φωτογραφία: Οι ιερείς της περιοχής στη λειτουργία του «Γενέθλιου της Παναγίας» 8 Σεπτεμβρίου 1934. Από αριστερά προς δεξιά: Παπανικόλας Καλτσας ιερέας Πουγκακίων, Παπακώστας Τσεκούρας ιερέας Καναλίων, Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου ιερέας Παλαιοχωρίου, Παπαδημήτρης Παπαχαραλάμπους ιερέας Λευκάδας.

00-chris

του Θανάση Τσαρού

Στις γιορτές κάναμε επισκέψεις στα σπίτια: «καλημέρα και χρόνια πολλά», στον πάτο της σκάλας, εκεί βάζαν τις χλωρές ελατόσκουπες για να σκουπίζουν τα πόδια τους οι επισκέπτες. Ερχόντανε η νοικοκυρά και μας τρατάριζε κοκόσιες, παπαδέλες, κανένα λουκούμι αγορασμένο στο μαγαζί της γειτονιάς, «πενήντα δράμια στο χαρτί», κι είτανε πιο σκληρό κι από τα παστέλια της κατοχής. Μα δεν θυμάμαι να μας έβλαψε ποτέ. Κι είχαμε και το νου μας μην ξεμυτίσει και κανένας δάσκαλος, γιατί απαγορευότανε στα παιδιά του σχολείου να κάνουν επισκέψεις. Ποτέ δεν μάθαμε ποιος ήτανε ο λόγος. Κανένας μας ποτέ δεν παραπονέθηκε για ζαχαροδιαβήτη, και μάλλον για λόγους τουρισμού θα μας απαγορεύανε. Δεν κάναμε βέβαια και καλή εντύπωση να λασποκόβουμε όλη τη μέρα από τη μια στην άλλη άκρη του χωριού και να μποδίζουμε τους μεγάλους. Αυτοί μόλις θα σκόλαζε η εκκλησιά, παρέες-παρέες, θα παίρνανε με τη σειρά τα σπίτια που γιορτάζανε, προσέχοντας μην παραλείψουν κανένα και παρεξηγηθούν. Θα κάθονταν σε καρέκλες στην καλή κάμαρα, θα τους κερνούσαν πιοτά, θα λέγανε μακρόσυρτες ευχές (αξέχαστος είναι ο Μπαρπαλής) και θα παίρνανε τον μπακλαβά τους από την πιατέλα. Θα τον τυλίγανε προσεχτικά μαζί με τους άλλους, στα μαντήλια – δεν τρώγονται δα όλοι μαζί τόσοι μπακλαβάδες. Θα τρέχανε τα σιρόπια από τα μαντήλια, μα αυτό δεν πείραζε, γιατί τον χειμώνα που είναι πολλές οι γιορτές, δεν υπάρχουν μύγες…

Εμείς περιφρονούσαμε τις απαγορευτικές διαταγές των δασκάλων. Διακινδυνεύαμε να σπάσουμε μερικές κρανίσιες βέργες στις παλάμες μας την άλλη μέρα. Την παραμονή και σε ομαδική σύσκεψη – οργανωτικό δαιμόνιο ήταν ο Κώστας  ο Σαλτός – καθορίζαμε το σχχέδιο δράσης μας. Με ονομαστικό κατάλογο στο χέρι, από την Μπαρτσιτσόραχη ως τα Φλωρέικα, δεν παραλείπαμε κανένα σπίτι που σ’ αυτό κάποιος θα είχε όνομα αγίου της ημέρας. Γιόρταζε δεν γιόρταζε, εμείς δεν κάναμε διάκριση, ούτε εφημερίδες είχε τότε το χωριό για να μαθαίνουμε τους «μη εορτάζοντες».

Κανένα σπίτι δεν συμφωνούσε με τις διαταγές των δασκάλων, κι όλες οι νοικοκυρές θα μας φίλευαν καρύδια, κάστανα βρασμένα, άκρες από μπακλαβά, κι ήτανε μερικές σαν την Παπαδοθανάσαινα, που δεν έκανε διάκριση και μας έδινε κανονικό, μέση, μπακλαβά, κι έφτιανε και τον καλύτερο, με εκατό φύλλα, και μας αποζημίωνε για το ξύλο που τρώγαμε την άλλη μέρα.

Ίσως κάποιος από τους νεαρούς φίλους μας από το χωριό, να μας ρωτήσει: «Μα είτανε ανάγκη να τρέχετε μέσα στη λάσπη και τα νερά για ένα λουκούμι και δεν ανοίγατε το ψυγείο να φάτε ένα γλυκό όπως κάνουμε εμείς σήμερα;». Ένα τέτοιο θα δικαιολογούσε την απορία εκείνης της βασίλισσας, που απορούσε που ο κόσμος φώναζε πως θέλει ψωμί και δεν τρώει παντεσπάνι! Η μακαρίτισσα η Ζαχορήνο που περιμένοντας να βγει η φουσκόκλουρα από τη γάστρα μας έλεγε παραμύθια, όσες φορές σ’ αυτά θα τύχαινε να στρώσει τραπέζι για βασιλιάδες και βασιλόπουλα, ποτέ δεν τους σερβίριζε γλυκά. Τα γλυκά λείπανε τότε κι από τα παραμύθια. Στο σπίτι, ένα βάζο με λίγο βύσσινο φυλάγονταν κλειδωμένο στην κασέλα και το δοκιμάζαμε μόνο σαν καταφέρναμε να βγάλουμε τους ρεζέδες από την κασέλα.

(Δημοσιεύτηκε στα ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΙΚΑ  ΧΡΟΝΙΚΑ τευχ. 3, σελ. 15, Ιανουάριος 1976)