Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

GORGOP-1

Ντίνας Τσαντζάλου

Το Γαρδίκι είναι ξαπλωμένο νωχελικά στην ποδιά της Οξυάς, του βουνού που ανταμώνουν η Φθιώτιδα, η  Ευρυτανία, η Αιτολωακαρνανία και η Φωκίδα. Ένα γύρω βουνά που τρυπάνε με τις κορφές τους τ’ ακροούρανα, στέκουν ακούνητα, φορτωμένα με όσα πάνω τους άφησαν οι αιώνες και διατηρούν ζωντανή την ιστορία του τόπου. Ένα τοπίο με τα πυκνά δάση από βελανιδιές, καστανιές, έλατα, οξυές, τα ποτάμια, οι ρεματιές, τα πλάγια, φτιάχνουν τον πιο όμορφο πίνακα που ζωγραφίζεται στα πρόσωπα των ανθρώπων του. Κοιτάζεις τριγύρω σου και κα νοιώθεις τη σιγουριά της δύναμης, σ’ ένα πραγματικά φυσικό καταφύγιο.

Επί τουρκοκρατίας η Οξυά ήταν το λημέρι των κλεφτών. Την Άνοιξη του 1942 ο Άρης Βελουχιώτης μετά την καλύβα του Στεφανή στη Σπερχειάδα, εγκαταστάθηκε στην Οξυά, με σκοπό τον ένοπλο αγώνα εναντίον των Γερμανών. Οι Γαρδικιώτες, που είχαν συγκροτηθεί στην οργάνωση του ΕΑΜ από τον Ιούλιο του 1941, βοήθησαν υλικά – τροφοδοσία – και ηθικά, έκαναν σοβαρή δουλειά για τη: δημιουργία και συγκρότηση της πρώτης αντάρτικης ομάδας του Άρη Βελουχιώτη.

Την 20η Νοεμβρίου 1942, οι Γαρδικιώτες άκουσαν εμβατήρια και σάλπιγγες, είδαν ελληνικές σημαίες ν’ ανεμίζουν και στρατιώτες να κάνουν παρέλαση στον κεντρικό δρόμο. Ρίγη ενθουσιασμού, συγκίνησης και πατριωτικής έξαρσης προκάλεσε στους χωριανούς μας η εμφάνιση του μικρού στρατού της ελευθερίας και της επαναστατημένης Ελλάδας, σε λίγα λεπτά ολόκληρο το χωριό άντρες, γυναίκες, παιδιά, μικροί, μεγάλοι, με δάκρυα χαράς αγκάλιαζαν και φιλούσαν τους σταυραετούς αντάρτες. Όταν ηρέμησαν έστρωσαν τραπέζια να τους παραθέσουν γεύμα, οι ταβέρνες έψηνα αρνιά, οι νοικοκυρές έφερναν από το σπίτι τους ότι καλύτερο, πίτες, ψωμί, κρασί, τσίπουρο. Αφού έφαγαν εκφωνήθηκαν λόγοι. Πρώτος μίλησε ο Ζέρβας καπετάνιος του ΕΔΕΣ, δεύτερος ο Άγγλος Συνταγματάρχης Κρις Γκουντχάουζ, τρίτος ο Άρης Βελουχιώτης, καπετάνιος του ΕΛΑΣ. Όλοι μιλούσαν  για ένοπλο αγώνα εναντίον των κατακτητών και για την πολυπόθητη λευτεριά. Χειροκροτήματα και «Ζήτω»από τους Γαρδικώτες και τους αντάρτες που ονόμασαν το Γαρδίκι Ομόνοια. Οι τοπικοί οργανοπαίχτες έπαιζαν και ο χορός άρχισε. Ο Έντι Μάγιερς ενθουσιασμένος πήρε μια αναμνηστική φωτογραφία που ευτυχώς σώζεται μέχρι σήμερα. Η συγκέντρωση κράτησε έως αργά. Οι αντάρτες έφυγαν νύχτα.

Την 26η Νοεμβρίου το βράδυ οι Γαρδικιώτες άκουσαν από το B.B.C. την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου που υπήρξε διπλά κορυφαία αντιστασιακή πράξη. Πρώτον καθυστέρησε για ένα μήνα την αποστολή πολεμοφοδίων στον Ρόμελ στη Μέση Ανατολή και δεύτερον ότι υπήρξε αποτέλεσμα συνεργασίας της Ενωμένης Εθνικής Αντίστασης ΕΛΛΑΣ και ΕΔΕΣ, με την συνεργασία των Άγγλων κομάντος. Τον Δεκέμβριο του 1942, ο Βελουχιώτης επέστρεψε στο Γαρδίκι μαζί με τον Τάσο Λευτεριά και ομάδα ανταρτών. Έγινε Γενική Συνέλευση του χωριού και πάρθηκαν οι κάτωθι αποφάσεις.

  1. Καταργήθηκε το διορισμένο από τους Ιταλούς Κοινοτικό Συμβούλιο και ψηφίστηκε νέο
  2. συγκροτήθηκε στο χωριό Λαϊκό Δικαστήριο
  3. Λαϊκή Ασφάλεια και Λαϊκός Επίτροπος
  4. Καταργήθηκε ο Σταθμός Χωροφυλακής. Ο ενωμοτάρχης του σταθμού και οι χωροφύλακες αφού παρέδωσαν τον οπλισμό τους στους ΕΛΑΣίτες έφυγαν.

Κατά το χρονικό διάστημα 1940-44, το Γαρδίκι σήκωσε στους ώμους του  το μεγαλύτερο μέρος του βάρους της Εθνικής Αντίστασης την οποία υπέθαλψε και στήριξε με αίμα και θυσίες. Δεκαπέντε Γαρδικιωτόπουλα έπεσαν υπέρ πατρίδος, είκοσι επτά εντάχθηκαν στον ένοπλο αγώνα του ΕΛΑΣ. Όλοι σχεδόν οι Γαρδικιώτες, γιατροί δικηγόροι, δάσκαλοι, αγρότες ήταν γραμμένοι στις οργανώσεις του ΕΑΜ και προσέφεραν πολλά, καταλύματα, τρόφιμα, μετέφεραν πολεμοφόδια από χωριό σε χωριό με τα ζώα τους, σύνδεσμοι μεταξύ των ανταρτικών ομάδων. Οι γυναίκες ζύμωναν και έψηνα ψωμί, μαγείρευαν, έπλεναν, μπάλωναν και ξεψύριζαν τα ρούχα των ανταρτών εθελοντικά και με ενθουσιασμό. Το καλοκαίρι του 1943, στο Γαρδίκι είχαν την έδρα τους

  1. Η 13η Μεραρχία του ΕΛΑΣ και το Τάγμα Θανάτου
  2. Το αρχηγείο της Συμμαχικής Αποστολής
  3. Νοσοκομείο που διέθετε κρεβάτια για ασθενείς, έναν γιατρό, έναν φοιτητή της Ιατρικής και νοσοκόμες
  4. Η Επιμελητεία του Αντάρτη (ΕΤΑ). Που είχε συγκροτηθεί από επονίτες και επονίτισσες, με σκοπό τον εφοδιασμό των ανταρτών με τρόφιμα.
  5. Ομάδα εθνικής αλληλεγγύης
  6. Στα υψώματα του Γαρδικιού έγιναν ρίψεις πολεμοφοδίων από αεροπλάνα της Μέσης Ανατολής

Από το Γαρδίκι πέρασαν όλοι σχεδόν οι ηγέτες της Εθνικής Αντίστασης. Το καλοκαίρι του 1944 από εξέδρας μίλησε προς τους Γαρδικώτες, ο Επίσκοπος Κοζάνης Ιωακείμ. Οι Γερμανοί με δυο διμοιρίες, τη 12η Αυγούστου 1944 έκαψαν το μισό χωριό. Από τα 265 σπίτια, τα 102 καταστράφηκαν ολοσχερώς και άλλα 5 με πολλές ζημιές. Αυτά έδωσε το Γαρδίκι στην Εθνική Αντίσταση εναντίον των κατακτητών.

——————–

Τα ανωτέρω στοιχεία τα πήρα: Από αφηγήσεις του Θανάση Γαρδίκι, Γιάννη Πρωτοπαπά, Οδυσσέα Τσάντζαλο, Ευθυμιο Φλέγγα και Θέμη Μαρίνο. Από τα γραπτά του Μήτσου Μαλούκου και το βιβλίο «Το χωριό μου το Γαρδίκι» του Λευτέρη Κορέλη

genna-1a

της Δέσποινας ΦούκαΡεζέ

Ένα φθινόπωρο(1) οι γονείς μου άρχισαν τη σπορά του σταριού, από εκείνο το μακρινό χωράφι της Λαούς(2). Ξεκίνησαν καμιά ώρα πρώτου φέξει, μπροστά το ζευγάρι(3), πίσω ο πατέρας σέρνοντας το μουλάρι φορτωμένο τ’ απαραίτητα. Δίπλα του η μάνα μου με την κοιλιά ως πέρα, ήταν ο μέρες της να γεννήσει κι είπαν να προλάβουν.

Τις δυο μέρες δούλεψα καλά, την τρίτη κρέμασαν σύννεφα κι άρχισε να ψιλοβρέχει. Φόρεσαν ότι είχαν, έβαλαν κι από ένα τσουβάλι κατσούλα στο κεφάλι και συνέχιζαν. «Μπόρα είναι θα περάσει», είπαν. Ο πατέρας με το ζευγάρι, η μάνα με τη σκεπαρνιά όσο μπορούσε. Η βροχή αντί να σταματήσει δυνάμωνε, το χώμα λάσπωνε, τα πόδια δεν ξεκόλλαγαν, το ζευγάρι δεν τράβαγε και αναγκάστηκαν να ξεζέψουν και να πάνε στη ταράτσα να στρεχιάσουν. Δεν είχαν κάνει συντήρηση και τα νερά έσταζαν μέσα και μούσκεψαν τα πράγματα τους, οι ίδιοι μούσκεμα ως το κόκαλο. Ο καιρός χειροτέρεψε, άστραψε και βρόνταγε, έριχνε με το τσουκάλι. Πυκνή αντάρα τους τύλιξε δεν έβλεπαν πέρα απ’ τα πέντε μέτρα. Οι γελάδες και το μουλάρι βρεγμένα, τρομαγμένα και νηστικά, έχωναν τα κεφάλια τους μέσα την ταράτσα ζητώντας προστασία.

Τη μάνα μου την έζωσαν οι πόνοι στη μέση και την κοιλιά, που να ακουμπήσει και που να σταθεί… Είχε παγώσει. Ο πατέρας τα ‘χε χαμένα. Αδέξιος και ασυνήθιστος από τέτοιες καταστάσεις, στην ξενιτιά μεγάλωσε. Το μάτι της μάνας έπεσε σε κάτι στεγνά ξυλάκια στη γωνιά. Ανακουφίστηκε. Έκανε νεύμα στον πατέρα μου κι άναψε φωτιά, έφερναν γύρω-γύρω και τα ρούχα άχνιζαν πάνω τους, σα να ‘βγαινε καπνός.

Στέγνωσαν τα τσουράπια, έτριψαν τις λάσπες, τα ξαναφόρεσαν κι έδεσαν σφιχτά στα πόδια τους τα γουρνοτσάρουχα. Οι πόνοι της μάνας καλμάρισαν απ’ τη ζέστα, έβαλαν στο στόμα τους μια χαψιά ψωμί, συνήλθαν. Οι ώρες περνούσαν, τα ξύλα κάηκαν, φωτιά χαμήλωσε. Οι γονείς μου κοιτάζονταν στα μάτια με απόγνωση.

– Τι θα κανουμ’ Θανάση;

– Τι θα κάνουμ’ Αγγελική; Αν ξενυχτήσουμε εδώ τα πράματα θα ψοφήσουν όλη τη νύχτα στη βροχή κι αν πέσει λύκος στο σκοτάδι αλίμονό μας. Σ’ αυτά κρέμεται η ζωή μας.

– Και τούτοι οι πόνοι, έλεγε η μάνα.

– Νύχτα μες την ερημιά, συμπλήρωνε ο πατέρας.

Στα μακρινά σπιτάκια των Μποτσαίων λάλαγαν κοκόρια, προμήνυμα αλλαγής καιρού. Ανακουφίστηκαν. Η βροχή άρχισε να κοπάζει και οι αντάρες τραβιόνταν. Βγήκαν από την ταράτσα, υπολόγισαν μια-δυο ώρες μέρα. Αποφάσισαν να φύγουν, να προλάβουν να βγουν απ’ τον λόγγο και την ανηφόρα προτού σκοτεινιάσει.

Κουκουλώθηκαν, σαλάιξαν τα πράματα στη στράτα, ξεκίνησαν και «ο θεός βοηθός», είπε η μάνα κάνοντας το σταυρό της. Τα γουρνοτσάρουχα γλίστραγαν στη λάσπη και την ανηφόρα κι αντί μπροστά πήγαιναν πίσω. Ο πατέρας τράβαγε τη μάνα απ’ το χέρι, γλιστρώντας και πέφτοντας ποτ’ ο ένας ποτ’ ο άλλος. Πιάνονταν απ’ τις ουρές των ζώων, απ’ τους φράχτες και τα χαμόκλαρα, μπήχνοντας τα ματσούκια τους στη γη. Για να ‘μπαινε καβάλα στο μουλάρι, η μάνα, ούτε χώραγε στο σαμάρι, ούτε ήταν λογικό γιατί κι αυτό γλίστραγε, αν την έριχνε θα χάνονταν δυο ζωές.

Ο δρόμος δεν χτούραγε, η ώρα περνούσε, η βροχή συνέχιζε, η αντάρα κι ο λόγγος τους τύλιξαν στο σκοτάδι. Άναψαν το λαδοφάναρο, ο αέρας το ‘σβηνε κι όλο το άναβαν. Κάποτε βγήκαν στον αι Θόδωρο. Αγνάντεψαν το χωριό, δεν φώτιζε παράθυρο, ποιος ξέρει τι ώρα να ‘ταν! Πήρανε τον κατήφορο και νόμιζαν καλύτερα.

Μα όχι η μάνα, νόμιζε ότι θα τις πέσει η κοιλιά, την κρατούσε με τα δυο της χέρια. Οι πόνοι αβάσταχτοι, έσφιγγε τα δόντια, δάγκωνε τα χείλη. Ο πατέρας πάντα δίπλα, αμίλητες σκιές μέσα στο σκοτάδι, σαν φαντάσματα.

Σαν έφτασαν στο σπίτι, ο πατέρας έτρεξε στην κάτω γειτονιά κι έφερε τη γριούλα μαμή. Όταν είδε την γκαστρωμένη τρόμαξε. Ξύπνησε κι η γιαγιά Γιαννούλα, άναψαν φωτιά, της έβγαλαν τα βρεγμένα ρούχα που έσταζαν νερό, έστρωσαν δίπλα στο τζάκι, την ξάπλωσαν και την γύριζαν σαν αρνί στη σούβλα να ζεσταθεί από παντού. Ήταν παγωμένη και σπάραζε απ’ τους πόνους. Το παιδί είχε πέσει χαμηλά, η έγκυος εξαντλημένη δεν έκανε καμιά προσπάθεια, και το χειρότερο, η γιαγιά μαμή (πρακτική), διαπίστωσε πως το παιδί έρχονταν ανάποδα, με τα πόδια αντί με το κεφάλι. Σήκωσαν την έγκυο όρθια, ο πατέρας την κρατούσε απ’ τις μασχάλες κι η μαμή γονατιστή πάλευε να γυρίσει το παιδί, πράγμα αδύνατο.

Βγήκαν τα ποδαράκια, σιγά-σιγά γλίστρησε το κορμάκι, μετά τίποτα, κρέμονταν απ’ το λαιμό. Έξω μαύρα μεσάνυχτα, άστραφτε και βρόνταγε κι ο αέρας μούγκριζε. Κατ’ απ’ το λιγοστό φως του λυχναριού, ανθρώπινες σκιές χλωμές σαν το κερί, πάλευαν να σώσουν μάνα και παιδί που χαροπάλευαν.

Η δόλια μάνα, μάζεψε τις τελευταίες της δυνάμεις να βγάλει το κεφαλάκι του μωρού που κινδύνευε να πνιγεί… Δυστυχώς, το κορμάκι έπεσε χωρίς το κεφάλι. Το παιδάκι χάθηκε μα κι η μάνα κινδύνευσε.

– Τα παιδάκια μου θα μείνουν ορφανά, είπε και σωριάστηκε στο πάτωμα.

Η γριούλα μαμή που είχαν δει πολλά τα μάτια της, δεν τα έχασε.

– Τρέξτε, φέρτε την καναβδιά, φώναξε.

Δώδεκα οριές χοντρό σκοινί που φόρτωναν το μουλάρι.

Σήκωσαν όρθια τη μάνα, τύλιξαν γρήγορα και σφιχτά το σκοινί, από πάνω προς τα κάτω, σ’ όλη τη κοιλιά της δίνοντας της συγχρόνως μια μεγάλη μπουκάλα να φυσάει μέσα, με όλη της τη δύναμη. Το κεφαλάκι του μωρού πετάχτηκε κι έπεσε κάτω σαν μπαλίτσα. Χίλια και άλλα εύγε στη γριούλα μαμή. Οι γυναίκες απ’ την ώρα που έμεναν έγκυες, έβαζαν το ένα πόδι στον τάφο, έλεγαν.

———————-

  1. Όπως η ίδια αφηγούνταν αυτό συνέβηκε το 1915
  2. Λαού. Περιοχή στα ανατολικά της κορυφής του Αι Θόδωρου.
  3. Ζευγάρι λέγονταν τα δυο ζώα που τραβούσαν το άροτρο με το οποίο όργωναν τα χωράφια.

ANTARSIA

του Λευτέρη Κορέλη

Ήταν ένα όμορφο κι ήσυχο απόγευμα του Ιουνίου του 1942. Η φύση στην καλύτερή της ώρα! Οι φραουλιές, σκαρφαλωμένες στις κλάρες τους, αγκαλιασμένες με τις κολοκυθιές. Τα μαρούλια, ο μαϊδανός, τα κρεμμυδάκια κι οι ντομάτες σκέπαζαν τους κήπους… Τα χωράφια όλα καλλιεργημένα! Χλόιζαν τα τριφύλλια, κυμάτιζαν τα στάχυα, πρασίνιζαν τα αμπέλια! Θρόιζαν τα φύλλα της λεύκας, ζουζούνιζαν οι μέλισσες στα άνθη της καστανιάς και μυριάδες ρουμπίνια κρέμονταν στα φύλλα της κερασιάς! Ο κούκος το ‘λεγε στο δάσος και τ αηδόνια ερωτεύονταν στις ρεματιές!…

Έτσι ακριβώς ήταν εκείνο το απόγευμα, που το αναστάτωσε στην αρχή το γρήγορο χτύπημα της μικρής καμπάνας του «Σταυρού»(1), κι αμέσως μετά οι καμπάνες της Παναγίας και του Άι Θανάση.

Οι χωριανοί, άνδρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, που εργάζονταν εκείνη την ώρα στα χωράφια, παράτησαν έντρομοι τη δουλεία τους και στύλωσαν αυτιά και μάτια προς το χωριό. Κάποιοι σκέφτηκαν τα μικρά παιδάκια τους, που ήταν μόνα, άλλοι γέροντας και ανήμπορους που άφησαν πίσω φεύγοντας το πρωί, μα κανένας δεν σκέφτηκε το απρόσμενο, που ήταν μια επιδρομή των Ιταλών καταχτητών!

Ως εκείνη την ώρα, στους Γαρδικιώτες θύμιζε τη σκλαβιά, μόνο η ανέχεια που τους στέρησε  από τα απαραίτητα: το λαδάκι, τη ζάχαρη, τη «ντυμασιά», την «ποδεσιά»(2), ακόμα και το κινίνο.

Αυτή τη φτώχεια τη λογάριαζαν, γι’ αυτό και ρίχτηκαν με τα μούτρα στην καλλιέργεια της γης, που την θυμήθηκαν τώρα κι άνθρωποι που είχαν χρόνια να ‘ρθουν στο χωριό κι άλλοι, που τα χέρια τους ήταν «απ’ την πένα» μαλακά κι άσπρα σαν το βαμπάκι. Άλλα λοιπόν λογάριαζαν οι άνθρωποι κι άλλα τους βρήκαν.

Εκείνο το καλοκαιριάτικο απόγευμα ένας λόχος Ιταλών με Έλληνες συνεργάτες, έφτασαν στο Γαρδίκι, ερχόμενοι από την Σπερχειάδα, όπου είχε την έδρα του ένα ολόκληρο ιταλικό τάγμα. Ο επικεφαλής αξιωματικός ζήτησε να δει τον πρόεδρο της Κοινότητας και τον διέταξε:

– Σε μια ώρα Πρόεδρε, όλοι οι άνδρες του χωριού, από 18 χρονών και πάνω, να συγκεντρωθούν στο σχολείο. Όσοι δεν έρθουν θα συλληφθούν και θα τιμωρηθούν σκληρά για απείθεια στις αρχές κατοχής.

– Μα λείπουν στα χωράφια, ψιθύρισε τρέμοντας ο Πρόεδρος.

– Να τους ειδοποιήσεις μ’ όποιο μέσο μπορείς, τον συμβούλεψε ένας προδότης Δωδεκανήσιος που τον έλεγαν Στέλλα κι έκανε τον διερμηνέα.

– Τις καμπάνες! διέταξε ο Πρόεδρος. Τις καμπάνες! Χτυπάτε τις καμπάνες! Και καταράστηκε από μέσα του, την ώρα και τη στιγμή που δέχονταν να πάρει το αξίωμα του Προέδρου…

Κι άρχισαν οι καμπάνες του «Σταυρού», της Παναγίας και τα Άι Θανασιού, να χτυπούν δαιμονισμένα. Μικρά παιδάκια αποσταλμένα από το Πρόεδρο, έτρεχαν στα χωράφια να φέρουν τους γονείς τους στο χωριό

– Πατέρα, φώναζαν από μακριά, ήρθαν Ιταλοί! Είπε ο Πρόεδρος να ‘ρθεις στο χωριό. Όλοι οι άντρες να παν’ στο σχολειό. Γρήγορα…

Σε μια ώρα γέμισε ανθρώπους το χωριό κι οι άντρες, νομοταγείς κι υπάκουοι τραβούσαν για το σχολείο. Οι νέοι όμως δίσταζαν, κι αντί για το σχολείο τραβούσαν προς το δάσος.

Με τον Θανάση Τσαρό, ήρθαμε αμέσως σ’ επαφή στην αρχή, με τους λίγους μυημένους στο Κόμμα, και στην συνέχεια με τους άλλους νέους του χωριού, και πήραμε την απόφαση: Όχι στο σχολείο, όλοι στον «Κρυάλο» (3).

Μαζευτήκαμε καμιά εικοσαριά παιδιά. Ο Κώστας ο Κουσουρής, είχε κι έναν «γκρα»(4) με δυο-τρία φυσίγγια. Σταθήκαμε πρώτα στα Αλώνια, στη Ράχη. Από κει βλέπαμε το σχολείο κι ελέγχαμε το δρόμο από το χωριό προς τη Ράχη. Βράδιασε,   άναψαν τα λυχνάρια και οι λάμπες, κι εμείς βλέπαμε τα φωτισμένα παράθυρα των σπιτιών αλλά και του σχολείου.  Αργά το βράδυ πήραμε το δρόμο προς την Οξυά και σταματήσαμε στο σύρραχο στον Κρυάλο. Κι από δω παρατηρούσαμε το δρόμο κι όλη τη νύχτα προσέχαμε κάθε κίνηση. Θυμάμαι, βάλαμε και σκοπούς.

Όταν έφεξε, σαν οργανωμένο στρατιωτικό τμήμα, τραβήξαμε πιο ψηλά, προς τη Βίγλα και «στρατοπεδεύσαμε» κάτω από μια συστάδα με πυκνά έλατα. Εκεί μας ήρθε και μας βρήκε ο Γιάννης Σακελλάρης που τον λέγαμε «Κωσταντάκη». Ήταν σε κακό χάλι, δαρμένος από τους Ιταλούς. Κλείστηκε μαζί με τους άλλους στο σχολείο και είδε κι έπαθε ώσπου να ξεφύγει. Μας διηγήθηκε λοιπόν τι συνέβηκε.

– Γέμισε, που λέτε, το σχολείο από άνδρες. Ένας Ιταλός αξιωματικός έβγαλε λόγο και τους είπε «…εμείς εδώ ήρθαμε με καλές προθέσεις. Θέλουμε να ας βοηθήσουμε να περάσει χωρίς δυσκολίες για σας ο πόλεμος, για τον οποίον φταίνε οι Άγγλοι και οι Ρώσοι. Πρέπει όμως κι εσείς να δείξετε καλοσύνη. Και πρώτα-πρώτα να μας παραδώσετε τα όπλα που, όπως μας είπαν, έχετε κρυμμένα. Τα όπλα δεν σας χρειάζονται. Εμείς θα σας υπερασπιστούμε από τους εχθρούς σας, τους Άγγλους και τους Ρώσους αλλά και από τους φυγάδες, τους δικούς σας αρχηγούς, που έφυγαν με τους Άγγλους πήγαν σε άλλες χώρες και αφήνοντάς σας μόνους. Σας δίνω μιας ώρας άδεια να πάτε και να τα φέρετε. Όποιος παραδίδει όπλο, θα ναι ελεύθερος να φύγει και δεν θα τον ενοχλήσει κανένας.

Έβγαλε απ’ το τσεπάκι του το ρολόι του, το κοίταξε και το άφησε πάνω στο τραπέζι λέγοντας:

-Η ώρα είναι έξι. Στις επτά να γυρίσετε με τα όπλα.

Κάθισε στην καρέκλα του, αλλά κανείς δεν έφευγε. Ο Ιταλός άναψε τσιγάρο και βγήκε στην αυλή του σχολείου. Ύστερα από λίγο ξαναγύρισε στην αίθουσα και τους είδε όλους στις θέσεις τους, σιωπηλούς και αμήχανους. Κάτι είπαν με τον Στέλλα, κι αμέσως διέταξε τον πρώτο που είδε μπροστά του:

-Έλα ‘δω εσύ.

Τρέμοντας, σηκώθηκε απ’ το θρανίο και προχώρησε προς την έδρα, ο Γαρδικιώτης. Ο Ιταλός τον πλησίασε, κρατώντας στο χέρι του ένα μαστίγιο που το χτυπούσε με δύναμη στο πάτωμα κάνοντας να κροταλίζει.

– Έκει όπλο; τον ρώτησε με σπαστά Ελληνικά

– Δεν έχω, απάντησε ο Γαρδικιώτης.

– Βγκάλε σακάκι, του είπε ο Ιταλός.

Το έβγαλε φοβισμένος και το κρατούσε στα χέρια του. Αμέσως δέχτηκε ένα χτήπημα στην ράχη από τον Ιταλό. Το μαστίγιο πλατάγισε και σχεδόν του τύλιξε το κορμί του σκίζοντας το πουκάμισο. Το πρόσωπό του έγινε κατακόκκινο. Από το πόνο; Από τη ντροπή; Από το θυμό; Ποιος ξέρει…

– Έκει όπλο; ξαναρώτησε.

– Όχι, σ’ ορκίζομαι.

– Βγκάλε ποκάμισο, ήρθε η απάντηση.

Το μαστίγιο έπεσε στην πλάτη ξανά.

– Έκει όπλο; ξαναρώτησε.

– Όχι, κυρ-αξιωματικέ απάντησε ξέπνοα.

– Βγκάλε πανταλόν.

Το μαστίγιο κτύπησε πάλι το βασανισμένο κορμί του χωριανού. Έτσι συνεχίστηκε η ανάκριση. Με το μαστίγιο να ματώνει τη πλάτη. Όμως όπλο ούτε είχε ούτε παρέδωσε. Με μια κλωτσιά τον πέταξε στο πάτωμα κι από κει τον τράβηξαν οι άλλοι έξω απ’ την αίθουσα. Ακολούθησε δεύτερος, τρίτος, τέταρτος με την ίδια μεταχείριση. Ένας δύστυχος απ’ τον Αι Θανάση, δεν άντεξε και πολύ. Κουρασμένος, νηστικός απ’ το πρωί μια και το μόνο που είχε φάει ήταν μια κλάρα κεράσια απ΄ το δέντρο που είχε στο χωραφάκι του στο Νορήτικο δεν άντεξε. Θες ο φόβος, θες ο πόνος, θες τα πολλά κεράσια στο τρίτο κτύπημα του βούρδουλα, ξεχείλισαν απ’ τα μπατζάκια του παντελονιού και γέμισαν το πάτωμα της αίθουσας κουκούτσια και ότι άλλο απέμεινε από τα κεράσια μαζί με μυρωδιές… Στο θέαμα αυτό κανείς απ’ τους χωριανούς δεν γέλασε. Τρόμαξαν όλοι.

– Έχω εγώ ένα παλιό σκουριασμένο όπλο, φώναξε κάποιος. Να πάω να το φέρω;

– Ναι να πας και να ‘ρθεις γρήγορα. Μετάφρασε ο Στέλλα.

– Έχω κι εγώ είπε ένας άλλος.

– Να πας κι εσύ….

– Κι εγώ…

– Κι εγώ… άρχισαν να ακούγονται φωνές.

– Κι εσύ κι όλοι όσοι έχετε. Άντε, θέλατε πρώτα ξύλο.

Ο Στέλλα έδειχνε ικανοποιημένος που έσπασε το πείσμα τούτων των ξεροκέφαλων χωρικών. Αλλά κι ο αξιωματικός ανακουφίστηκε γιατί σκέφτηκε ασφαλώς τι θα γίνονταν αν συνεχίζονταν η άρνηση και η σιωπή των ανθρώπων. Να τους σκοτώσει δεν είχε όπως φαίνεται διαταγή.

Βγήκαν απ’ το σχολείο μερικοί και σε λίγο ξαναγύρισαν κρατώντας άλλος μια καραμπίνα, άλλος κανένα παλιοπίστολο μαυροβουνιώτικο κι άλλος καριοφίλι του ’21. Ένας έφερε μια κάνη σκουριασμένη κι άλλος μια ξιφολόγχη!

Ήταν πλέον μεσάνυχτα. Είδαν κι απόειδαν οι Ιταλοί πως δεν έβγαινε τίποτα και τους άφησαν να φύγουν, δίνοντάς τους εντολή να μαζευτούν την άλλη μέρα στη πλατεία.

Καταχαρούμενοι, εκτός απ’ αυτόν που χέστηκε, γύρισαν στα σπίτια τους και διηγιόντουσαν τα πάθη τους. Έτσι πήραν οι Γαρδικιώτες μια πρώτη γεύση της Κατοχής.

Την άλλη μέρα το πρωί μαζεύτηκαν πάλι στη πλατεία, αλλά το μόνο που ήθελαν ήταν άλογα και μουλάρια για να τους μεταφέρουν στον επόμενο σταθμό τους.

Εμείς ακούγαμε την διήγηση του Κωσταντάκη κι αισθανόμασταν σαν να έπεφταν στην πλάτη μας οι βουρδουλιές του Ιταλού! Συμφωνήσαμε πως σωστά πράξαμε που δεν παρουσιαστήκαμε στο σχολείο και δεν υπακούσαμε στον κατακτητή. Και αποφασίσαμε το ίδιο να κάνουμε σε παρόμοια περίπτωση στο μέλλον.

Με τον Τσαρό βρήκαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε τώρα ανοιχτά στα παιδιά για αντίσταση κι αγώνα. Τα λόγια μας εκείνη τη στιγμή εύρισκαν το πιο πρόσφορο έδαφος.

Κατά στις δέκα το πρωί την άλλη μέρα, οι Ιταλοί και οι συνεργάτες τους, με ζώα που επιτάξανε απ’ το χωριό για να καβαλικέψουν οι αξιωματικοί τους, έφυγαν προς τη Ναυπακτία. Πέρασαν ως πεντακόσια μέτρα μακριά μας χωρίς να μας δουν. Εμείς βλέποντας να ανηφορίζουν πέσαμε μέσα σε μια ρεματιά και καλυφθήκαμε κάτω απ τα δέντρα.

Το απόγευμα κατεβήκαμε προς το χωριό και κρυφτήκαμε στο Κεφαλάρι. Εκεί από τους χωριανούς μας Γιάννη Χ. Μαλούκο και Νίκο Θέο μάθαμε λεπτομέρειες για τα γεγονότα του σχολείου. Κι ενώ είμασταν έτοιμοι να επιστρέψουμε στα σπίτια μας, έφτασε τρέχοντας η Τασία του Γκέκα. Είχαμε μαζί μας και τον αδερφό της. Έτρεξε να μας πει ότι στο χωριό ήρθαν κι άλλοι Ιταλοί. Αναβάλαμε λοιπόν την κάθοδο και τραβηχτήκαμε προς το δάσος. Αργότερα άλλος αγγελιοφόρος, ο Πάνος Τσικριπής μας πληροφόρησε ότι οι νέοι επιδρομείς δεν πείραξαν κανένα. Ήταν της Επιμελητείας και ζητούσαν απ’ τους χωριανούς μαλλιά, τυρί, αλεύρι και άλλα εφόδια.

Με μέτρα προφύλαξης μπήκαμε στο χωριό και τραβήξαμε για τα σπίτια μας. Εγώ όμως κι ο Τσαρός δεν κοιμηθήκαμε σ’ αυτά εκείνο το βράδυ, γιατί όπως και στα περισσότερα σπίτια το χωριού ο Πρόεδρος είχε στείλει τους Ιταλούς για κατάλυμα.

Ήταν αυτό το επεισόδιο η πρώτη επαφή του χωριού μας με τον κατακτητή κι η πρώτη δική μας ανταρσία. Ο θείος του Θανάση Τσαρου, ο Γρηγόρης Τσαρός κι δικός μου θείος Γιώργος Αναγνωστόπουλος, μας εξόρκισαν να μην το ξανακάνουμε, γιατί θα «κάψουμε» το χωριό, κι αυτό κανένας δεν θα μας το συγχωρέσει. Ίσως είχαν δίκιο. Αυτοί μιλούσαν με την πείρα της ηλικίας τους. Μα εμείς σκεφτόμασταν και δρούσαμε με την ορμή και το φρόνημα της νιότης μας

————

  • 1. Σταυρός: η πλατεία στο κέντρο του χωριού, όπου απ’ το κλωνάρι του πλάτανου κρέμεται ακόμα και σήμερα μια μικρή καμπάνα για να καλεί τους πιστούς στην εκκλησία και καλεί τα σχολιαρούδια στο μάθημα.
  • 2. «ντυμασιά»-«ποδεσιά»: λέξεις που σημαίνουν ένδυση και υπόδηση. Δηλ. ρούχα και παπούτσια.
  • 3. Κρυάλος: Τοποθέσια έξω απ’ το χωριό στο δρόμο προς την Οξυά, σε απόσταση μιας περίπου ώρας με τα πόδια, από το χωριό.
  • 4. Γκρας: Πολεμικό τουφέκι από την εποχή του πολέμου του 1897.

Φωτογραφία: Νέοι του Γαρδικιού στην πλατεία του Σταυρού την περίοδο της Κατοχής

tseligas-1

του Μάρκου Γκιόλια

Παράλληλα προς το οικογενειακό συμβούλιο και τις εξουσίες του, στο πατριαρχικό τσελιγκάτο λειτουργεί και δεύτερο σημαντικό όργανο. Είναι ο τσέλιγκας, που στην κατά τόπους ελληνική παράδοση καταγράφεται ως αρχηγός της κτηνοτροφικής πατριάς (1). Είναι η ηγετική προσωπικότητα της στάνης, ο άνθρωπος από τον οποίον εξαρτάται η καλή φήμη του τσελιγκάτου, γιατί και αυτή παίζει ρόλο στην οικονομική φερεγγυότητα του θεσμού προς τα έξω. Ό,τι είναι το  οικογενειακό συμβούλιο για την εσωτερική ζωή του τσελιγκάτου, το ίδιο θεωρείται και ο τσέλιγκας για την καλλιέργεια των σχέσεων του θεσμού με την περιβάλλουσα κοινωνία. Κυρίως ο ρόλος του αφορά στις οικονομικές και νομικές δεσμεύσεις του τσελιγκάτου προς τρίτους.

Ο τσέλιγκας αποτελεί την ίδια την ταυτότητα θεσμού στις οικονομικές συναλλαγές και τις δημόσιες σχέσεις: Ήτο ο υπό των άλλων ποιμένων αναδεικνυόμενος πρώτος, όπως αντιπροσωπεύει αυτούς ενώπιον των αρχών (2). Η οικονομική  ανάπτυξη του τσελιγκάτου είναι αναπόσπαστα συνυφασμένη με την ικανότητα του αρχηγού του. Ως πρόσωπο ο τσέλιγκας είναι ένα προικισμένο και ταλαντούχο άτομο, που χαίρει μεγάλου σεβασμού στον πληθυσμό της στάνης: διαθέτει αναγνωρισμένα διοικητικά προσόντα, κύρος, εξυπνάδα, πείρα, σοβαρότητα. Επιπλέον έχει κοινωνικές γνωριμίες και διασυνδέσεις και ξέρει τουλάχιστον γραφή και ανάγνωση. Όλοι σχεδόν οι ισχυροί τσέλιγκες γνώριζαν στοιχειώδη γράμματα. Μερικά μάλιστα άτομα, προερχόμενα από τα τσελιγκάτα, αναδείχτηκαν λόγιοι και δάσκαλοι του Γένους κατά την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας.

Ένας διαπρεπείς Άγγλος ιστορικός και αρχαιολόγος, ο Nicholas Hammond, προσωπικός γνώστης των τσελιγκάτων της Ηπείρου και της Μακεδονίας κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σημειώνει για την σύνθεση της ποιμενικής κοινότητας και της εξουσίας του αρχηγού της: «Η κοινωνία είναι συμπαγής με αναπτυγμένη τη συνείδηση των υποχρεώσεων και της φιλοτιμίας. Μέσα  στο πλαίσιο της κοινότητας ο καθένας προάγει το κοινό συμφέρον. Τόσο ο ατομικισμός όσο και η δουλοπαροικία είναι άγνωστα. Υπάρχει εντούτοις ισχυρή πατριαρχική εξουσία. Ο αιρετός αρχηγός της ομάδας ή της πατριάς έχει πλήρεις εξουσίες, τις οποίες ασκεί για να διατηρεί τη συνοχή της “παρέας” και να διαπραγματεύεται εν ονόματί της. Αποκαλείται δε  “τσέλνικου” από τους Βλάχους, “τσέλιγκας“ από τους Σαρακατσάνους και «φύλαρχος» από τον Κατακουζηνό κατά την βυζαντινή περίοδο» (3).

Στο αξίωμα του τσέλιγκα αναδεικνύεται το εμπειρότερο άτομο, συνήθως ο εκπρόσωπος της αρχαιότερης γενιάς. Ο παροιμιακός κανόνας δικαίου αποδοκιμάζει την ανάθεση της εκτελεστικής και διαχειριστικής εξουσίας σε πρόσωπα που δεν έχουν πείρα και γνώση. Ο στόχος είναι να αποκλεισθεί ενδεχόμενη διακινδύνευση του τσελιγκάτου από την απειρία: Όλα του πρέπουνε του νιου, έξω από το κουμάντο (4). Ωστόσο ο κανόνας αυτός δεν είναι απόλυτα δεσμευτικός, εφόσον το γηραιό πρόσωπο κρίνεται ακατάλληλο ή ανίκανο προς άσκηση των καθηκόντων του. Για την ανάδειξη του τσέλιγκα στο αξίωμά του, ισχύει το κριτήριο της ικανότητας και όχι οπωσδήποτε της αρχαιότητας, αρχή που επικρατεί και στο διευρυμένο τσελιγκάτο.

Το θέμα δεν είναι συναισθηματικό ούτε μαρτυρεί έλλειψη του οφειλόμενου σεβασμού στο γηραιό πρόσωπο. Αφορά στην άμεση οικονομική επιβίωση των ποιμνίων και των ανθρώπων της κοινότητας. Και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα του τσέλιγκα με το αξίωμά του. Ο ίδιος ο τσέλιγκας έχει το δικαίωμα να παραιτηθεί ή να ζητήσει αντικατάστασή του εξαιτίας γήρατος ή άλλου σπουδαίου λόγου. Επομένως, ο τσέλιγκας δεν είναι ισόβιος στο αξίωμά του. Εφόσον ανταποκρίνεται με επάρκεια στις υποχρεώσεις του, δεν υπάρχει λόγος αλλαγής του. Πάντως και μετά την αποχώρησή του φέρει τιμητικά τον τίτλο του τσέλιγκα, όπως και ο καπετάνιος στην κλεφτοαρματολική ομάδα. Συχνά μάλιστα τον προσφωνούν καπετάνιο. Ο τίτλος του είναι η ιστορία του.

Τα καθήκοντα του τσέλιγκα είναι ποικίλα.  Συνδέονται με συγκεκριμένες ενέργειες και πρακτικές. Καταρχήν είναι το εκτελεστικό όργανο του τσελιγκάτου. Έχει την ευθύνη για την εκτέλεση όλων των εντολών και αποφάσεων του οικογενειακού συμβουλίου. Αποδώ πηγάζει και το διατακτικό του δικαίωμα προς όλα τα μέλη του τσελιγκάτου. Αυτός κρατάει τη διαχείριση και ενημερώνει το επίσημο τεφτέρι του τσελιγκάτου με τις εισπράξεις και τις πληρωμές. Κανένα μέλος δεν έχει το δικαίωμα να προβαίνει σε διαχειριστικές και οικονομικές πράξεις χωρίς την δική του εντολή. Οι εκταμιεύσεις για την αγορά των απαραίτητων προϊόντων διατροφής και ειδών ένδυσης ή υπόδησης, γίνονταν με την συγκατάθεσή του και ανάλογα με τα υπάρχοντα χρηματικά αποθέματα του κοινού ταμείου.

Ανάμεσα στα καθήκοντα του τσέλιγκα είναι και οι ενέργειες και επαφές για την εξασφάλιση των λιβαδιών παραχείμασης ή ξεκαλοκαιριού. Με την προσωπική του ευθύνη συνάπτονται οι διάφορες μισθωτικές συμφωνίες και οι διακανονισμοί της πληρωμής. Για τον λόγο αυτό ο τσέλιγκας βρίσκεται  σε μια διαρκή κατά κάποιον τρόπο μετακίνηση: Ταξιδεύει σε πόλεις και χωριά για να πετύχει πλουσιότερη σε χορτονομή λιβάδια και ευνοϊκότερους όρους συμφωνιών. Ο ίδιος είναι επίσης επιφορτισμένος με την διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων για τις πωλήσεις των προϊόντων: Τη συμφωνία στον καθορισμό των τιμών, τον τρόπο πληρωμής, τον χρόνο εξόφλησης και άλλα συναφή ζητήματα. Προς τον σκοπό αυτό έρχεται σε επικοινωνία με εμπόρους, καλλιεργεί γνωριμίες και φροντίζει για το κοινό συμφέρον του τσελιγκάτου.

Για τις οικονομικές και διαχειριστικές πράξεις του, ο τσέλιγκας δεν είναι ανεξέλεγκτος. Λογοδοτεί στο οικογενειακό συμβούλιο στο τέλος κάθε εξαμήνου. Σε αυτό αναφέρει λεπτομερώς τις ανειλημμένες οικονομικές υποχρεώσεις του τσελιγκάτου για το μέλλον, τις συμφωνίες που συνάπτει, καθώς και τα ενδεχόμενα δικαιώματα εισπράξεων. Η λογοδοσία είναι πανηγυρική ενώπιον όλων των ενηλίκων μελών της στάνης. Οι συμφωνίες ή οι υπογραφές του τσέλιγκα δεσμεύουν ολόκληρο το τσελιγκάτο ως ολότητα περιουσίας. Κανένα μέλος δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει εξαίρεση ή να αρνηθεί την υποχρέωσή του. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις είναι συλλογικά.

tseligas-2

Περίπτωση κατάχρησης ή απόκρυψης εσόδων από τον τσέλιγκα είναι μάλλον απίθανη, αφού στα πατριαρχικά τσελιγκάτα δεν επιτρέπετε η ατομική περιουσία. Τα έξοδα εξάλλου του τσέλιγκα κατά τις μετακινήσεις του επιβαρύνουν το κοινό ταμείο. Σημαντικό είναι το εισηγητικό δικαίωμα του τσέλιγκα στο οικογενειακό συμβούλιο, για τη λήψη αποτελεσματικότερων οικονομικών και διοικητικών μέτρων. Στο πλαίσιο των εθιμικών του αρμοδιοτήτων, ο τσέλιγκας ασκεί καθήκοντα «προέδρου» του οικογενειακού συμβουλίου και αντιπροσωπεύει το τσελιγκάτο απέναντι σε κάθε Αρχή: φορολογική, δικαστική, αστυνομική. Έχει ακόμα δικαίωμα να συγκαλεί το συμβούλιο και να παραπέμπει οποιοδήποτε μέλος δεν εκτελεί τις εντολές του.

Το διευθυντικό δικαίωμα του τσέλιγκα συνοδεύεται συγχρόνως με την διαρκή φροντίδα του για την ασφάλεια της ποιμενικής κοινότητας. Προς τον σκοπό αυτό οι ποιμένες φέρουν πάντα όπλα, σύμφωνα με την καταγραφή του Κασομούλη: Υποχρεωμέναι αι ομάδες αυταί, ως εκ της διανομής και χωρητικότητος των λιβαδιών και των ποιμνίων, να σχηματίζωνται εις τόσα κόμματα και τόσας κοινότητας σκηνιτών, και έχουσαι η κάθε μία εξ αυτών ανά ένα αρχιποιμένα (τζέλνικα), όστις διευθύνων τα πάντα και αντιπροσωπεύων το κοινόν των, επροσταύτευεν τα συμφέροντά των, υπό την διεύθυνσιν τούτου, οπλοφορούντες αείποτε, εις τα ορεινά μέρη και πεδιάδας, η φυλή των Γραικοβλαχων, όταν εν καιρώ ανοίξεως ή χινοπώρου συναθροίζετο να αλλάξη θέσεις […], εσχημάτιζεν τόσους οπλοφόρους, όσους επροξενούσαν εις την διάβασίν των πολλάκις φόβον. (5)

Οι εκτελεστικές εξουσίες του τσέλιγκα είναι αναμφισβήτητα πολλές. Αλλά αυτές δεν υπερβαίνουν τα όρια της εθιμικής νομιμότητας. Ασκούνται μέσα σε καθορισμένο πλαίσιο κανόνων. Ο ίδιος ο τσέλιγκας είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στην άσκηση των δικαιωμάτων του. Το εθιμικό καθεστώς, που βιώνει και προασπίζει προσωπικά ως όργανο, δεν μπορεί αυθαίρετα να το ακυρώνει για τους άλλους. Ενδεχόμενη υπέρβαση εξουσίας ή καταχρηστική άσκηση δικαιώματος συνεπιφέρει ολέθρια αποτελέσματα, διασαλεύει ολόκληρη την εθιμική τάξη της ποιμενικής κοινότητας. Πρακτικά συνεπάγεται τη διάσπαση ή διάλυση του τσελιγκάτου.

Το γεγονός ότι υπάρχει δυνατότητα αλλαγής ή αντικατάστασης του τσέλιγκα, αποτελεί μια ασφαλιστική δικλείδα για την αποτροπή φαινομένων εξουσιαστικής αυταρχίας. Οι ποιμένες του τσελιγκάτου έχουν πλήρη συνείδηση αυτής της δυνατότητας, αλλά και γνώση του παροιμιακού κανόνα για την αντικατάσταση της αυταρχικής διοίκησης: Η χώρα βάνει τον παπά, κι η χώρα τον εβγάνει (6). Ωστόσο, οι ποιμένες τρέφουν μεγάλη εκτίμηση στη σοφία και στη γνώση: Κάλλιο άδεια τσέπη, παρά άδειο κεφάλι (7). Στην πραγματικότητα, ο τσέλιγκας είναι ιδιαίτερα αγαπητός στον κόσμο της στάνης. Γι’ αυτό και εξυμνείται όσο λίγα πρόσωπα στη λαϊκή παράδοση. Ακόμα και η κοινή περιουσία του τσελιγκάτου προσγράφεται στο αξίωμά του: Του τσέλιγκα ‘ν τα μαντριά τα καγκελοπλεγμένα/ του τσέλιγκα ‘ν τα πρόβατα τ’ αργυροκουδουνάτα (8).

———————–

 (1) ΑΙΛ, (Αρχείο Ιστορικού Λεξικού Ακαδημίας Αθηνών) χφ. 585 (Μακεδονία), χφ. 315 σ. 85 (Ήπειρος). Πρβλ. D. Maurogiannis, L’ association Cooperative d’ Ampelakia, 1975, σσ 23-25.

(2) ΑΙΛ, χφ. 293, σ. 28, πρβλ. χφ. 1041, σ. 741, χφ. 552, σ. 320, χφ. 137 α, σ. 91, χφ. 679, σ. 4, χφ. 1010, σ. 87, χφ. 1033, σ. 154

(3) N. G. Hammond, Κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί, σ. 80

(4) Π. Αραβαντινού, Παροιμιαστήριον, σ. 85 no 873

(5) Ν. Κ. Κασομούλης, Ενθυμήματα, 1, σ.105

(6) Π. Αραβαντινού Παροιμιαστήριον, σ. 151, no 1687

(7) Ν. Τσοολοδήμου-Τ. Δημητρακάκη, Δερβέκιστα. 1978, σ. 701

(8) ΑΙΛ, χφ. 696, σ. 12 (Θεσσαλία). Πρβλ. και χφ. 100, σ. 120

———————–

Το κείμενο είναι από το μοναδικό στο είδος του βιβλίο του Μάρκου Γκιόλια «Παραδοσιακό Δίκαιο και Οικονομία του Τσελιγκάτου» Εκδόσεις ΠΟΡΕΙΑ, Αθήνα 2004

H πρώτη φωτογραφία είναι από το αρχείο Λ. Παπαλεξανδρή/ iteanet.wordpress.com  και η δεύτερη από  sarakatsanoi.blogspot.gr.

Blog-1a

του Γιάννη Δημ. Παπαναγιώτου

Το Παλιοχώρι στην απογραφή του 1896 έχει περίπου 250 κατοίκους. Εξακολουθεί όμως, για αρκετά χρόνια ακόμα να εξυπηρετείται Κοινοτικώς και Εκκλησιαστικώς, από τα Πουγκάκια.

Στα 1930 οι Παλιοχωρίτες αποκτούν δική τους Ενορία, το δε Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία μετατρέπεται σε Ενοριακό Ναό της ενορίας Παλιοχωριού. Στις 4 δε Αυγούστου του αυτού έτους χειροτονείται και διορίζεται, ο πρώτος ιερέας της Ενορίας τους, Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου, από τα Πουγκάκια, ο οποίος υπηρέτησε με πίστη και αφοσίωση μέχρι σήμερα(1) τον ιερό Ναό του Προφήτη Ηλία.

Στις 20 Ιουλίου 1936 στον παλιό Ναό του Μοναστηριού έγινε η τελευταία λειτουργία. Λίγες μέρες αργότερα ο παλιός Ναός του Μοναστηριού κατεδαφίστηκε, από τους κατοίκους της Ενορίας, γιατί φαίνεται πως μετά την διάλυση του Μοναστηριού(2) ο Ναός εγκαταλείφτηκε στην τύχη του και οι βροχές διάβρωσαν τη σκεπή και τους τοίχους του και επιδείνωσαν τα ανοίγματα που είχε προκαλέσει η φωτιά που είχε βάλει ο Γιουσούφ Αράπης το 1794 και επανέλαβαν οι Οθωμανοί κατά την Εθνική μας Εξέγερση, και χτίστηκε κατ’ απομίμηση αυτού, άλλος Ναός, στην ίδια σχεδόν θέση και από τις ίδιες καλλίγραμμες πέτρες του παλιού του Μοναστηριού με ανάλογη χάρη και επιβλητικότητα, για να συνεχίσει την ιστορία Εκείνου, του αξιόλογου και λαμπρού παλιού Ναού του Μοναστηριού. Με την κατεδάφιση του, ο τόπος αναμφίβολα, έχασε ένα αξιόλογο και μεγάλης αξίας καλλιτεχνικό, ιστορικό και αρχαιολογικό μνημείο της Χριστιανοσύνης, το οποίο κατόρθωσε μέσα από τα βάθη της Τουρκοκρατίας, να ξεπεράσει το μίσος και τη φωτιά του Γιουσούφ, να ξεφύγει τη μανία των Τούρκων στα χρόνια της Εθνικής μας Εξέγερσης, να επιζήσει και να φτάσει μέχρις εμάς, επιβλητικό και ακτινοβόλο προπύργιο της Εθνικής μας ζωής στα μαύρα χρόνια της πικρής σκλαβιάς.

Ο προϋπολογισμός της δαπάνης του νέου Ναού του Προφήτη Ηλία, καθώς προκύπτει από την 16/5-7-1936 πράξη της Ενοριακής Επιτροπής ανέρχεται σε 58.000 δραχμές. Ο απολογισμός όμως του έργου, φτάνει στις 60.000 δραχμές, και καλύφτηκε από χρήματα ου συγκεντρώθηκαν, από τον έρανο επισκευής του ιερού Ναού Προφήτη Ηλία, από την τελευταία λειτουργία που έγινε στον παλιό ιερό Ναό του Μοναστηριού στις 20-7-1936, όπου συμμετείχαν και τα περίχωρα, από την πούληση των Λειβαδιών-Καρυάς και Παλαμονίδας, από την προαιρετική εισφορά των κατοίκων και από τη χρηματική δωρεά των δέκα χιλιάδων δρ. του αείμνηστου Παλιοχωρίτη, Ιωάννη Ευ. Παπαναγιώτου  ο οποίος μόλις τότε είχε φτάσει στο χωριό από την Αμερική. Δυστυχώς ο πρόωρος θάνατός του στην Αμερική, δεν τον άφησε να κάνει τίποτα περισσότερο για το χωριό του. Ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή του!…

Η σχετική πράξη του Προϋπολογισμού της δαπάνης του νέου ιερού Ναού του Προφήτη Ηλία έχει ως εξής:

Blog-1b

Πράξις 16/5-7-1936

Η Ενοριακή Επιτροπή Παλαιοχωρίου Τυμφρηστού, συγκείμενη εκ των κάτωθι υπογεγραμμένων μελών αυτής, συνελθούσα εις συνεδρίασιν σήμερον την 5η Ιουλίου 1936, ημέραν Κυριακήν εν τω Ενοριακώ Ναό ημών, Προφήτου Ηλιού μετά την Θείαν Λειτουργίαν και ακούσασα του Διευθύνοντος περί επισκευής του ημικαταρρεύσαντος Ναού ημών Προφήτου Ηλιού, όστις πρόκειται να κατάρρευση τελείως, συγκατατεθέντων και των Ενοριτών περί εισφοράς προαιρετικής, ήτις εμφαίνεται εν τω καταλόγω ον συνυποβάλλομεν μετά των λοιπών εγγράφων εις τον οποίον εμφαίνεται το ποσόν των εισφορών το οποίον θα ανέλθη εις 30.000 δρχ. παρά των Ενοριτών και 10.000 δρχ. αίτινες ευρίσκονται εν τω Ταμείω εξ εράνων δι’ επισκευήν του ως άνω Ναού, σκεφθείσα ότι θα εισπράξωμεν 30.000 δρχ. παρά των ενοριτών και 10.000 δρχ. παρά των ενοριτών και 10.000 δρχ. εξ εράνων (3), συνολικά 40.000 δρχ.

Το έργον εν τω Προϋπολογισμώ δαπάνης θα ανέλθη εις 58.000 δρχ. όθεν περί τας 10.000 δρχ. υπολογίζεται η εισφορά των περιχώρων θα εισπράξωμεν κεφάλαιον 50.000 δρχ. το υπόλοιπον του έργου θα μείνει χρέος του Ναού ήτοι, 8.000 δρχ.

Αποφαίνεται ομοφώνως

επί της Επισκευής του έργου (4) και παρακαλεί το Σεβαστόν Μητροπολιτικόν Συμβούλιον, όπως ευαρεστηθή και επιτρέψη την επισκευήν του έργου, την περαιτέρω ενέργειαν ανατίθημεν του διευθύνοντος.

Η Ενοριακή Επιτροπή Παλαιοχωρίου

(τ.σ.υ.) Δημ. Παπαναγιώτου ιερεύς, Γεωργ. Τσεκούρας, Νικολ. Πιλάτος

Σήμερα οι Παλαιοχωρίτες σαν αντικρίζουν τις άσπρες πέτρες της Εκκλησίας του Προφήτη Ηλία, με τον επιβλητικό  τρούλο στη μέση, νοιώθουν περηφάνια, ασφάλεια και σιγουριά, γιατί πιστεύουν πως κοντά τους βρίσκεται σύσσωμος ο ‘Άγιος με τ’ άσπρα και μακριά γένια του, με τη Βιβλική δικαιοσύνη του δυνατός και πρόθυμος να τιμωρήσει το κακό και την παρανομία και να προστατεύσει τους αδυνάτους και κατατρεγμένους από την απανθρωπιά των  δυνατών της ημέρας… να διώξει «νόσους» και να τους δώσει «ιάματα».

————————————-

  1. Το κείμενο γράφτηκε το 1978.
  2. Το μοναστήρι διαλύθηκε το 1835 όταν παραδόθηκε η σφραγίδα της Μονής στον Μητροπολίτη Φθιώτιδας
  3. Ο έρανος καθώς προκύπτει από το βιβλίο Ταμείου, έχει ως εξής: Από Περίχωρα Στυλίδας, Επιτροπή Δημ. Παπαναγιώτου ιερέας, Ιω. Μπούρας και Γεώργιος Μπούρας, καθαρά έσοδα 2.276 δρχ. Από περίχωρα Λαμίας, Επιτροπή Νικόλαος Αλεξίου και Αθανάσιος Αλεξίου, καθαρά έσοδα, 866 δρχ. Από Λαμία. Επιτροπή Φώτιος Μπούρας και Κων/νος Αλεξίου καθαρά έσοδα 2.754. Από Λαμία υπόλοιπη. Επιτροπή Δημ. Παπαναγιώτου ιερέας, Φώτιος Μπούρας και Κων. Αλεξίου, καθαρά έσοδα 1.575 δρχ. Από χωριά Δήμου Ομιλαίων. Επιτροπή Ελευθ. Παπαγιάννης και Αναστάσιος Αλξίου, καθαρά έσοδα 900 δρχ. Ωστόσο το γενικό σύνολο των καθαρών εσόδων του εράνου του 1934 για την επισκευή του ιερού Ναού ανέρχεται, βάσει του Βιβλίου Ταμείου, στο ποσό των 13.156 δρχ.
  4. Η πράξη μιλάει για επισκευή του Ιερού Ναού ενώ στην πραγματικότητα έγινε κατεδάφιση και ανέγερση νέου Ιερού Ναού.

Το κείμενο και οι φωτογραφίες είναι από το εξαίρετο βιβλίο του Γιάννη Δημ. Παπαναγιώτου «ΑΪ ΛΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΧΩΡΙΟΥ-Χτες και σήμερα», Αθήνα 1978.

1η φωτογραφία: Το Καθολικό της Μονής πριν τη κατεδάφιση, Ιούλιος 1936

2η φωτογραφία: Οι ιερείς της περιοχής στη λειτουργία του «Γενέθλιου της Παναγίας» 8 Σεπτεμβρίου 1934. Από αριστερά προς δεξιά: Παπανικόλας Καλτσας ιερέας Πουγκακίων, Παπακώστας Τσεκούρας ιερέας Καναλίων, Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου ιερέας Παλαιοχωρίου, Παπαδημήτρης Παπαχαραλάμπους ιερέας Λευκάδας.

00-chris

του Θανάση Τσαρού

Στις γιορτές κάναμε επισκέψεις στα σπίτια: «καλημέρα και χρόνια πολλά», στον πάτο της σκάλας, εκεί βάζαν τις χλωρές ελατόσκουπες για να σκουπίζουν τα πόδια τους οι επισκέπτες. Ερχόντανε η νοικοκυρά και μας τρατάριζε κοκόσιες, παπαδέλες, κανένα λουκούμι αγορασμένο στο μαγαζί της γειτονιάς, «πενήντα δράμια στο χαρτί», κι είτανε πιο σκληρό κι από τα παστέλια της κατοχής. Μα δεν θυμάμαι να μας έβλαψε ποτέ. Κι είχαμε και το νου μας μην ξεμυτίσει και κανένας δάσκαλος, γιατί απαγορευότανε στα παιδιά του σχολείου να κάνουν επισκέψεις. Ποτέ δεν μάθαμε ποιος ήτανε ο λόγος. Κανένας μας ποτέ δεν παραπονέθηκε για ζαχαροδιαβήτη, και μάλλον για λόγους τουρισμού θα μας απαγορεύανε. Δεν κάναμε βέβαια και καλή εντύπωση να λασποκόβουμε όλη τη μέρα από τη μια στην άλλη άκρη του χωριού και να μποδίζουμε τους μεγάλους. Αυτοί μόλις θα σκόλαζε η εκκλησιά, παρέες-παρέες, θα παίρνανε με τη σειρά τα σπίτια που γιορτάζανε, προσέχοντας μην παραλείψουν κανένα και παρεξηγηθούν. Θα κάθονταν σε καρέκλες στην καλή κάμαρα, θα τους κερνούσαν πιοτά, θα λέγανε μακρόσυρτες ευχές (αξέχαστος είναι ο Μπαρπαλής) και θα παίρνανε τον μπακλαβά τους από την πιατέλα. Θα τον τυλίγανε προσεχτικά μαζί με τους άλλους, στα μαντήλια – δεν τρώγονται δα όλοι μαζί τόσοι μπακλαβάδες. Θα τρέχανε τα σιρόπια από τα μαντήλια, μα αυτό δεν πείραζε, γιατί τον χειμώνα που είναι πολλές οι γιορτές, δεν υπάρχουν μύγες…

Εμείς περιφρονούσαμε τις απαγορευτικές διαταγές των δασκάλων. Διακινδυνεύαμε να σπάσουμε μερικές κρανίσιες βέργες στις παλάμες μας την άλλη μέρα. Την παραμονή και σε ομαδική σύσκεψη – οργανωτικό δαιμόνιο ήταν ο Κώστας  ο Σαλτός – καθορίζαμε το σχχέδιο δράσης μας. Με ονομαστικό κατάλογο στο χέρι, από την Μπαρτσιτσόραχη ως τα Φλωρέικα, δεν παραλείπαμε κανένα σπίτι που σ’ αυτό κάποιος θα είχε όνομα αγίου της ημέρας. Γιόρταζε δεν γιόρταζε, εμείς δεν κάναμε διάκριση, ούτε εφημερίδες είχε τότε το χωριό για να μαθαίνουμε τους «μη εορτάζοντες».

Κανένα σπίτι δεν συμφωνούσε με τις διαταγές των δασκάλων, κι όλες οι νοικοκυρές θα μας φίλευαν καρύδια, κάστανα βρασμένα, άκρες από μπακλαβά, κι ήτανε μερικές σαν την Παπαδοθανάσαινα, που δεν έκανε διάκριση και μας έδινε κανονικό, μέση, μπακλαβά, κι έφτιανε και τον καλύτερο, με εκατό φύλλα, και μας αποζημίωνε για το ξύλο που τρώγαμε την άλλη μέρα.

Ίσως κάποιος από τους νεαρούς φίλους μας από το χωριό, να μας ρωτήσει: «Μα είτανε ανάγκη να τρέχετε μέσα στη λάσπη και τα νερά για ένα λουκούμι και δεν ανοίγατε το ψυγείο να φάτε ένα γλυκό όπως κάνουμε εμείς σήμερα;». Ένα τέτοιο θα δικαιολογούσε την απορία εκείνης της βασίλισσας, που απορούσε που ο κόσμος φώναζε πως θέλει ψωμί και δεν τρώει παντεσπάνι! Η μακαρίτισσα η Ζαχορήνο που περιμένοντας να βγει η φουσκόκλουρα από τη γάστρα μας έλεγε παραμύθια, όσες φορές σ’ αυτά θα τύχαινε να στρώσει τραπέζι για βασιλιάδες και βασιλόπουλα, ποτέ δεν τους σερβίριζε γλυκά. Τα γλυκά λείπανε τότε κι από τα παραμύθια. Στο σπίτι, ένα βάζο με λίγο βύσσινο φυλάγονταν κλειδωμένο στην κασέλα και το δοκιμάζαμε μόνο σαν καταφέρναμε να βγάλουμε τους ρεζέδες από την κασέλα.

(Δημοσιεύτηκε στα ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΙΚΑ  ΧΡΟΝΙΚΑ τευχ. 3, σελ. 15, Ιανουάριος 1976)

000-SKYL

Από τον Κωστή Παπαγιώργη

 

Η σκυλοφιλία είναι απόλυτη και σώψυχη ταύτιση.

Όποιος πενθεί για το σκύλο του, πενθεί για την προαπώλεια

του εαυτού του. Xάνει ένα μύχιο στοιχείο του εαυτού του

το οποίο ασυνειδήτως είχε επενδυθεί

στη σκυλίσια παρουσία.

 

Όταν εξημερώθηκε το σκυλί και έγινε κατοικίδιο «έπεσαν» τα αυτιά του, έγραφε ο Δαρβίνος. Σοφή παρατήρηση, ειδικά για όσους έζησαν στις επαρχίες, κοντά σε ζωντανά και σε κοπάδια. Το κυνηγιάρικο σκυλί, ο μολοσσός που φυλάει τα πρόβατα είναι ζωντανό ραντάρ, πρωτόγονος και ως εκ τούτου ατόφιος. Ο βοσκός δεν βάζει το σκυλί στο σπίτι, το σέβεται αλλά δεν το βλέπει ποτέ σαν μέρος του οίκου. Στην πόλη όμως ο σκύλος απώλεσε την επαφή με τη φύση και τον πρωτόγονο εαυτό του, στερήθηκε τους άγριους σκυλοκαβγάδες, το κυνήγι του λαγού και του τσάκαλου, ήρθε πιο κοντά στον άνθρωπο και απομακρύνθηκε από το παρελθόν του πού υπέκρυπτε πάντα κάτι το λυκίσιο και το αδάμαστο.

Ένας φίλος γιατρός, έμπειρος στα τετράποδα, έχει δική του πατέντα: «η γάτα είναι ένα κομμάτι κρέας, άφιλη, εγωπαθής, αντίθετα ο σκύλος είναι άνθρωπος με τρίχωμα και με τέσσερα πόδια! Κοντά στο σκύλο γίνεσαι περισσότερο άνθρωπος!» Η σκυλοσυντροφιά ανακαλύπτει διαφορετικά όχι μόνο το σκύλο αλλά και την ίδια τη ζωή. Αξίζει λοιπόν να προσέξουμε αυτήν τη διαχεόμενη ζωοφιλία που δεν είναι βίτσιο, χούι, παραξενιά παρά συναισθηματική εκλέπτυνση χωρίς εμφανές όριο. Ο «κάτοχος» του σκύλου πριν απ’ όλα κατέχει ένα προνόμιο το τετράποδο, αγορασμένο σε μικρή ηλικία, αναγνωρίζει από νωρίς τον αφέντη του και αφοσιώνεται. Μπορεί να παίζει με όλους, αλλά μόνο ο «ένας» ταράζει τα σωθικά του. Τον αναγνωρίζει, τον διαισθάνεται από απόσταση, ενίοτε τείνει να σπάσει την αλυσίδα του για να τον προϋπαντήσει.

Χωρίς υπερβολή, δεν υπάρχει κάτοχος σκύλου που να μην πιστεύει σθεναρά ότι μέσα στο τεράποδό του κρύβεται υπέροχα παγιδευμένο κάτι το βαθύτατα ανθρώπινο. Το ίδιο βέβαια μπορούμε να πούμε για τους κατόχους αλόγων, δελφινιών, περιστεριών ή αετών. Ωστόσο το μέγεθος και το φυσικό στοιχείο αποτελούν φραγή. Τα πετούμενα ανήκουν στον αιθέρα, το άλογο ανήκει στο μέγεθός του, ενώ ο σκύλος -μόνο αυτός- δίνει την εντύπωση ότι κάποια σπάνια συμπάθεια είναι διαλυμένη στο αίμα του. Αυτό το οξύμωρο, με τα χρόνια, αποβαίνει μυστικός δεσμός, συνεννόηση χωρίς λόγια, νοηματική γλώσσα της συμπάθειας. Αν το ζώο ήταν άνθρωπος με μουσούδα, τρίχωμα, μεγάλα αυτιά δεν θα άξιζε την αγάπη μας. Αντίθετα, καθίσταται λατρεμένο μέχρι περιπαθούς αφοσιώσεως επειδή μέσα στη σκληρή του συνθήκη, αυτή την αμετάκλητα φιμωμένη φύση, κατορθώνει να το σκάει στιγμιαία για να παραδοθεί στη θέρμη της ανθρώπινης φιλίας.

Δεδομένου ότι ένα σκυλί είναι «ανθρώπινο» μόνο για λίγους, και ακριβέστερα μόνο για έναν, εύκολα γεννιέται η αυταπάτη ότι το ζωντανό μεταρσιώνει τη φύση του μόνο για χατίρι του. Ο κάτοχος ψυχανεμίζεται μέσα στα κυνικά σωθικά την υπέρβαση της σκυλίσιας φύσης, οπότε η ανθρώπινη συμπάθεια αναγνωρίζει αβίαστα πάνω της ένα καθρέφτισμα του εγώ της. Η οικειότητα είναι απόλυτη, η αναγνώριση βαθύτατη, ο σκύλος είναι στο τσακ να μιλήσει και «μιλάει» βέβαια, έστω και αν οι περισσότεροι παρόντες διαθέτουν ώτα μη ακουόντων. Συχνά, κάποιος αδιάφορος θεατής της θερμής ανθρωπο-σκυλοφιλίας, υποψιθυρίζει :»Μα τι έχει πάθει με αυτό το ψωριάρικο;» Αφοσιωμένος στις γάτες και όχι στα σκυλιά, ο Μαλρώ ηταν κατηγορηματικός: Αργά ή γρήγορα, όλοι οι μεγάλοι εγωιστές γίνονται φιλόζωοι. Ωστόσο, η φιλία με το τετράποδο δεν γίνεται αποδεκτή ποτέ ως φιλόζωη ιδιότητα. Άνθρωποι που ζουν χρόνια με το σκύλο τους, που έχουν προσαρμόσει τις ανάγκες και τις μετακινήσεις τους με το τετράποδο, ποτέ δεν σκέφτονται ότι αγαπούν ένα «ζώο». Ο δεσμός με το σκύλο έχει να κάνει με το αξεδιάλυτο κράμα ενός ψυχισμού εντοιχισμένου μεν στη ζωικότητα πού, παρ’ ότι τετραποδίζει, σκυλοφέρνει ή γαυγίζει, φέρει στο βλέμμα του μισοσβησμένα πνευματικά ίχνη. Από τη μια μεριά το ζώο είναι ανθρώπινο πείραμα που έμεινε στη μέση, ενώ από την άλλη είναι ζωικό πείραμα που έδωσε αποτελέσματα ανώτερα του αναμενομένου.

Έτσι αρχίζουν τα θαύματα αφοσίωσης και συνεννόησης ανάμεσα στο τετράποδο και στο δίποδο. Η προσαρμογή είναι τέλεια και βαθύτατα ψυχική. Η υπακοή αγγίζει τα όρια του πάθους. Πιο συγκεκριμένα, δεν μας συγκινεί τόσο η κυρία με το σκυλάκι, η γραία που αγαπά το σκύλο της γιατί δεν της απέμεινε τίποτε άλλο να αγαπά, αλλά η εμμονή νέων ανθρώπων που σε κάθε περίπτωση μετακίνησης, έκτακτων αναγκών, ατυχιών, το πρώτο πού σκέπτονται είναι το τετράποδο. Η σκυλίσια αγάπη δεν είναι μόνο αμοιβαία, κυρίως δεν επιδέχεται «απάτη», μετάπτωση, λήθη – όσο το τετράποδο ζει και κινείται, παραμένει πάγια «αξία».

Γι’ αυτό όταν έρχεται η ώρα του κυνικού θανάτου, μιας και τα σκυλιά κατά κανόνα ζουν πολύ λιγότερο από τον κάτοχό τους, το πένθος είναι σκληρό, δεν παίρνει παρηγόρια. Ο στενός κύκλος του πενθούντος αναρωτιέται: «Μα τι έχασε; Τη γυναίκα του; Το παιδί του; Τη μάνα του; Ασφαλώς δεν έγινε χήρος, δεν έμεινε ορφανός, του συνέβη όμως κάτι χειρότερο. Έχασε ένα μύχιο στοιχείο του εαυτού του, το οποίο ασυνειδήτως είχε επενδυθεί στη σκυλίσια παρουσία. Αυτή η μυχιότητα δεν ευδοκιμεί με τους ανθρώπους που είναι ανεξάρτητες οντότητες, θέτουν όρια και εγωιστικά σύνορα. Η σκυλοφιλία είναι απόλυτη και σώψυχη ταύτιση, προσωπική ανακάλυψη που ομορφαίνει μέχρι κάλλους τη σιωπηλή αφοσίωση. Όποιος πενθεί για το νεκρό σκύλο του, πενθεί για την προ-απώλεια του εαυτού του.

 Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO στις 18/09/2008

ΚΟΥΤΣ-1

Γράφει η Ευαγγελία Βασιλείου- Ρίζου

με την πληροφόρηση όσων αναφέρονται στο κείμενο και αρκετών συγγενών.

Φωτογραφίες: Γιώργου Ρίζου

Η σημερινή εκκλησία κτίστηκε το 1973, σε αρχικό σχέδιο του στρατηγού Ιωάννη Α. Μπότση για μέγεθος σχετικά μικρό και σχήμα τόλ, με το σημερινό κτίσμα σε σχέδιο του μηχανικού Φώτη  Παπανάγνου από τη Λαμία με καταγωγή από το Γαρδίκι, που τώρα ζει στον Καναδά και τη Λαμία.

 Πολυετείς και αγωνιώδεις ήταν οι προσπάθειες  των λιγοστών κατοίκων του συνοικισμού για εξεύρεση χρημάτων για την ανέγερση.  Απευθύνονταν σε διάφορες πηγές με προσωπικές επισκέψεις ή με έγγραφα αιτήματα, πάντοτε με την αγαστή συνεργασία του Εκκλησιαστικού Συμβουλίοιυ του Γαρδικίου, με επικεφαλής τον ακαταπόνητο μπάρπα-Μήτσο Κούκο. Την ουσιαστική λύση και διαφορά έκανε η βοήθεια από τον αείμνηστο Παναγιόδωρο Γαρδίκη με χορηγία ενός μεγάλου ποσού, για την εποχή εκείνη, από την Ελληνική Οινοπνευματοποιία που ήταν Πρόεδρος. Με δωρεές από διάφορα άτομα  ολοκληρώθηκε το έργο. Τα τελευταία περίπου δέκα χρόνια χτίστηκε εξωτερικός πρόναος και  ολοκληρώθηκε η αγιογράφηση  στους τοίχους με γενναίες ατομικές ή οικογενειακές προσφορές.

Στην άκρη του προαυλίου αναγέρθηκε πετρόχτιση βρύση με ανάγλυφη μαρμάρινη κεφαλή ελαφιού, αφιερωμένη στην μνήμη του Ιωάννη και Βασιλικής Βασιλείου, από όλα τα παιδιά τους, το 2004. Τα αγκωνάρια μεταφέρθηκαν από τον κατεδαφισθέντα σταθμό του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου ΗΣΑΠ Καλλιθέας. Την κεφαλή του ελαφιού φιλοτέχνησε ο γλύπτης Σάββας Κακκαλής  από το Νέο Ηράκλειο.

ΚΟΥΤΣ-2

Η παλιά εκκλησία, η οποία κατεδαφίστηκε, όταν ολοκληρώθηκε και λειτούργησε η καινούρια, ευρίσκετο μεταξύ δύο υπέρ αιωνόβιων βελανιδιών, οι οποίες ξεράθηκαν και κόπηκαν όταν στέρεψαν οι υδραύλακες που περνούσαν από εκεί  και η οποία είχε αρχίσει να κτίζεται, από πληροφορίες, το 1909. Τα πρώτα λεφτά έστειλαν οι απόδημοι Σπύρος και Παναγιώτης Κουρέλης και κάποιος Τσατσάς από την Αμερική.  Ήταν πετρόχτιστη με πλατιούς τοίχους, χτίστηκε δε από κάποιο Ζαχαρόπουλο και αγιογράφος ήταν ο Τσούστας από τη Φτέρη. Τη δε σκεπή έφτιαξε ο Λεωνίδας  Ζουγανάς, όλοι αείμνηστοι.

Η πρώτη λειτουργία έγινε με ιερέα τον παπαΓιώργη Πρωτόπαπα, εικάζομαι ότι θα ήταν των Αγίων Αποστόλων, αφού κατά διήγηση των: Ευάγγελου Χ. Πρωτοπαπά,  Κων/νου Σ. Τσιτούρα, Παρασκευής Φλέγκα – Μαλούκου και της πρεσβυτέρας Βασιλικής Σ. Κουρέλη δεν είχαν νάμα για το Άγιο Ποτήριο και έστιψαν αγουρίδες σταφύλι από το αμπέλι πού σήμερα είναι το σπίτι και μαγαζί του Αλέκου Μαλούκου.

Είχε σχήμα παραλληλόγραμμο με μία είσοδο, δύο παράθυρα και μία, μόνο, εσωτερική πόρτα αριστερά της Ωραίας Πύλης. Εικόνες είχε μόνο στο τέμπλο και ελάχιστες κρεμασμένες στους τοίχους.

Κρατήθηκαν και τοποθετήθηκαν στο τέμπλο της καινούριας οι τέσσερις μεγάλες και οι δώδεκα ατομικές των Αγίων Αποστόλων. Οι υπόλοιπες συμπληρώθηκαν αφού ο σύγχρονος αγιογράφος προσάρμοσε τα χρώματα και το ύφος των Αγίων στις παλιές και έτσι το τέμπλο έχει σχεδόν ομοιόμορφη όψη. Το ξύλινο ταβάνι είχε το χρώμα του ουρανού με αστέρια και στη μέση ο Παντοκράτορας επιβλητικός. Δυστυχώς δεν κρατήθηκε τίποτα άλλο.

Στο νοτιοανατολικό μέρος, πίσω πλευρά, βρισκόταν παλαιότατο νεκροταφείο, για το οποίο, όπως μας πληροφόρησε η πρεσβυτέρα Βασιλική Σ. Κουρέλη, υπάρχει γράμμα των πρώτων δωρητών, στην οικογένεια του παπα- Σπύρου Κουρέλη, όπου αναφέρουν ότι τα «συγκεκριμένα χρήματα είναι για την περίφραξη του νεκροταφείου, για να μην πηγαίνουν τα γουρούνια και σκάβουν τους τάφους των προγόνων μας». Όσοι το προλάβαμε, θυμόμαστε το μαντρότοιχο με πέτρινες, χτιστές κολώνες και αγκαθωτό συρματόπλεγμα. Το νεκροταφείο μεταφέρθηκε στην είσοδο του οικισμού,  αφού προηγουμένως, με προσωπική εργασία των Κουστουφλιανιτών, έγινε λεπτομερής εκταφή όλων των οστών και μεταφορά στο νέο κοιμητήριο, σε κτήμα που δώρισε η οικογένεια Αθανασίου Γαρδίκη και συγκεκριμένα η μητέρα του Ελένη Γαρδίκη.

ΚΟΥΤΣ-3

Η εκκλησία εορτάζει στις 30 Ιουνίου, των Αγίων Αποστόλων και  γίνεται πανηγύρι ημερήσιο, συνέχεια από τη λειτουργία με φαγητό και γλέντι στον προαύλιο χώρο.

Μέχρι τη δεκαετία του ’60 λειτουργούσε μόνο στις 30 Ιουνίου στο πανηγύρι, κυρίως, από τον εκάστοτε ιερέα του Γαρδικίου, από τον παπα-Σπύρο Σιακαβέλλα από τη Λευκάδα και τον παπα- Χρήστο Γεωργόπουλο από τα Καμπιά.

Για εκκλησιασμό στις γιορτές και «μεταλαβιά» Χριστούγεννα και Πάσχα πηγαίναμε κυρίως στη Λευκάδα που ήταν πιο κοντά. Για γάμους ερχόταν παπάς, ενώ για βαπτίσεις πήγαιναν στα κοντινά επίσης χωριά. Το ότι ψάλλονται Χαιρετισμοί, προσωπικά, το έμαθα όταν πήγα στο Γυμνάσιο στη Σπερχειάδα.

Εκεί λοιπόν στη δεκαετία το ’60 ορίστηκε να γίνεται λειτουργία κάθε δεύτερη Κυριακή του μήνα από τον Ιερέα των Καμπιών παπα- Χρήστο Γεωργόπουλο. Στο τέλος της δεκαετίας του ’70 χειροτονήθηκε ιερέας ο Σωτήρης Παραπέρας από τη Φτέρη και λειτουργούσε κάθε Κυριακή και άρχισε να στολίζεται επιτάφιος και να γίνεται Ανάσταση. Σήμερα ιερέας είναι ο παπα- Σπύρος Τσιώκας από τα Κανάλια.

Ψάλτες ήταν ο Αθανάσιος Γιαννοθανάσης, πατέρας του παπα- Σπύρου Κουρέλη,  με γλυκύτατη, μελωδική και ευλαβική φωνή. Δεν ξεχνιέται η εικόνα του, γονατισμένος στο λιθόστρωτο πάτωμα, να ψάλλει το «Σε υμνούμεν……» εμπνέοντας σε μικρούς και μεγάλους τον αρμόζοντα σεβασμό, απόλυτη ησυχία, πίστη, θρησκευτικότητα και ελπίδα στο Θεό.

ΚΟΥΤΣ-4

Επίσης έψαλλε ο Γεώργιος Παπακωνσταντίνου  και  ο Ιωάννης Χ. Πρωτοπαπάς. Τα τελευταία δε τριάντα χρόνια, ανεξάρτητα από το αν ο κάθε ιερέας φέρνει ψάλτη, μόνιμος είναι ο Ευάγγελος Χ. Πρωτοπαπάς και ο Θωμάς Γ. Παπακωνσταντίνου,  όταν τον ειδοποιούν.

Επίτροποι που διετέλεσαν: ο αείμνηστος  Γεώργιος Θ. Παπακωνσταντίνου , τα πιο πολλά χρόνια όμως και κατά τη διάρκεια της ανέγερσης της νέας εκκλησίας, ήταν ο αείμνηστος  Κωνσταντίνος Χ. Πρωτοπαπάς, ο οποίος τηρούσε τα βιβλία του ταμείου με απόλυτη τάξη και ακρίβεια. Τα τελευταία χρόνια είναι  ο Απόστολος Ε. Φλέγκας και ο Γεώργιος Μαντζίκος, όλοι έντιμοι, φιλότιμοι  και εργατικοί.